Τι δεν θα σκαρφιστούν οι Έλληνες για να μην πληρώσουν τα χρέη τους;

Άκου να δεις τι μας έτυχε εγώ κι ο άντρας μου, ο Γιάννης, ήμασταν κλεισμένοι σπίτι λόγω καραντίνας. Τα ευρώ είχαν αρχίσει να τελειώνουν και απομένει μία βδομάδα μέχρι να πάρουμε μισθό. Λεφτά σχεδόν τίποτα και άγχος μέχρι το ταβάνι.

Δεν ανησυχούσαμε και πολύ, βέβαια, είχαμε λίγο φαγητό στο ψυγείο και λέγαμε «εντάξει, θα τη βγάλουμε κάπως!» Τώρα το λέω χαριτολογώντας, αλλά τότε δεν ήταν για γέλια.

Εκείνη τη στιγμή θυμηθήκαμε τον Παναγιώτη, που μας χρώσταγε μερικά χρήματα. Δεν ήταν και κανένα τεράστιο ποσό, αλλά, πίστεψέ με, εκείνη την ώρα μας έσωζε.

Όσο έβραζα νερό για τσάι, ο Γιάννης του βρήκε το τηλέφωνο και τον πήρε κατευθείαν. Στην αρχή ο Γιάννης μιλούσε σοβαρά και με δυνατή φωνή, ζητώντας τα λεφτά, αλλά ξαφνικά αλλάζει ο τόνος του, αρχίζει να λέει „συλλυπητήρια”, „κουράγιο”. Αντιλαμβάνομαι ότι κάτι συνέβη.

Κλείνει το τηλέφωνο ο Γιάννης και μου εξηγεί ότι ο Παναγιώτης του είπε πως έχασε τη μητέρα του. Ε, τι να κάνουμε, σαν καλοί άνθρωποι που είμαστε, του είπαμε να κρατήσει τα χρήματα για όσο χρειάζεται, δεν ήταν η ώρα να τον πιέσουμε.

Περνάνε, λοιπόν, μερικές εβδομάδες και μ έχει πιάσει η όρεξη για μαγείρεμα. Πάμε μαζί με τον Γιάννη στο κοντινό μανάβικο για να πάρουμε ό,τι χρειαζόμαστε. Φορτώνουμε την τσάντα, πάμε να φύγουμε και, άκου τώρα, πέφτουμε πάνω στη… „μακαρίτισσα” τη μάνα του Παναγιώτη, ολοζώντανη και χαμογελαστή!

Δεν έχω ξαναδεί τον Γιάννη πιο θυμωμένο. Μπήκαμε αμέσως στο αμάξι και πήγαμε σπίτι του Παναγιώτη. Εκείνος ήταν τύφλα στο μεθύσι, ούτε να μας δει, ούτε να μας μιλήσει ήθελε, και να μας δώσει τα χρήματα ούτε συζήτηση.

Ο Γιάννης ήταν έτοιμος να τον πιάσει στα χέρια, αλλά τότε ο Παναγιώτης λύγισε και τα ξεφούρνισε όλα είπε ότι το πρώτο πράγμα που του ήρθε στο μυαλό για να ξεφύγει ήταν να πει ψέματα ότι πέθανε η μάνα του. Ντράπηκε στο τέλος, πήγε στο δωμάτιό του και μας έφερε τα χρήματα. Από τότε δεν τον ξαναείδαμε.

Πες μου τώρα, εσύ, πώς να έχεις εμπιστοσύνη; Πώς να πιστέψεις ξανά στον κόσμο, όταν σου συμβαίνουν τέτοια πράγματα;Στο δρόμο για το σπίτι, ο αέρας στο αμάξι ήταν βαρύς από σιωπή και συλλογισμό. Κοιταχτήκαμε μια στιγμή με τον Γιάννη ξέσπασε σε γέλια. Αυτά τα γέλια ήταν ανακούφιση, από εκείνα τα νευρικά που ξεκινούν ντροπαλά και μετά γίνονται αληθινά. Εγώ έβαλα τα κλάματα, αλλά δεν ήταν λύπη ήταν που ένιωθα, επιτέλους, πως ό,τι κι αν συμβεί, όλα θα περάσουν.

Στο τέλος της μέρας, μαζευτήκαμε στην κουζίνα μας, στρώσαμε τραπέζι και, με τα πιο απλά υλικά, φτιάξαμε ένα υπέροχο φαγητό. Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια ανάμεσα στα καλαμπούρια και τα «θυμάσαι τότε». Καμιά φορά, οι άνθρωποι σε απογοητεύουν, αλλά και τότε, κάτι σου μένει: δύναμη, γέλιο, μια ιστορία που αξίζει να την αφηγείσαι.

Κι όταν τελείωσε το κρασί, κοιταχτήκαμε ξανά με τον Γιάννη κι είχαμε κι οι δύο το ίδιο χαμόγελο: όσο είμαστε μαζί, ό,τι κι αν γίνει, δεν μας λείπει τίποτα!

Oceń artykuł
Τι δεν θα σκαρφιστούν οι Έλληνες για να μην πληρώσουν τα χρέη τους;