Την Ευγενία, στο χωριό μας κάπου έξω απ τα Ιωάννινα, την κουτσομπόλεψαν την ίδια μέρα που άρχισε να φουσκώνει η κοιλιά της και φάνηκε κάτω απ την μπλούζα. Στα σαρανταδύο της! Χήρα! Τι ντροπή!
Τον άντρα της, το Στέφανο, τον φάγανε τα χώματα της Παναγιάς δέκα χρόνια πριν. Εκείνη όμως, να σου και κουβαλάει στην αγκαλιά κάτι που αναστατώνει το χωριό.
Από ποιον; ψιθύριζαν οι γυναίκες πλάι στη βρύση.
Ποιος να ξέρει! απαντούσαν άλλες, με τους ώμους σφιγμένους. Ήσυχη, συγκρατημένη να που τα φέρνει η ζωή! Το παιδί το κανε κάτω απ τη μύτη μας.
Οι κόρες της ακόμα ανύπαντρες, κι αυτή αλανιάρα. Ντροπή, ντροπή…
Η Ευγενία δεν σήκωνε μάτι σε κανέναν. Πήγαινε τα γράμματα του ταχυδρομείου με την τσάντα της βαριά στον ώμο, σκοτεινή στο βλέμμα, τα χείλη της σφιγμένα.
Αν ήξερε πού θα οδηγούσε όλο αυτό, ίσως να μην ανακατευόταν. Μα πώς να σταθεί αμέτοχη όταν το αίμα της, το παιδί της, την παρακαλά με δάκρυα;
Πριν όμως μπλέξει η Ευγενία, μπλέχτηκε η κόρη της, η Μαριλένα…
Η Μαριλένα ήταν σα ζωγραφιά· φτυστή ο μπαμπάς της ο μακαρίτης, ο Στέφανος. Βουνίσιος με ξανθά μαλλιά, γαλανά μάτια, πρώτος στο πανηγύρι. Έτσι κι η κόρη του.
Όλο το χωριό μιλούσε για τη Μαριλένα. Αντίθετα, η μικρότερη, η Κατερίνα, είχε πάρει τη μούρη και το σκοτεινό μάτι της Ευγενίας. Εσωστρεφής, ήσυχη, σχεδόν αόρατη.
Η Ευγενία τις αγαπούσε όσο τίποτα. Μονάχη τους μεγάλωσε κι έκανε τα πάντα γι αυτές. Κι ας ξεθεωνόταν με δυο δουλειές: μέρα ταχυδρόμος, βράδυ καθάριζε τις κούνιες στο στάβλο. Ό,τι έβγαζε, το δινε στα κορίτσια.
Σπουδάσετε, κορίτσια μου! τους έλεγε. Μην καταντήσετε σαν και μένα, στο χωριό και στο μόχθο. Άνθρωποι να γίνετε, στα αστικά σαλόνια!
Η Μαριλένα δεν άργησε: έφυγε στην Αθήνα φοιτήτρια στη διοίκηση επιχειρήσεων. Από την πρώτη στιγμή τη παρατήρησαν όλοι.
Μας έστελνε φωτογραφίες: πότε με φίλες στα μπουζούκια, πότε με κάποιο φορεματάκι στο Κολωνάκι. Είχε και γαμπρό όχι όποιο κι όποιον, αλλά γιο μεγαλοστελέχους, όπως έγραφε. „Μαμά, θα μου αγοράσει παλτό από γούνα!” έγραφε με παιδική περηφάνια.
Η Ευγενία καμάρωνε. Η Κατερίνα όμως κατσούφιαζε. Έμεινε στο χωριό μετά το λύκειο, έπιασε δουλειά βοηθός νοσηλεύτριας στο κέντρο υγείας· ήθελε να σπουδάσει παραπέρα, αλλά τα χρήματα σπάνιζαν.
Όλη η σύνταξη του πατέρα και τα μεροκάματα της Ευγενίας πήγαιναν στη Μαριλένα, στην „πρωτευουσιάνικη” ζωή της.
***
Ένα καλοκαίρι, ήρθε η Μαριλένα στο χωριό. Όχι όπως παλιά εύθυμη, περιποιημένη, φορτωμένη δώρα. Αυτή τη φορά ήταν σκυθρωπή, καταπράσινη.
Δυο μέρες δε βγήκε απ το δωμάτιο. Την τρίτη, μπήκε η Ευγενία και τη βρήκε να πνίγεται στα κλάματα.
Μαμά μαμά είμαι χαμένη
Και τα ξέσπασε όλα. Ο αρραβωνιαστικός της, ο „χρυσός”, έπαιζε μαζί της και μετά την άφησε. Κι εκείνη, τέσσερις μηνών έγκυος.
Είναι πια αργά να το ρίξω, μαμά! σπάραζε η Μαριλένα. Τι θα κάνω; Με αποφεύγει! Μου πε, αν γεννήσω ούτε δεκάρα δεν παίρνω! Και θα με πετάξουν κι απ τη σχολή! Η ζωή μου… τελειώνει!
Η Ευγενία χλόμιασε.
Πώς πώς το κανες αυτο, παιδί μου;
Τι να πω, μαμά; Τι να κάνω τώρα; Να πετάξω το παιδί σ ίδρυμα; Ή να το αφήσω στα χωράφια;
Η Ευγενία ανατρίχιασε. Εγγόνι της; Σ ίδρυμα;
Όλη νύχτα δεν έκλεισε μάτι. Γύριζε πέρα δώθε στο σπίτι σαν φάντασμα. Τα ξημερώματα, έκατσε στο κρεβάτι της Μαριλένας.
Θα το κρατήσουμε, είπε ήσυχα. Θα γεννήσω εγώ. Θα πούμε δικό μου είναι.
Η Μαριλένα άφησε μισάνοιχτο το στόμα της.
Δικό σου; Μαμά, καταλαβαίνεις τι λες; Είσαι σαρανταδύο!
Δικό μου, ξαναείπε εκείνη. Θα πω πως πάω στην ξαδέλφη μου στους Φιλιάτες, θα μείνω εκεί. Το παιδί θα το πω δικό μου. Εσύ πίσω στην Αθήνα, διάβασε.
Η Κατερίνα, από το διπλανό δωμάτιο το άκουσε. Έκλαιγε σιωπηλή στο μαξιλάρι. Λυπόταν τη μάνα, αγανάκτηση για την αδελφή της.
***
Σε ένα μήνα, η Ευγενία έφυγε „για τους Φιλιάτες”. Το χωριό λίγο συζήτησε λίγο, μετά σιώπησε. Έξι μήνες αργότερα, γύρισε με ένα μικρό μπλε φάκελο στα χέρια.
Κατερίνα, είπε στη χλομή κόρη της, γνώρισε τον αδερφό σου Μιλτιάδη.
Το χωριό σάστισε. Η „ήσυχη” Ευγενία, χήρα με μπαστούνι στα χρόνια της!
Από ποιον; ξανάρχισαν τα σχόλια οι γυναίκες. Μήπως τον πρόεδρο;
Άσε μας, μεγάλος είναι! Τον γεωπόνο, τότε! Φαίνεται ο άνθρωπος…
Η Ευγενία τα κατάπινε όλα χωρίς λέξη. Η ζωή έγινε μαρτύριο. Ο Μιλτιάδης ζωηρός, απαιτητικός. Ούτε στιγμή ησυχία.
Τσάντα γεμάτη γράμματα, βραδινή βάρδια στη φάρμα, νύχτες αξημέρωτες. Η Κατερίνα βοηθούσε αμίλητη: έπλενε πάνες, ταΐζε το „αδερφάκι”. Μέσα της όμως, βουνούσαν όλα.
Η Μαριλένα έστελνε κάρτες: «Μαμά μου, πώς είστε; Δεν έχω λεφτά ακόμα, μόλις μαζέψω θα στείλω!»
Ένα ολόκληρο χρόνο μετά έστειλε χίλια ευρώ. Και ένα τζιν στη Κατερίνα, δυο νούμερα μικρότερο.
Η Ευγενία πάλευε. Η Κατερίνα κοντά της. Όλο της το μέλλον βούλιαξε κι αυτό μαζί. Τ αγόρια την ατένιζαν, αλλά μετά τραβιόντουσαν. Ποιος παίρνει νύφη με τέτοιο φόντο; Μάνα προσβλημένη, „αδελφός” μπάσταρδος…
Μάνα, της λέει μια μέρα η Κατερίνα, είκοσι πέντε πια, να τα πούμε όλα;
Όχι, κόρη μου! σύρθηκε η Ευγενία φοβισμένη. Μαχαίρι στης Μαριλένας τη ζωή θα βάλουμε. Βρήκε και άνθρωπο καλό στην Αθήνα, παντρεύτηκε
Η Μαριλένα τα τακτοποίησε κάπως: τελείωσε τη σχολή, παντρεύτηκε επιτυχημένο επιχειρηματία και πήγε Αθήνα.
Φωτογραφίες με τα δάχτυλα γεμάτα δαχτυλίδια, στη Μύκονο, στην Κρήτη, με χαμόγελο „αθηναϊκής κυρίας”. Για τον „αδερφό” κουβέντα. Η Ευγενία μόνη της έγραφε: „Ο Μιλτιάδης ξεκίνησε σχολείο. Τα πάει θαυμάσια.” Εκείνη έστελνε ξένοιες παιδικές πλαστικές, αχρείαστες στο χωριό.
Τα χρόνια κύλησαν. Ο Μιλτιάδης έφτασε δεκαοχτώ. Ψηλός, γαλανός, σαν τη Μαριλένα. Δουλευταράς, γελαστός, πρόσχαρος. Τη μάνα, την „Ευγενία”, λάτρευε. Και την Κατερίνα επίσης.
Η Κατερίνα πια μεγάλη προϊσταμένη νοσηλεύτρια.
Μπατιριμέν γεροντοκόρη, μερικοί σχολίαζαν πίσω απ την πλάτη της. Κι εκείνη το ζούσε, αφου καλύφθηκε με το ρόλο της θείας-μάνας του Μιλτιάδη.
Ο Μιλτιάδης έβγαλε το απολυτήριο με άριστα.
Μάνα! Θα πάω Αθήνα! Να σπουδάσω! Να φανώ, να ανέβω! έλεγε.
Η καρδιά της Ευγενίας σφίχτηκε. Εκεί είναι η Μαριλένα.
Μήπως στο Γιάννενα καλύτερα; τόλμησε.
Ε, μάνα! Εγώ να δείτε! Εσάς θα σας βάλω σ αρχοντόσπιτο! γελούσε ο Μιλτιάδης.
Όταν έγραψε το τελευταίο μάθημα, ήρθε στη αυλόπορτα γυαλιστερή Mercedes.
Βγήκε η Μαριλένα. Η Ευγενία έπαθε. Η Κατερίνα έμεινε με το σφουγγάρι. Η Μαριλένα ήταν σαράντα, αλλά φαινόταν τριάντα. Κομψή, όμορφη, χρυσή παντού.
Μαμά, Κατερίνα, γεια! φώναξε και φίλησε ξαφνιασμένη την Ευγενία. Ο Μιλτιάδης;
Τον είδε. Έσκουπισε τα χέρια στο παντελόνι. Η Μαριλένα σάστισε. Τον κοιτούσε κι ερχόταν δάκρυ.
Γεια σας, είπε ο Μιλτιάδης ευγενικά. Είστε η Μαριλένα; Η αδερφή;
Αδελφή ψιθύρισε η Μαριλένα. Μαμά, να μιλήσουμε.
Μαζεύτηκαν μέσα.
Μαμά Τα έχω όλα πλέον. Σπίτι, λεφτά, άντρα μα παιδιά όχι.
Έκλαψε, μουτζουρώνοντας μάσκαρα.
Τα δοκίμασα όλα γιατρούς, κλινικές, εξωσωματικές Τίποτα. Κι ο άντρας θυμώνει. Εγώ δεν αντέχω πια.
Γιατί ήρθες, Μαριλένα; είπε βαριά η Κατερίνα.
Η Μαριλένα σήκωσε βρεγμένα μάτια.
Ήρθα να πάρω το γιο μου.
Τι λες; γούρλωσε η Κατερίνα. Ποιο γιο;
Μαμά, μην ανεβάζεις τον τόνο! ανταπάντησε η Μαριλένα. Δικός μου είναι! Το γέννησα! Η ζωή μου είναι! Τον άντρα μου τον έπεισα! Θα του χαρίσω τα πάντα, σπίτι, σπουδές, τα πάντα.
Τα είπες όλα στον άντρα σου; Τα δικά μας τα πες; ρώτησε η Ευγενία, λευκή.
Η Κατερίνα; Και τι; Να μείνει χωριάτισσα Και ο Μιλτιάδης δικαιούται ευκαιρία! Μαμά, μου έσωσες τη ζωή τότε, στο ζητώ, επέστρεψέ μου το παιδί.
Δεν είναι πράγμα να τον χαρίζω! έκλαψε η Ευγενία. Εγώ τον μεγάλωσα, τον ξενύχτησα, τον μάλωσα, τον αγάπησα!
Εκείνη την ώρα, μπήκε ο Μιλτιάδης μέσα. Τα άκουσε όλα. Έμεινε στην πόρτα, άσπρος σαν το χαρτί.
Μαμά; Κατερίνα; Τι συμβαίνει εδώ; Ποιος γιος;
Μίλτο! Γιε μου! Εγώ είμαι μάνα σου, το καταλαβαίνεις;
Ο Μιλτιάδης κοιτούσε σαν να είχε δει φάντασμα. Γύρισε στην Ευγενία.
Μαμά είναι αλήθεια;
Η Ευγενία κρύφτηκε στα χέρια κι έκλαιγε. Η Κατερίνα ξέσπασε.
Η ήσυχη Κατερίνα πλησίασε και έριξε ένα δυνατό χαστούκι στη Μαριλένα, που έγειρε στον τοίχο.
Ξεδιάντροπη! φώναξε, η φωνή της βραχνή απ την καταπίεση δεκαοχτώ χρόνων. Μάνα Ποια μάνα; Τον παράτησες σαν κουτάβι! Η μάνα μας εξευτελίστηκε για σένα! Έγινες δεσποινίδα με λάσπη στ όνομα και τώρα ήρθες να μας πάρεις τα πάντα;
Κατερίνα, φτάνει! ψιθύριζε η Ευγενία.
Όχι! Φτάνει πια! βροντοφώναξε η Κατερίνα στον Μιλτιάδη. Ναι! Αυτή είναι η „μάνα” σου, που σε ξέφυγε. Αυτή, δείχνοντας την Ευγενία, γιαγιά σου! Που τις ζωές μας παρέδωσε σ εσάς!
Ο Μιλτιάδης πέρασε ώρα ακίνητος. Μετά πήγε μπροστά στη γονατισμένη Ευγενία, έπεσε στα γόνατα, την αγκάλιασε.
Μάνα, ψιθύρισε. Μανούλα.
Σήκωσε το κεφάλι. Κοίταξε τη Μαριλένα που γλίστραγε στον τοίχο.
Μάνα στην Αθήνα δεν έχω, είπε χαμηλόφωνα μα σταθερά. Έχω μόνο μία μάνα. Αυτή. Και αδερφή.
Έπιασε το χέρι της Κατερίνας.
Εσείς φύγετε.
Μίλτο! Γιέ μου! Τα πάντα σου δίνω!
Έχω τα πάντα, της γύρισε την πλάτη ο Μιλτιάδης. Οικογένεια έχω, κι εσείς τίποτα.
***
Η Μαριλένα έφυγε το ίδιο βράδυ. Ο άντρας της περίμενε στο αμάξι, ούτε από μέσα δεν βγήκε.
Λένε, έναν χρόνο μετά εκείνος την άφησε για άλλη που του χάρισε παιδιά. Κι η Μαριλένα έμεινε μόνη στα αθηναϊκά της παλάτια.
Ο Μιλτιάδης δεν πήγε Αθήνα. Σπούδασε μηχανικός στα Γιάννενα.
Μάνα, εδώ με χρειάζεστε. Να φτιάξουμε νέο σπίτι.
Κι η Κατερίνα; Εκείνο το βράδυ ξανάγινε άνθρωπος. Άνθισε στα τριανταοχτώ της. Άρχισε να της δίνει σημασία κι ο γεωπόνος, ο χήρος που ψιθυρίζαν όλες οι γυναίκες.
Η Ευγενία τους έβλεπε και δάκρυζε. Μα τώρα από χαρά. Κι αν ήταν αμαρτία, η καρδιά της μάνας μπορεί να σκιάσει ακόμη και τη ντροπή. Έτσι έμαθα πως η αγάπη της μάνας καλύπτει τα πάντα, ακόμη και τους μεγαλύτερους σταυρούς.



