Πω πω, τι ομορφιά είναι αυτή! Ελένη Κυριαζή, είσαι μάγισσα στα λουλούδια!
Τα πολύχρωμα τουλίπια έκαναν τη γειτονιά να λάμπει. Η Μαρίνα ήξερε καλά πόσο κόπο είχε βάλει η κυρία Ελένη για να γίνει αυτό το θαύμα. Χρόνια ολόκληρα η γειτόνισσά της είχε ξοδέψει για να μεταμορφώσει εκείνη τη γκρίζα αυλή σε έναν πραγματικά ανθισμένο κήπο. Ακόμη και η παιδική χαρά που πήγαιναν τώρα η Μαρίνα με τη μικρή Αθηνά, ήταν έργο της κυρίας Ελένης. Ξέρει να φτιάχνει ομορφιά αυτή η γυναίκα! Αλλά έχει αλλάξει τελείως αυτός ο χώρος! Καθαρός, φωτεινός, ανοιχτός, και τα λουλούδια… άλλη ιστορία. Όλα τα φύτεψε η ίδια. Εδώ και δεκαπέντε χρόνια που ζει η Μαρίνα εδώ, από τότε που μετακόμισαν οι γονείς της σε αυτή τη πολυκατοικία, ποτέ της δεν είχε δει κάποιον να φυτεύει λουλούδια. Μόνο η Ελένη Κυριαζή τα τελευταία χρόνια. Από τότε που έχασε τον άντρα της, άρχισε να φροντίζει τα φυτά.
Δύσκολο να μένεις μόνη σου σε μια τέτοια ηλικία. Ο γιος μακριά, στήριγμα κανένα. Να φύγει δεν ήθελε ούτε να το ακούσει δεμένη με την Αθήνα, εκεί που πέρασε όλα τα παιδικά της χρόνια, εκεί που ζουν όσοι αγαπάει. Ο γιος δική του οικογένεια, σχέσεις με τη νύφη, να μην το σχολιάσω Τα βασικά τα έχει η νύφη από τη δική της μάνα. Κι η Ελένη; Ξένη. Συμπαθητική μεν, αλλά πάλι ξένη.
Ποτέ της δεν πολυπαραπονιόταν στην Μαρίνα, αλλά αυτή έβλεπε πολλές φορές πως η γειτόνισσά της ήταν λυπημένη. Είναι δύσκολο να είσαι μόνος…
Η Μαρίνα το ήξερε καλά όταν είχε χωρίσει με τον πρώτο της άντρα, παραλίγο να τρελαθεί από τη θλίψη. Θα μπορούσε να είχε κρατήσει το γάμο της. Τί ήθελε; Να κάνει τα στραβά μάτια σε ένα περαστικό φλερτ. Αλλά, πώς να το κάνεις όταν η άλλη ήταν η Αντιγόνη, που μεγάλωσαν μαζί, τόσα χρόνια στο ίδιο θρανίο και τόσες αναμνήσεις;
Η Μαρίνα κοίταξε την Αντιγόνη στα μάτια, πήρε το κλειδί από τον άντρα της κι άρχισε να… υποφέρει. Ήσυχα και μεθοδικά ακόμα και άδεια άνευ αποδοχών πήρε για να… πονέσει ανενόχλητη.
Αλλά τελικά, τη λύπη της δεν πρόλαβε να τη ζήσει όπως θα ήθελε. Είχε χωθεί στις πυτζάμες, αγκαλιά με παγωτό και μάτια κατακόκκινα από τα κλάματα, όταν ακούγεται ένα τρελό χτύπημα στην πόρτα όχι ένας σταθερός ήχος, αλλά πανικός. Δεν της πέρασε καν από το μυαλό να μην ανοίξει· όταν κάποιος βαράει έτσι, είναι συνήθως μαύρα τα πράγματα.
Έτσι, η Μαρίνα φόρεσε τζιν και πήγε να ανοίξει.
Αυτό που αντίκρισε δεν το περίμενε. Η κυρία Ελένη πάντα ήρεμη, γλυκιά, αυτή η σιγουριά στην αυλή που ήξερε κάθε παιδί με το μικρό του όνομα και ρωτούσε όλες τις μαμάδες:
Πώς είναι ο μικρός Δημήτρης; Η Σοφία κοιμάται καλά; Έχει αρκετό γάλα η Κωνσταντίνα για τον μικρό Χρήστο;
Παιδίατρος η κυρία Ελένη, όχι μόνο κατά γράμμα αλλά και με την ψυχή της. Πάντα νοιάζεται κι έχει ανοιχτή καρδιά για όλους. Αυτή ήταν.
Εκείνο το απόγευμα, δεν έμοιαζε με τον εαυτό της. Σαν να είχε μεταμορφωθεί.
Τσαλακωμένη, απελπισμένη, την είδε η Μαρίνα και ταράχτηκε. Κι όμως, η κυρία Ελένη, μόλις την είδε, λες και για ένα λεπτό ξέχασε τον δικό της πόνο και τη ρώτησε αυστηρά:
Τι έχεις, κορίτσι μου; Γιατί είσαι έτσι, κλαμένη; Πονάς;
Η Μαρίνα ξύπνησε από την ομίχλη της στεναχώριας της. Έφτανε, η κυρία Ελένη είχε ακόμα χειρότερη τραγωδία. Ίσως να έχανες τον άντρα σου σε ένα διαζύγιο αλλά να ξέρεις ότι ζει πονάει, αλλά υποφέρεται. Όταν όμως φεύγει οριστικά, όταν δεν μπορείς να τον ξαναδείς ποτέ, τιάλλο να πεις;
Ο άντρας της κυρίας Ελένης δεν πρόλαβε το ασθενοφόρο. Πρώτα δεν ήθελε να το καλέσει, έλπιζε ότι οι γνωστές του ουσίες θα τον κρατήσουν όπως παλιά. Αλλά τελικά, ήταν αργά. Μέχρι να τον πάνε…
Η κυρία Ελένη που κάθε πρωί πήγαινε στη λαϊκή να πάρει μυζήθρα και φρέσκα λαχανικά, βρήκε τον άντρα της στο κατώφλι. Προφανώς ανέβηκε να τη συναντήσει, αλλά δεν άντεξε να κατέβει τα σκαλιά.
Εκείνη τη μέρα, η Μαρίνα τα άφησε όλα όπως ήταν, πήρε το μπουφάν και έτρεξε πίσω από τη γειτόνισσά της.
Γύρισε αργά το απόγευμα· πέταξε το λιωμένο παγωτό, μάζεψε το σπίτι και κάθισε πολλή ώρα στην κουζίνα, χαϊδεύοντας το φλιτζάνι με το κρύο τσάι. Σκεφτόταν.
Την επόμενη μέρα μάζεψε τα χαρτιά και έκανε αίτηση διαζυγίου. Κατάλαβε ότι δεν μπορείς να αφήνεις συνέχεια τη ζωή σου „για αργότερα”. Όσο κι αν πονάς, τίποτα δεν αλλάζει αν κολλάς. Μπροστά ή πίσω εσύ διαλέγεις. Μία ζωή έχουμε, ό,τι κι αν λένε, δε σβήνει ούτε επαναλαμβάνεται. Γιατί να τη χαραμίσεις στην πίκρα; Δεν είναι καλύτερο να „τινάξεις τη σκόνη από τα πόδια σου” και να πας παρακάτω;
Και το κατάφερε. Σιγά σιγά, αλλά βγήκε από το βούρκο της απόγνωσης.
Νέα δουλειά, νέα αγάπη… Στην αρχή όλα δύσκολα, αλλά τώρα έχει τον Πέτρο και την Αθηνά, και η ζωή βάζει άλλα χρώματα.
Η κυρία Ελένη όμως δεν ήταν τα πράγματα τόσο λαμπερά. Ξαναβρήκε τα πατήματά της κάπως, αλλά είχε αλλάξει. Δεν ήταν πια η γελαστή, εύθυμη γειτόνισσα που ήξερε η Μαρίνα. Μια σκιά είχε μείνει.
Να, χαμογελούσε ακόμη, ρωτούσε για τα παιδιά, αλλά η Μαρίνα έβλεπε πως ήταν μόνο από συνήθεια. Τίποτα πια ζεστό ή αληθινό στο χαμόγελό της λες κι είχε παγώσει από τότε.
Ένας χρόνος, δύο, τρία… Η κυρία Ελένη βγήκε στη σύνταξη και κλείστηκε στο παλιό της εξοχικό. Αλλά κι αυτό αναγκάστηκε να το πουλήσει, όταν ο γιος της χρειάστηκε χρήματα για διαμέρισμα. Πώς να πεις όχι στο μοναχοπαίδι σου;
Μετά την πώληση, η Μαρίνα κατάλαβε πως κάτι έπρεπε να κάνει. Δεν μπορείς να αφήνεις στη μοίρα άνθρωπο που ζυμωθήκατε τόσα χρόνια δίπλα-δίπλα. Αυτή που όλη τη μέρα τρέχει για τους άλλους, δεν αξίζει να είναι μόνη.
Οι γονείς της της είχαν μάθει αλλιώς.
– Μην είσαι απαθής, κορίτσι μου! Βοήθα όσο μπορείς. Και θα βρεθεί κι εσένα κάποιος, όταν χρειαστείς… Κι ας μη λύσει όλα τα προβλήματά σου, ας είναι να σου πει μια καλή κουβέντα, να σου κρατήσει το χέρι.
Η Μαρίνα πάντα το είχε αυτό για οδηγό της. Κι ακόμα κι όταν οι δικοί της μετακόμισαν στη Θεσσαλονίκη, κοντά στη μικρή αδερφή, μιλούσε κάθε μέρα στο τηλέφωνο με τη μάνα της και τον πατέρα της. Ήξερε πως την αγαπάνε, νοιάζονται, και αυτό ήταν ανεκτίμητο.
Όμως για τη κυρία Ελένη τα λόγια δεν έφταναν. Άκουγε η Ελένη, κουνούσε το κεφάλι, αλλά σα να λύγιζε μέρα με τη μέρα αδυνάτισε, αγρίεψε, και ερχόταν σπάνια πια στην αυλή.
Η Μαρίνα το έβλεπε ξεκάθαρα: της έλειπε η ελπίδα. Ο γιος δεν θα γύριζε, είχε την δική του ζωή αλλού. Κι εκτός αυτού, δεν υπήρχε τίποτα δικό της πια μόνο τα παιδιά στη γειτονιά, μερικές φίλες αραιά και πού… Πήγαινε κι ερχόταν η μοναξιά της, κι η σιωπή τα βράδια την έπνιγε.
Κατάλαβε η Μαρίνα ότι τα λόγια δεν κάνουν πια τίποτα. Αντί να τη βοηθάει, η κυρία Ελένη βυθιζόταν. Εξαφανιζόταν κάποιες μέρες. Άρχισε να σκέφτεται πιο πρακτικά η Μαρίνα χρειάζονται πράξεις!
Και ήρθε η λύση με τον πιο απλό, τυχαίο τρόπο ο Πέτρος, ο άντρας της, τη χάιδευε με μικρές εκπλήξεις, αλλά εκείνη τη μέρα που της έφερε μια τεράστια αγκαλιά τουλίπες, λίγο πριν γεννήσει την Αθηνά, της ήρθε η ιδέα: „Βρήκα!” Ο Πέτρος τρόμαξε, νόμιζε πως τα χάσε από την εγκυμοσύνη, αλλά τελικά της πέρασε.
Την άλλη μέρα, η Μαρίνα πήρε ένα κουτί με βολβούς τουλίπες που αγόρασε το πρωί, χτυπάει την πόρτα της κυρίας Ελένης, και της λέει με πλήρη πειστικότητα πως είδε μια γιαγιά στη λαική να πουλάει „λουλουδάκια”, δεν άντεξε να μην πάρει κι ότι τους λυπάται να μείνουν αχρησιμοποίητοι.
Θυμήθηκα τα τουλίπια σας στο εξοχικό. Πάντα φέρνατε μπουκέτα στη μαμά μου. Ελάτε να μου δείξετε! Εδώ η αυλή μας είναι απαράδεκτη! Αν φυτέψουμε λουλούδια; Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Και με τέτοια κοιλιά και χαϊδεύοντας την κοιλιά της της έκανε παρακάλια.
Η κυρία Ελένη κοίταξε τους βολβούς, κουνούσε το δάχτυλο στην Μαρίνα και, πρώτη φορά μετά από καιρό, χαμογέλασε ελαφρώς.
Θα σου βάλω εγώ ομορφιά! Αλλά, κορίτσι μου, μόνο τουλίπες; Αυτές πάνε γρήγορα. Να βάλουμε κι άλλα λουλούδια να είναι όμορφα όλο το χρόνο!
Έτσι ξεκίνησε το… πρασίνισμα της αυλής, το μεγάλο πρότζεκτ!
Κανείς δεν είχε τρομερό ζήλο για τη φύτευση, αλλά για τα φυτά και τους σπόρους, όλοι έβαζαν το χεράκι τους στα έξοδα. Στην αρχή, η Μαρίνα έκανε τις αγορές. Όταν γεννήθηκε η Αθηνά, τα ανέλαβε όλα η κυρία Ελένη.
Και πάλι, ούτε τα λουλούδια της έφταναν. Με τις διασυνδέσεις και γνωριμίες που είχε, έφερε παιδική χαρά στη γειτονιά, κι έβαλαν καινούριες ωραίες ξύλινες παγκάδες.
Η αυλή ζωντάνεψε.
Οι άντρες, αρχικά κουμπωμένοι, μετά είπαν να βοηθήσουν κι αυτοί στην πρώτη εθελοντική δουλειά της άνοιξης, έβαλαν φράχτες γύρω από τα παρτέρια, και η κυρία Ελένη έκλαψε σχεδόν από τη χαρά της.
Πλέον, όλη μέρα στην αυλή να ποτίζει, να φυτεύει, να βάφει, παντού φροντίδα. Είχε βρει ακριβώς εκείνο το νόημα που της έλειπε και η Μαρίνα ήταν όλο ευγνωμοσύνη για τον άντρα της και τα τουλίπια του!
Όταν η Αθηνά άρχισε να περπατάει, η Μαρίνα περίμενε πώς και πώς πότε θα ανθίσουν οι πρώτες τουλίπες για να της τις δείξει.
Και να 'τες! Επιτέλους!
Η Μαρίνα στάθηκε με ανοιχτό το στόμα, και άφησε το χέρι της Αθηνάς από τη γεμάτη έκπληξη. Η μικρή, πονηρή, σε δευτερόλεπτα το εκμεταλλεύτηκε και το έβαλε στα πόδια.
Αθηνά! φώναξε η Μαρίνα και έτρεξε να την πιάσει πριν βγει στον δρόμο.
Η κυρία Ελένη σήκωσε για λίγο το πινέλο που έβαφε τον φράχτη και γέλασε:
Πιάσ την, Μαρίνα! Αυτό θα πει γυμναστική, κι όλο παραπονιέσαι πως δεν έχεις χρόνο!
Αμάν, μη το συζητάς! χούφτωσε τη μικρή, που στριφογύριζε και στρίγκλιζε κάτω από τα φιλιά της μαμάς. Μα πού βρίσκουν τέτοιες ζωηρές μαμάδες;
Ζωηρές, ζωηρές, αλλά το πρόσεξες ότι περπατά στις μύτες; η κυρία Ελένη φάνηκε να προβληματίζεται.
Ναι, και στο σπίτι, όταν είναι ξυπόλυτη φαίνεται περισσότερο. Είναι κακό;
Να τη δείξεις σε νευρολόγο, για καλό. Θα σου πω αν ξέρω κάποιον καλό. Η γενιά μου οι περισσότεροι είναι με εγγόνια, κι οι νέοι θα ψάξω.
Τι θα ψάξεις;
„Μεταδοτικό ραδιόφωνο”, Μαρίνα! Θα κάνω μερικά τηλεφωνήματα. Μπορεί να ξέρει κάποια πρώην μου μαθήτρια.
Ευχαριστώ!
Τίποτα! Εσείς τι κάνετε;
Καλά. Ο Πέτρος δουλεύει πολύ. Τον βλέπω λίγο. Φεύγει νωρίς και γυρνάει αργά…
Έλα βρε Μαρίνα, αυτό είναι καλό. Προτιμάς να κάθεται στον καναπέ;
Όχι, μόνο λέω
Να σου πω, εγώ όλες που είχαν πρώτο παιδί έτσι παραπονιούνταν. Θέλουμε όλοι αγκαλιές και παρέα. Αλλά άκου με. Να τα λες γλυκά φάε πρώτα τον άντρα, πότισε τον κι ένα τσαγάκι, μετά μίλα, χωρίς φωνές! Μη λες πως είναι αδιάφορος. Πες, μου λείπεις, σε χρειάζομαι, σε βλέπει και το παιδί να σε περιμένει και εγώ δεν βαστιέμαι!
Ναι, έτσι θα το κάνω… Εύκολο το λες!
Όλα είναι θέμα πώς τα λες. Με τον Νίκο μου, σαράντα οχτώ χρόνια μαζί, παρεξηγηθήκαμε σοβαρά μόνο μια φορά.
Γιατί;
Άμα σου πω δεν θα το πιστέψεις! Για έναν σκύλο! Ο γιος μας ήθελε κουτάβι, εγώ τάχα διαφωνούσα, ήξερα ότι μόνο εγώ θα το φροντίζω. Τελικά, το πήραμε. Αλλά πριν το καταλάβω, είχα χάσει δέκα κιλά, τόσες βόλτες που κάναμε μαζί! Και το παιδί μικρό, δεν γινόταν να με βοηθήσει. Η χαρά του σκύλου ήταν όλες οι πρωινές βόλτες με μένα.
Έξυπνο σκυλί!
Σαν εμένα!
Με αυτά και με εκείνα, αποχαιρέτησε τη γειτόνισσα και πήρε το παιδί να πάνε στην παιδική χαρά. Κούνιες, τραμπάλες, άμμος. Όπως πάντα.
Λίγο πριν ανέβουν στο σπίτι, η Μαρίνα πάγωσε. Αυτό που είδε της πήρε τη φωνή. Εκεί που είχαν φυτέψει τα λουλούδια όλοι μαζί, ένας μικρός, σχεδόν όσο η Αθηνά, είχε ξεριζώσει ήδη τα μισά και πατούσε τάλλα.
Και δεν ήταν μόνος του. Η μαμά του στεκόταν δίπλα και κοιτούσε με περηφάνια!
Τι κάνετε; άκουσε τη φωνή της να ψιθυρίζει.
Τι εννοείτε;
Γιατί το παιδί σας ποδοπατά τα λουλούδια;
Γιατί να μην το κάνει;
Δεν γίνεται, είναι λάθος!
Σε ποιον; Στο παιδί; Ποιος θα το απαγορεύσει; Εσείς;
Θεωρείτε ότι αυτό είναι μάθημα ζωής;
Ναι! Ο κόσμος ανήκει σε αυτόν που τον ανακαλύπτει κι εσείς ασχολείστε με λιανίσματα Τα λουλούδια είναι για να τα κόβουμε!
Αυτά τα λουλούδια κάποιος τα φρόντισε
Μην κάνετε έτσι! Αφήστε, θα ξαναφυτρώσουν. Είναι μόνο κάτι τουλίπες!
Το ποτήρι της Μαρίνας ξεχείλισε, πήγε προς τη γυναίκα, έτοιμη να ξεσπάσει· το κλάμα της Αθηνάς την επανέφερε στην πραγματικότητα.
Πήρε το παιδί της και είπε:
Μαζέψτε το παιδί σας, θα πάρω την αστυνομία.
Σοβαρά; Σήκω, φύγαμε!
Η μαμά τράβηξε το γιο και η Μαρίνα μόλις κρατήθηκε να μην καταρρεύσει στη μέση της αυλής.
Πίσω της, τότε, ακούει:
Τι έγινε, Μαρίνα μου; Γιατί; Εγώ
Η κυρία Ελένη στην πόρτα με το ποτιστήρι στο ένα χέρι, τυρόπιτα για την Αθηνά στ άλλο.
Πήγε να το εξηγήσει, αλλά η κυρία Ελένη μόνο τοποθέτησε το ποτιστήρι και αποσύρθηκε στο σπίτι, βουβή και μισοσπασμένη.
Η Μαρίνα προσπάθησε να την ακολουθήσει, αλλά η μικρή ήταν σε κρίση. Όταν αργότερα προσπάθησε να της χτυπήσει το κουδούνι, τίποτα. Απόλυτη σιωπή.
Την επόμενη μέρα, η Μαρίνα έκανε το γύρο της πολυκατοικίας. Εξήγησε τι είχε συμβεί και ζήτησε από όσους μπορούσαν να βοηθήσουν να ξαναφυτευτούν λουλούδια. Σχεδόν όλοι ανταποκρίθηκαν.
Το βράδυ η αυλή είχε γεμίσει κουτιά φυτά και καινούρια φιντανάκια. Οι άντρες κουβαλούσαν σακιά χώμα, γυναίκες έκαναν τρύπες στο χώμα, παιδιά στόλιζαν πετρούλες στις γλάστρες. Μέχρι αργά, όλοι σε ένα νόημα.
Το άλλο πρωί, Σάββατο, η Μαρίνα ανέβηκε στην κυρία Ελένη.
Κυρία Ελένη, ανοίξτε, σας παρακαλώ! Σας χρειάζομαι! Ελάτε μαζί μου, παρακαλώ!
Ακούστηκε το κλικ της κλειδαριάς, και το βλέμμα της κυρίας Ελένης ήταν πρησμένο και άγριο απ τον πόνο.
Τι έγινε; Η Αθηνά είναι καλά;
Καλά, μα εσάς θέλω! Ελάτε!
Έβαλε το ελαφρύ μπουφανάκι και βγήκαν μαζί στην αυλή.
Τότε, η Ελένη πάγωσε. Η αυλή γεμάτη τουλίπες, νέες, φρέσκες! Καινούρια παρτέρια, φούξια, κίτρινα, μωβ.
Μα τι… είναι αυτό;
Εμείς τα φτιάξαμε, κυρία Ελένη. Όλοι μαζί! Δεν μπορέσαμε να σώσουμε τα παλιά λουλούδια, αλλά θέλουμε να ξέρετε κάτι. Εμείς όλοι καταλαβαίνουμε τι έχετε προσφέρει. Είστε σημαντική για εμάς! Έχουμε ανάγκη τα χέρια σας τα μαγικά σας χέρια. Μη μας αφήνετε! Εγώ και κάκτο να βάλω, ξεραίνεται εσείς κάνετε και τις λεμονιές και τις φοινικιές να ανθίζουν!
Η κυρία Ελένη σκούπισε τα μάτια της, και βγήκε στην αυλή, γεμάτη ζωντάνια.
Για να δω τι κάνατε εδώ! Πάμε να δούμε;Με ένα βλέμμα που άστραψε ξανά, η κυρία Ελένη χωρίς δεύτερη σκέψη έσκυψε στην πρώτη γραμμή του παρτεριού, βυθίζοντας τα δάχτυλά της στο καινούριο, αφράτο χώμα. Έπιασε μία αδύναμη ρίζα και τη χάιδεψε. Σήκωσε το κεφάλι προς όλους τους γείτονες, που στέκονταν διστακτικοί γύρω της, και ξαφνικά άρχισε να δίνει εντολές με εκείνη την αποφασιστικότητα που είχε χρόνια να φανεί:
Κώστα, φέρε το ποτιστήρι! Νίκη, αυτές θέλουν βαθιά τρύπα, όχι ρηχά! Μαρίνα, κράτα την Αθηνά μακριά από το καινούριο χώμα, ξέρεις τι κάνει η μικρή με τις λάσπες
Τα γέλια των παιδιών και το συρτά τραγούδι της Ελένης έφεραν ξανά χρώμα στην αυλή, αλλά και στις καρδιές. Ήταν εκείνη η στιγμή, ακριβώς στη στροφή ενός ανοιξιάτικου πρωινού, που η Ελένη βρήκε πάλι τον εαυτό της: τα χέρια γεμάτα χώμα, το πρόσωπο στον ήλιο και τη φωνή της να ενώνει ανθρώπους αντί να χάνεται στη σιωπή.
Η Μαρίνα έσφιξε διακριτικά το χέρι που βρήκε δίπλα της της Αντιγόνης. Κανείς δεν είπε τίποτα, όλοι απλώς γέλασαν και αντάλλαξαν ματιές συμφιλίωσης. Στην αυλή εκείνη τη μέρα, τα τουλίπια δεν ήταν απλά λουλούδια. Ήταν το σύμβολο πως τίποτα δεν χάνεται στ αλήθεια όταν καλλιεργείται με αγάπη.
Γιατί στον κήπο, όπως και στη ζωή, ό,τι κόβεται ξανά ανθίζει, αν υπάρχουν χέρια να το φροντίσουν. Και στην αυλή της Μαρίνας, υπήρξαν πια πολλά τέτοια χέρια και καρδιές.



