Τον Βασίλη τον έδιωξαν… Πάλι… Τρίτη φορά μέσα στη σύντομη ζωή του… Η τύχη δεν του χαμογέλασε ποτέ… Κι αυτό άλλαξε τη ζωή του για πάντα…

Τον Βασίλη τον διώξανε… Πάλι… Τρίτη φορά μέσα στη μικρή του ζωή… Δεν του χαμογέλασε η τύχη καθόλου… Και αυτό άλλαξε τα πάντα για εκείνον.

Τον Βασίλη τον διώξανε. Πάλι. Τρίτη φορά από τότε που γάτα έγινε. Δεν του πήγε τίποτα καλά.

Μόλις έκλεινε ένας χρόνος, κι όμως ήδη τον είχαν χαρίσει τρεις φορές. Στην αρχή απλώς άλλαζε αγκαλιές. Ύστερα, τον έβγαλαν έξω, πέρασαν λίγο πιο μακριά από το καινούριο τους διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη, τον άφησαν στον πράσινο κάδο ανακύκλωσης και εξαφανίστηκαν στο σκοτεινό στενό. Να μη βρίσκει δρόμο για το σπίτι. Μα ούτε που προσπάθησε να γυρίσει.

Όλα τα κατάλαβε ο Βασίλης με τη μια, από το πρόσωπο του κυρίου. Η γυναίκα του, η Δήμητρα, αναστατώθηκε όταν ο Βασίλης γρατσούνισε το δερμάτινο σαλόνι, καινούριο και πανάκριβο. Αυτή πήρε απόφαση. Ο κύριος; Ο κύριος πάντα συμφωνούσε.

Άρπαξε τον Βασίλη, μικρό κι αδέξιο γατί, και πήγε μέχρι τον κάδο της διπλανής πολυκατοικίας. Ο Βασίλης ούτε που ακολούθησε. Τα ήξερε όλα από πριν, τα είχε διαβάσει στα μάτια του.

Όλα ήταν μάταια. Κανένα φιλί αποχαιρετισμού, κανένας λόγος ή χάδι, ούτε ένα συγγνώμη. Ένιωσε σαν σκουπίδι. Ρίψη και τέλος.

Ο Βασίλης αναστέναξε, προσπαθώντας να βρει κάτι γευστικό ανάμεσα στα αποφάγια. Μερικές ξεραμένες μπουκιές από πιτόγυρο τον ανέστησαν λίγο. Σκαρφάλωσε έξω και κάθισε δίπλα στον μεγάλο, πράσινο κάδο. Κοίταζε τον ήλιο.

Σούφρωνε τα μάτια αλλά δεν ήθελε να σταματήσει να βλέπει. Η μεγάλη, λευκή μπάλα φώτιζε τον ψυχρό αέρα και του χάριζε λίγη θαλπωρή. Κάτι τον τράβηξε σ αυτό το φως.

Ήταν οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου, του καλοκαιριού και του φθινοπώρου, του χειμώνα, λίγο ζέσταμα ακόμα. Η παγοκρούστα έλιωσε.

Μόνο μέσα του όλα πάγωσαν.

Το βράδυ ήρθε, νύχτα κρύα στην Αθήνα. Με το που έδυσε ο ήλιος. Αέρας κι υγρασία, αγριάδα.

Ο πορτοκαλής γάτος πάγωσε. Δεν ήξερε πού να πάει, πού να κρυφτεί, κι έτσι βρήκε μια σωρό αποξηραμένα, καφεκόκκινα φύλλα από πλατάνια. Κουλουριάστηκε μέσα. Στην αρχή έτρεμε. Μετά…

Μετά, καθώς ο αέρας με τη βροχή τον διαπερνούσε, η γούνα του έγινε παγωμένη, ξαφνικά άρχισε να νοιώθει μια γλυκιά ζέστη και το τρέμουλο σταμάτησε. Ένας βαθύς ψίθυρος του τραγουδούσε γαλήνια…

«Κουλουριάσου, κοιμήσου… κοιμήσου, κοιμήσου, κοιμήσου», ακουγόταν, και ζέστη απλωνόταν παντού στο σώμα του.

Ήταν τόσο εύκολο να παραδοθείς. Μετά έρχεται γαλήνη, αιωνιότητα. Πάει ο πόνος, παν τα παράπονα.

Το τελευταίο αναστεναγμό τον έβγαλε ο Βασίλης και συμφώνησε. Γιατί να παλέψεις; Για ποιο σκοπό;

Αύριο τον περίμενε πάλι το ίδιο κρύο, η ίδια πείνα, το ίδιο βάρος στα βλέφαρανα μην τα ανοίξει ποτέ, ποτέ πια.

Τα φώτα του δρόμου άναψαν κάπου μακριά. Ο Βασίλης τα κοίταξε για τελευταία φορά. Από τα παράθυρα πάντα κοίταζε το φως τους. Ο πορτοκαλής γάτος άφησε να γεμίσει η ψυχή του από αυτό το φως, τα μάτια του έλαμψαν στη νύχτα που σκοτείνιαζε.

Αυτό το τελευταίο φως τράβηξε την προσοχή της μικρής πορτοκαλομάλλας Ειρήνης. Ερχόταν σπίτι με τον πατέρα της, κράταγε το χέρι του. Τον τράβηξε από το μπουφάν.

Εκεί! είπε Εκεί στα φύλλα, κάποιος βρίσκεται.

Δεν έχει τίποτα εκεί, χρυσό μου, είπε ο πατέρας, τρέμοντας. Έλα, να προλάβουμε το σπίτι να ζεσταθούμε.

Προσπάθησε να την απομακρύνει από τον σωρό με τα πλατανόφυλλα. Μα η Ειρήνη του έσυρε τον ώμο.

Το είδα! Είδα φως!

Φως στα ξερά φύλλα; απόρησε ο πατέρας. Δεν γίνεται. Δεν γίνεται.

Μα η μικρή ήδη έσκυβε, άνοιξε το πάνω στρώμα με τα χέρια της, και ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του: τον πορτοκαλή γάτο.

Μπαμπά! φώναξε.

Να, εκείνος είναι.

Ποιος; ρώτησε ο πατέρας, πλησιάζοντας.

Να, εδώ… είπε η Ειρήνη και προσπάθησε να σηκώσει το άψυχο κορμάκι του.

Άστον, του είπε ο πατέρας.

Είναι νεκρός μάλλον, δεν θα τον πάρουμε στο σπίτι μας.

Δεν πέθανε, απάντησε η Ειρήνη. Το ξέρω. Το ξέρω πως ζει. Είδα το φως στα μάτια του.

Φως στα μάτια του γάτου; ξαναρώτησε ο πατέρας.

Έσκυψε πιο κοντά, σήκωσε το άκαμπτο σώμα και έψαξε ν’ ακούσει ή να νιώσει μια καρδιά.

Ο Βασίλης, πάλι, ήθελε μόνο να κοιμάται. Ο ύπνος του έκλεινε τα βλέφαρα κι η ζέστη γέμισε σιγά-σιγά τα παγωμένα του κόκκαλα. Μια φωνή του ψιθύριζε:

«Κοιμήσου… μην ανοίγεις τα μάτια…»

Μα μια άλλη φωνούλα, παιδική, επίμονη, αντηχούσε.

Φως στα μάτια του!

Τι θέλουν πια από μένα; Γιατί δε με αφήνουν ήσυχο; Γιατί δε μ αφήνουν να κοιμηθώ;

Με δυσκολία άνοιξε τα μάτια να δειΝα κι αυτοί, πάλι μπροστά του.

Να! φώναξε η μικρή φωνή. Σου το είπα, είδες; Το φως!

Ποιο φως; αναρωτήθηκε ο πατέρας, αλλά βγάζει το μπουφάν του, τυλίγει μέσα τον πορτοκαλή γάτο, και κατευθύνεται βιαστικά προς το σπίτι.

Η κόρη του στο πλάι τρέχει αγχωμένα.

Μπαμπά, σε παρακαλώ, γρήγορα! Κρυώνει!

Χάθηκαν στην είσοδο και μετά φώτισαν τα παράθυρα του πέμπτου ορόφου.

Έπλυναν τον Βασίλη με ζεστό νερό, τον τάισαν χλιαρό γάλα. Η μικρή τον χάιδευε και παρακαλούσε.

Μη φύγεις, Βασιλάκη μου, μη φύγεις… σε παρακαλώ…

Κι ο πάγος της γούνας του έλιωσε. Και στη ψυχή του έλιωσε.

Ο πορτοκαλής γάτος κοιτούσε με απορία τον πατέρα με την κόρη να τον περιποιούνται. Ήταν πια ξύπνιος, και για πρώτη φορά αληθινά ζεστός.

Όλη του την ύπαρξη την πλημμύρισε η ζέστηΌχι από τα καλοριφέρ, μα από την καρδιά ενός μικρού παιδιού.

Κι έξω στεκόταν κάποιος, εκείνος που καμιά φορά βοηθάει. Κοιτούσε τα φωτισμένα παράθυρα του πέμπτου ορόφου.

Ό,τι μπορώ, το κάνω… είπε σιγανά.

Κάθισε λίγο ακόμη κι έπειτα μουρμούρισε:

Το φωςδεν το βλέπουν όλοι. Όχι όλοι. Κι ούτε όλοι αυτοί που το βλέπουν μπορούν να το κρατήσουν.

Κι ο Βασίλης, κοιτώντας την μικρή πορτοκαλομάλλα Ειρήνη, δεν σκεφτόταν τίποτα για την ανθρώπινη φύση. Αυτά σκεφτόμαστε εμείς οι άνθρωποι. Εκείνος τα δικά του.

Εκείνος έβλεπε το φως. Το φως στα μάτια της.

Σχολιάστε κι εσείς, αν νοιώσατε το φως στα μάτια σας, έστω και σε όνειρο.

Oceń artykuł
Τον Βασίλη τον έδιωξαν… Πάλι… Τρίτη φορά μέσα στη σύντομη ζωή του… Η τύχη δεν του χαμογέλασε ποτέ… Κι αυτό άλλαξε τη ζωή του για πάντα…