Τι κάνετε εσείς εδώ στη δική μου εξοχική; Δεν σας έδωσα εγώ τα κλειδιά, η κυρία στάθηκε στην πόρτα, κοκαλωμένη, καρφώνοντας το βλέμμα της πάνω στο γλέντι των συγγενών.
Η Ντίνα Παπαδοπούλου μάζευε λεφτά για το εξοχικό δεκαδύο ολόκληρα χρόνια. Κάθε χίλια ευρώ ήταν κόπος και στέρηση λίγο από τη σύνταξη, λίγο από το φαγητό, μερικές φορές βγάζοντας extra με μικροδουλειές. Όταν επιτέλους τα κατάφερε και πήρε το παλιό σπιτάκι σ ένα αγροτικό συνεταιρισμό κάπου στην εξοχή της Βοιωτίας, δεν το πίστευε πως το όνειρό της έγινε πραγματικότητα.
Το σπίτι φυσικά, ήθελε πολλά μαστορέματα. Το μπαλκονάκι κουνιόταν επικίνδυνα, η μπογιά είχε φύγει σχεδόν τελείως αφήνοντας το ξύλο μαύρο, ενώ στο χωλ υπήρχαν βουνά από σαβούρες των προηγούμενων ιδιοκτητών.
Μαμά, καταλαβαίνεις πως τώρα «τρέχω» σπουδαίο project στη δουλειά, της ξέκοψε ο γιος της ο Στέφανος όταν με το ζόρι του ζήτησε μία χείρα βοηθείας. Άντε να τα πούμε το φθινόπωρο πάλι.
Η κόρη της η Ζωή επίσης με τη σειρά της: Μαμάκα, τώρα η ανακαίνιση του σπιτιού τρέχει, πρέπει να πηγαίνω και το Μάνθο στις δραστηριότητες. Δεν προλαβαίνω τίποτα. Ή βρίσκεις κάποιον, ή κάνεις ό,τι μπορείς μόνη σου.
Ο ανιψιός ο Αντρέας όχι απλώς δεν απάντησε στην κλήση το έκλεισε και έγραψε μήνυμα «Είμαι στη δουλειά, θα σε πάρω εγώ». Φυσικά, δεν την πήρε ποτέ.
Δεν κράτησε κακία. Η Ντίνα ήξερε καλά, χρόνια τώρα, ότι μόνο στον εαυτό της μπορεί να βασίζεται. Η γειτόνισσα, η κυρία Μαρίνα Παπαχρήστου, της πρότεινε κάτι μάστορες της περιοχής τον Βασίλη και τον Σωτήρη, που πάντοτε αναλάμβαναν δουλειές φτηνά και τίμια.
Κυρία Ντίνα, είπε ο Βασίλης, κοιτώντας γύρω του, το σπιτάκι καλό είναι, απλώς το έχουν αφήσει. Εμείς θα σε φτιάξουμε, μην ανησυχείς.
Και όντως, κράτησαν το λόγο τους. Δούλευαν με ευσυνειδησία, τίποτα μισό. Έβαλαν καινούριες τάβλες στο μπαλκόνι, έβαψαν το σπίτι σ ένα γλυκό γαλάζιο, πέταξαν όλη τη σαβούρα στις χωματερές. Η Ντίνα τούς έστρωνε γεύματα, κερνούσε καφέ και σπιτική πίτα έβλεπες τους άνδρες να δουλεύουν σχεδόν χαρούμενοι.
Τέτοια νοικοκυρά σπάνια βρίσκεις, έλεγε ο Σωτήρης στη γυναίκα του. Και φαγάκι θα κάνει και τη συμφωνία θα κρατήσει, και παραπάνω θα πει ευχαριστώ.
Όταν όλα τελείωσαν, η Ντίνα έφερε μια μικρή θερμοκηπιά, αγόρασε γιρλάντες και τις κρέμασε στη βεράντα, έβαλε γλάστρες γεμάτες πετούνιες και κατιφέδες. Πήρε τόσο ωραία όψη ο χώρος! Τα βράδια ξεκουραζόταν στο μπαλκόνι με μια μαγκούρα τσάι, άκουγε πουλιά και ένιωθε την ψυχή της να ησυχάζει από τη φασαρία της Αθήνας.
Οι γείτονες ήτανε γλυκοί άνθρωποι. Η Μαρίνα συχνά περνούσε για καφέ, της έδινε φυτά και μυστικά για τον μπαξέ. Πότε πότε, πήγαιναν κι ο Βασίλης με τον Σωτήρη τώρα πια για κουβέντα κι όχι για δουλειά.
Εδώ το έχεις κάνει παραδεισένιο, έλεγε η Μαρίνα, κατενθουσιασμένη. Ούτε σε περιοδικό τέτοιο πράγμα.
Μόλις ανέβασε η Ντίνα φωτογραφίες της εξοχικής στο chάt της οικογένειας, ξαφνικά όλοι έτρεξαν να δείξουν ενδιαφέρον.
Μαμά, πότε θα κάνουμε τα νέα μας εγκαίνια; ρώτησε αμέσως ο Στέφανος.
Θείτσα Ντίνα, να ρθούμε με τα παιδιά το Σαββατοκύριακο; πετάχτηκε κι η νύφη, η Όλγα.
Κυρία Ντίνα, υπέροχο μέρος! Πρέπει να το γιορτάσουμε όπως πρέπει! προστέθηκε και ο Αντρέας.
Έκαναν λοιπόν ένα ωραίο τραπέζι. Η οικογένεια ήρθε μπουλούκι, έδινε συγχαρητήρια για το σπίτι και τη ζεστασιά του χώρου. Ο Στέφανος το ομολόγησε: Μαμά, τα κατάφερες μόνη σου, μπράβο. Εμείς ούτε στα όνειρά μας.
Αλήθεια, θείτσα, σαν να μπήκα σε σελίδα διακόσμησης, συμπλήρωνε κι η Όλγα, φωτογραφίζοντας κάθε σημείο για τα social.
Από τότε, οι παρακλήσεις πληθαίναν.
Μαμά, να ερχόμαστε κάθε Σαββατοκύριακο; Κάνει καλό στα παιδιά η φύση, πετούσε το υπονοούμενο ο Στέφανος.
Κυρία Ντίνα, μπορούμε να φέρουμε και φίλους; Μπόλικο το σπίτι, ζητούσε ο Αντρέας.
Η Ντίνα, πάντα ήρεμα, αρνιόταν. Το εξοχικό ήταν το καταφύγιό της, τόπος ησυχίας και ξεκούρασης. Δεν ήθελε να το κάνει εξοχικό Club για συγγενείς.
Καταλαβαίνετε, έχω ανάγκη να μένω μόνη στη φύση, εξηγούσε. Είναι η μικρή μου ευτυχία.
Οι δικοί της, έστω και με γκρίνια, το κατάπιαν. Στο οικογενειακό γκρουπ όμως, ακούγονταν σχόλια ψιθυριστά: «Σφίγγει το χέρι της», «Και λίγη χαρά να μοιραζόταν…».
Αρχές καλοκαιριού, έφθασε θλιβερή είδηση αρρώστησε βαριά η θεία Κλειώ, πρώτη ξαδέρφη της μαμάς της, που ζούσε στα Τρίκαλα. Ενενήντα χρόνων η καημένη, μόνη της, δεν ήθελε να την πάνε στο νοσοκομείο.
Πρέπει να πάμε κοντά της, είπε η Ντίνα στη Ζωή.
Μαμά, τι πας να κάνεις; Έχεις να τη δεις είκοσι χρόνια, τώρα θα πας; διαμαρτυρήθηκε η κόρη.
Ο Στέφανος κι αυτός: Μαμά, μεγάλος άνθρωπος είσαι, γιατί να μπλέξεις χωρίς λόγο;
Η Ντίνα όμως πήγε. Η θεία Κλειώ ήταν ξαπλωμένη, αδύναμη, αλλά διαυγής. Χάρηκε απίστευτα βλέποντας την ανεψιά.
Ντίνα μου, κορίτσι μου, ήρθες… Εγώ νόμιζα πως με ξέχασαν όλοι.
Έμεινε δυο εβδομάδες η Ντίνα. Τη φρόντιζε, της μαγείρευε, καθάριζε, της διάβαζε σηκωτή. Η θεία Κλειώ μιλούσε για τα παλιά, για την οικογένεια, για τη δυσκολία των χρόνων μετά τον πόλεμο.
Εσύ μόνο κράτησες καρδιά, της είπε στο τέλος η γριά. Οι άλλοι μόνο γιορτές θυμούνται, αν θυμηθούν καν.
Όταν η θεία Κλειώ πέθανε, το άνοιγμα της διαθήκης έδειξε ότι άφησε σπίτι μικρό μεν, αλλά στο κέντρο της πόλης, και μια αρκετή κατάθεση στην τράπεζα, όλα στη Ντίνα.
Πήρες ό,τι είχε γιατί εσύ μόνο νοιάστηκες, της είπε ο συμβολαιογράφος. Δεν ήταν για το κληρονομικό.
Η Ντίνα γύρισε κουρασμένη κι ελαφρώς θλιμμένη από τα Τρίκαλα. Ήθελε την ησυχία του εξοχικού, να σκεφτεί τη ζωή και να μνημονεύσει τη θεία Κλειώ.
Όμως, όταν πλησίασε στο σπίτι, άκουσε φωνές και μουσικές από τη βεράντα. Η λάμπα άναβε, το σπίτι έσφυζε από φωνές. Πλησίασε και τι να δει! Όλη η συγγένεια μαζεμένη: ο Στέφανος με τη γυναίκα και τα παιδιά, η Ζωή με τον άντρα της, ο Αντρέας με την κοπέλα του. Τραπέζι στρωμένο με φαγητά, κρασιά, τούρτες το γλέντι στα καλύτερά του.
Τι κάνετε εδώ στη δική μου εξοχική; Δεν σας έδωσα εγώ τα κλειδιά, πάγωσε η Ντίνα στην πόρτα με μάτια καρφωμένα στο τραπέζι τους.
Κάποια δευτερόλεπτα βάρυνε η σιωπή. Μετά ο Στέφανος σηκώθηκε αμήχανος: Μαμά, απλώς… γιορτάζουμε την κληρονομιά της θείας Κλειὼς. Σκεφτήκαμε πως δε θα είχες αντίρρηση.
Τα κλειδιά πώς τα βρήκατε; ρώτησε ψυχρά η Ντίνα.
Οι γείτονες μας τα έδωσαν, ψιθύρισε η Ζωή. Τους είπαμε πως είχες αφήσει ελεύθερα.
Θείτσα, μην θυμώσεις, προσπάθησε ο Αντρέας με χαμόγελο. Οικογένεια είμαστε! Η κληρονομιά είναι χαρά για όλους!
Ποια χαρά σας ενώνει; έτρεμε η φωνή της Ντίνας. Όταν ήταν άρρωστη η θεία Κλειώ, πού ήσασταν; Όταν πέθαινε μόνη της, ποιος ήρθε; Μόνο εγώ τη στήριξα, μόνο εγώ τη φρόντισα.
Μα μαμά, δεν ξέραμε ότι ήταν τόσο σοβαρά, προσπάθησε ο Στέφανος.
Δεν ξέρατε; αυστηρεύτηκε η Ντίνα. Σε όλους είχα πει για την κατάστασή της! Ο ένας project, η άλλη ανακαίνιση, ο τρίτος δουλειές… Τώρα που το σπίτι και τα λεφτά ήρθαν σε εμένα, θυμηθήκατε τη συγγένεια.
Μην είσαι έτσι, παρενέβη η νύφη, η Όλγα. Απλώς θέλαμε να μοιραστούμε τη χαρά…
Χαρά; της πέταξε η Ντίνα ένα βλέμμα περιφρόνησης. Ο θάνατος σας φέρνει χαρά;
Όχι, μαμά, δεν το εννοούσαμε έτσι, ψιθύρισε η Ζωή.
Και πώς; Θεωρείτε ότι η δική μου κληρονομιά είναι κοινό σας; Πώς μπαίνετε στο σπίτι μου χωρίς να ρωτήσετε, λες και είστε οι ιδιοκτήτες;
Η αμηχανία πλάκωσε το τραπέζι. Το πάρτι έσβησε πριν παλιώσει.
Τέλος, είπε αποφασιστικά η Ντίνα. Μαζέψτε ό,τι φέρατε και φύγετε. Τώρα.
Μαμά, δεν χρειάζεται…
Τώρα! Αλλιώς φωνάζω αστυνομία!
Γρήγορα, έξω!
Τρέξαν να μαζέψουν τα πράγματά τους, παιχνίδια, φαγητά, και μουρμούριζαν για τη «σκληρή στάση» και «δεν το περίμεναν αυτό από τη θείτσα Ντίνα».
Μόλις η τελευταία μηχανή χάθηκε από το δρόμο, έκατσε η Ντίνα στο μπαλκόνι και ξέσπασε σε κλάμα: από τη στενοχώρια, την απογοήτευση, την κούραση…
Εκείνη τη στιγμή ήρθε η Μαρίνα.
Ντίνα μου, όλα καλά; Μάθαμε ότι κάτι έγινε, ακούσαμε φασαρία…
Τίποτα, σκούπισε τα μάτια της η Ντίνα. Ήρθαν οι συγγενείς.
Βρε, εμείς τους δώσαμε τα κλειδιά γιατί μας είπαν πως το ήθελες. Συγγνώμη που το πιστέψαμε!
Καλέ Μαρίνα, δεν φταις εσύ. Φταίνε που είναι ψεύτες.
Απαράδεκτοι! θύμωσε η γειτόνισσα. Εκμεταλλεύτηκαν την εμπιστοσύνη μας!
Κι ήρθαν και ο Βασίλης με τον Σωτήρη όταν έμαθαν τι έπαθε.
Κυρία Ντίνα, εμείς εδώ είμαστε, είπε ο Βασίλης. Αν τύχει και ξανάρθουν τέτοιοι συγγενείς…
Δε θα ξανάρθουν, απάντησε ήρεμη η Ντίνα. Δεν πρόκειται ποτέ να ασχοληθώ ξανά μαζί τους.
Σωστά, στήριζε και ο Σωτήρης. Οικογένεια, τελικά, δεν είναι το αίμα, είναι αυτοί που μένουν μαζί σου στη δυσκολία.
Η Ντίνα κοίταξε εκείνους τους ανθρώπους, τους απλούς, που την νιάζονταν περισσότερο και από τα δικά της παιδιά. Ήταν τόσο σωστή η θεία Κλειώ: οικογένεια ειν όσοι σ αγαπούν γιατί το αξίζεις, όχι γιατί έχεις να τους αφήσεις κάτι. Όσοι έρχονται για να σε δουν, όχι να τους δώσεις.
Την άλλη μέρα άλλαξε κλειδαριά στην καγκελόπορτα και ειδοποίησε τη Μαρίνα να μην ξαναδώσει σε κανέναν κλειδιά. Το μικρό της παράδεισος ήθελε να μείνει για πάντα δικός της γωνίτσα ηρεμίας και γνήσιας συντροφιάς.
Το βράδυ έφτιαξε δυνατό τσάι, έβγαλε τις φωτογραφίες της θείας και κάθησε στη βεράντα, σκέφτηκε και χάρηκε για το τελευταίο της μάθημα: πλούτος είναι να έχεις γύρω σου ανθρώπους που αγαπούν εσένα, όχι την περιουσία σου.
Το κινητό κουδούνισε με μηνύματα από συγγενείς δυσαρεστημένους, αλλά η Ντίνα δεν τα άνοιξε. Δεν είχε κανέναν λόγο να απαντήσει πια. Όλα είχαν ήδη ειπωθεί.






