Τετάρτη στην αυλή

Τετάρτη στην Αυλή

Στη μικρή αυλή μπροστά από την πολυκατοικία στην οδό Καλλιρόης, στην Αθήνα, πάνω στο παγκάκι κοντά στη σκάλα του τρίτου ορόφου, βρισκόταν μια καλά δεμένη σακούλα από το σούπερ μάρκετ και πάνω της μια λευκή κόλλα χαρτί κολλημένη με σελοτέιπ: «πάρε». Στάθηκα με τις τσάντες από το μανάβη, σαν να άκουσα κάποιον να με φωνάζει από τους επάνω ορόφους. Η σακούλα φαινόταν πολύ τακτοποιημένη για να είναι σκουπίδια, πολύ ξένη για την αυλή μας, όπου τα ξενοφερμένα πράγματα γίνονταν αμέσως στόχος των παιδιών.

Πλησίασα λίγο, χωρίς να την αγγίξω. Φαινόταν πως μέσα υπήρχαν ζεστές τυρόπιτες ακόμη υγρές μέσα στη σακούλα. Η πόρτα της πολυκατοικίας χτύπησε. Η Βάσω, η νεαρή κοπέλα του πέμπτου, βγήκε έξω με τα ακουστικά της, σταμάτησε κι αυτή.

Λες να είναι παγίδα; ρώτησε βγάζοντας το ένα ακουστικό.

Τι να σου πω, απάντησα αδιάφορα. Ίσως ξέχασε κανείς ποιος την άφησε.

Η Βάσω γέλασε ειρωνικά, κοίταξε προς τα παράθυρα. Οι μισές κουρτίνες στο πρώτο πάτωμα ήταν τραβηγμένες, κάποιος άνοιγε το παντζούρι στον δεύτερο. Η αυλή είχε πάντα αυτήν τη σιωπηλή επιφυλακτικότητα, όλοι ακούνε, κανένας δεν δείχνει ότι νοιάζεται.

Ήρθε τρέχοντας ο Μάριος, ο διανομέας που νοίκιαζε το δωμάτιο από τη γιαγιά στον τέταρτο. Πάντα ταξίδευε με τη σκέψη και τα χέρια του.

Ωραία φάση, είπε και έτεινε το χέρι του.

Μην το αγγίζεις, του είπε απότομα η Βάσω. Ποτέ δεν ξέρεις…

Ο Μάριος τράβηξε το χέρι. Ύστερα μούρμουρησε:

Έλα μωρέ, έχει και σημείωμα.

Το σημείωμα και αυτό ύποπτο είναι, παρατήρησα χωρίς να το πολύσκεφτώ. Στην αυλή είχαμε μάθει ότι πρέπει να είσαι επιφυλακτικός. Καλύτερα να μην μπλέκεσαι χωρίς λόγο.

Μείναμε έτσι όλοι για λίγο, μετά ο καθένας βρήκε μια δικαιολογία να φύγει. Η Βάσω έκανε ταχύ βήμα προς τους κάδους της ανακύκλωσης, ο Μάριος έφυγε τρέχοντας προς τη στοά, εγώ ανέβηκα τα σκαλιά, μη μπορώντας να μην ρίξω μια τελευταία ματιά από το παράθυρο της σκάλας. Η σακούλα έμεινε εκεί, σαν άλυτος γρίφος.

Το βράδυ, όταν κατέβηκα να πετάξω τα σκουπίδια, η σακούλα είχε εξαφανιστεί. Μονάχα το αποτύπωμα από το σελοτέιπ της σημείωσης έμεινε στο παγκάκι. Ένιωσα ένα παράξενο άδειασμα μέσα μου, σαν να μην συνέβη κάτι σημαντικό που περίμενα.

Την επόμενη Τετάρτη πάλι εμφανίστηκε σακούλα, αυτή τη φορά στα σκαλιά ανάμεσα στον πρώτο και στον δεύτερο όροφο, εκεί που αφήνουν άχρηστα δοχεία ή διαφημιστικά φυλλάδια. Ίδιο σημείωμα: «πάρε». Ερχόμουν από το ΙΚΑ, κουρασμένη, το παραπεμπτικό στην τσέπη, το κεφάλι βαρύ από τις ουρές. Ακινητοποιήθηκα: στη σακούλα μέσα υπήρχε σπανακόπιτα, κομμένη σε οχτώ ίσα κομμάτια, το καθένα τυλιγμένο σε χαρτοπετσέτα.

Στάθηκε δίπλα μου η Ελένη από τον έκτο, λογίστρια, πάντα με τη μεγάλη της τσάντα.

Το είδες; μου ψιθύρισε σαν να βρισκόμασταν σε εκκλησία. Ξανά;

Το είδα, απάντησα.

Λες να 'ναι τίποτα από καμία οργάνωση; μειδίασε η Ελένη, μα το βλέμμα της σοβαρό.

Ήθελα να πω κάτι για να την καθησυχάσω, αλλά δεν βρήκα λόγια. Στάθηκα και παρατηρούσα την πίτα: κάποιος είχε φτιάξει το φύλλο, ετοίμασε τη γέμιση, χώρισε τα κομμάτια και τα τύλιξε με προσοχή. Μου φαινόταν πολύ ανθρώπινο για να είναι παγίδα.

Η Ελένη άρπαξε ένα κομμάτι βιαστικά, το έβαλε στην τσάντα της και έφυγε προς τα πάνω.

Στα παιδιά, πρόλαβε να ψελλίσει.

Έμεινα μόνη. Μπορούσα να πάρω και εγώ, αλλά μου βγήκε ένα παλιό σκίρτημα: αν δεν ξέρεις ποιον να ευχαριστήσεις, δεν πρέπει να παίρνεις. Η ευγνωμοσύνη χωρίς αποδέκτη είναι άδεια.

Ύστερα από μια ώρα, όταν κατέβηκα ξανά, είχαν μείνει μόνο δύο κομμάτια. Εκεί, κοντά στο περβάζι, βρήκα τον θείο Νίκο απ’ το δεύτερο, τον τεχνικό που όποτε χαλούσαν τα θυροτηλέφωνα τα έφτιαχνε πάντα μαλώνοντας τον διαχειριστή.

Τι λες, Νιόβη, μου είπε, πάλι φιλανθρωπία στην πολυκατοικία;

Ίσως απλώς κάποιος θέλει να κεράσει, απάντησα.

Να κεράσει και να μη μιλάει… κατένευσε ο θείος Νίκος. Περίεργο, αλλά ακούω ότι είναι νόστιμα.

Πήρε κομμάτι και δάγκωσε εκεί, στη σκάλα, αργά, σαν κριτικός.

Σπανάκι με φέτα και μυρωδικά, ανακοίνωσε. Δεν είναι απ τον φούρνο.

Χαμογέλασα. Είχε κάτι ανακουφιστικό αυτή η διαπίστωση.

Την τρίτη Τετάρτη εμφανίστηκαν στρογγυλά γαλατόπιτες σε κουτί παπουτσιών, στρωμένο με λαδόκολλα. Το σημείωμα ήταν πρόχειρο, αποκομμένο από τετράδιο: «παρακαλώ, πάρτε». Αυτό το «παρακαλώ» με άγγιξε περισσότερο κι απ’ την πίτα.

Βγαίνοντας το πρωί να πάρω γάλα, είδα τον μικρό Αρίστο από το ένατο, με τη σχολική τσάντα. Στεκόταν διστακτικός.

Πάρε, είπα.

Κι αν δεν επιτρέπεται; φοβήθηκε.

Το γράφει ξεκάθαρα.

Πήρε ένα κομμάτι, το έβαλε στην τσέπη του και έτρεξε.

Ευχαριστώ, ψιθύρισε, όχι σε μένα.

Στάθηκα στο κουτί, πήρα κι εγώ μία για πρώτη φορά. Νιώθοντας τη ζεστασιά στο χαρτί, πήγα στο διαμέρισμα, έφτιαξα τσάι, έβγαλα πιάτο. Η γαλατόπιτα ήταν απαλή, το τυρί γλυκό, είχε και σταφίδες. Δεν σκεφτόμουν τη γεύση, αλλά το ότι ένιωσα ξαφνικά πως στην είσοδο της πολυκατοικίας υπήρχε μια αόρατη παρουσία, που νοιαζόταν.

Το ίδιο βράδυ, στο ασανσέρ, συνάντησα τη Δέσποινα από τον όγδοο, με τη σακούλα με φάρμακα.

Πήρες από το τραπέζι; ρώτησε χαμηλοφώνως.

Πήρα, απάντησα ειλικρινά.

Πήρα κι εγώ, στέναξε. Ντρέπομαι, αλλά τα ξέρεις τα οικονομικά.

Έγνεψα. Ήξερα. Και με αυτή την εξομολόγηση, το ασανσέρ έγινε πιο στενό, αλλά όχι άβολα. Σαν να ήμασταν στο ίδιο σπίτι.

Η τέταρτη Τετάρτη έμοιαζε πια αναμενόμενη. Ήμουν σχεδόν σίγουρη. Βγαίνοντας για ψωμί, το μάτι μου πήγε στο γνωστό περβάζι: ένα ταψί σκεπασμένο με πετσέτα, σημείωμα: «πάρε». Από κάτω μικρά ρολά με παπαρουνόσπορο.

Εκεί ήταν η Βάσω, εκείνη που την πρώτη φορά μιλούσε για παγίδα, τώρα με ρολάκι στο χέρι και χαμόγελο.

Ε, δεν ήταν τελικά αίρεση; με ρώτησε.

Μπα, δεν νομίζω, απάντησα.

Έλεγα ότι ήσουν εσύ, με κοίταξε με απορία. Έχεις αυτό το βλέμμα

Ποιο βλέμμα;

Που παρατηρείς τα πάντα. Νόμιζα εσύ το φτιάχνεις.

Γέλασα σιγανά.

Μόνο τσάι ξέρω να φτιάχνω.

Και τότε ποιος;

Σήκωσα τους ώμους. Σκέφτηκα πως ίσως προτιμούσα να μην ξέρω. Η ανωνυμία κάνει καλό: δέχεσαι το καλό, δίχως να χρωστάς.

Την πέμπτη Τετάρτη, όμως, το περβάζι ήταν άδειο. Βγήκα, έσκυψα να κοιτάξω. Τίποτα. Μόνο ένα προσπέκτ της πιτσαρίας της γειτονιάς και ένα ξεχασμένο γάντι.

Στάθηκα και άκουσα τη σιωπή της πολυκατοικίας. Από πάνω φωνές στο τηλέφωνο, από κάτω έκλεισε βίαια μια πόρτα. Βγήκα στην αυλή. Άδειο το παγκάκι. Μια ανησυχία με κυρίευσε όχι για τις πίτες αλλά για αυτόν που τις άφηνε. Αν σταμάτησε, θα του συνέβη κάτι.

Ο θείος Νίκος στεκόταν στο πεζοδρόμιο, κάπνιζε, αδιαφορώντας για την ταμπέλα «μην καπνίζετε».

Σήμερα τίποτα, σχολίασε χωρίς να ρωτήσει.

Όχι, του απάντησα. Ξέρεις εσύ ποιος ήταν;

Κανείς δεν έμαθε, είπε και έσβησε το τσιγάρο στην άκρη του κάδου. Μπορεί να βαρέθηκε. Μπορεί να αρρώστησε.

Ή αλλιώς δεν ολοκλήρωσα τη φράση.

Ή αλλιώς…, συμφώνησε.

Μείναμε λίγο σιωπηλοί. Θυμήθηκα τη Δέσποινα με τα φάρμακα, τον Αρίστο με τη γαλατόπιτα, την Ελένη, την οποία πρόφτασα να πει «στα παιδιά». Για κάποιους, οι Τετάρτες δεν ήταν απλά μια γλύκα…

Θα περάσω από την Δέσποινα, είπα. Να δω πώς είναι.

Καλά θα κάνεις, έγνεψε ο θείος Νίκος. Θα πάω κι εγώ στον Κώστα απ το δεκαπέντε. Χθες βράδυ φασαρία έκανε, μετά ησυχία…

Ανέβηκα ως τον όγδοο με τα πόδια το ασανσέρ είχε πάλι κολλήσει ανάμεσα στον τρίτο και τον τέταρτο, όπως σχεδόν κάθε μήνα. Χτύπησα την πόρτα της Δέσποινας. Άργησε να απαντήσει.

Νιόβη; εμφανίστηκε στην πόρτα χλομή, με τη ρόμπα, τα μαλλιά ανακατεμένα. Τι συνέβη;

Απλά πέρασα να δω, απάντησα νιώθοντας αμήχανα. Πώς είσαι;

Η Δέσποινα χαμήλωσε το βλέμμα.

Η πίεση ανεβασμένη. Χθες ήρθε το ΕΚΑΒ, ο γιος μου στη Ρόδο, η διπλανή στη μητέρα της. Μόνη.

Μπήκα, έβγαλα τα παπούτσια, άφησα την τσάντα. Το σπίτι μύριζε φάρμακα και ξινό γιαούρτι. Το περβάζι είχε μόνο ένα άδειο ποτήρι.

Πρέπει να φας κάτι, τόλμησα να πω.

Δεν κατεβαίνει… και τί να μαγειρέψω;

Άνοιξα ψυγείο. Αυγά, λίγο βούτυρο, μαρμελάδα. Έφτιαξα αβγά, έκοψα ψωμί. Η Δέσποινα άρχισε να μοιάζει λιγότερο αβοήθητη.

Τις πίτες… μουρμούρισε κάπως ξαφνικά. Εγώ τις έφτιαχνα.

Γύρισα ξαφνιασμένη.

Εσύ;

Ναι, είπε κάπως ντροπαλά. Μου έδινε ζωή να ζυμώνω. Έτσι σκεφτόμουν ότι βοηθάω χωρίς να φαίνομαι. Δεν ήθελα βοήθεια Μα έτσι ένιωθα ότι κι εγώ μπορώ κάτι.

Ένιωσα πνιγμό στον λαιμό μου όχι από λύπηση, αλλά από αναγνώριση. Κι εγώ δεν ζήτησα ποτέ βοήθεια.

Και σήμερα, δεν μπόρεσες; ρώτησα.

Όχι, έγνεψε ήμουν άσχημα. Ούτε για το σούπερ μάρκετ δε βγήκα.

Έβαλα μπροστά της το πιάτο με αβγά και ψωμί.

Φάε. Για τις Τετάρτες… θα σκεφτούμε τι θα κάνουμε.

Όταν έφυγα, είχε νυχτώσει. Ο θείος Νίκος με περίμενε στη σκάλα.

Λοιπόν; ρώτησε.

Η Δέσποινα ήταν που έφερνε τις πίτες. Δεν είναι καλά τώρα, έχει την πίεση, μόνη της.

Ο Νίκος σφύριξε θαυμαστικά.

Δες το! Εγώ έλεγα κάποιος από τη νεολαία.

Γύρισα στο σπίτι, άνοιξα το κινητό, που μόνο για επικοινωνία με τον γιο μου και πληρωμές το κρατάω. Βρήκα στο ομαδικό τσατ της πολυκατοικίας το κουμπί για νέο μήνυμα, αν και συνήθως διάβαζα χωρίς να γράφω.

Τα χέρια μου έτρεμαν, όχι από φόβο, αλλά γιατί έβγαινα από την ασφάλειά μου.

«Γείτονες, τις Τετάρτες με τα κεράσματα τις έκανε η Δέσποινα απ το 8. Τώρα δεν είναι καλά, χρειάζεται βοήθεια. Θα πάω αύριο της ψωνίσω. Όποιος μπορεί, να πει τι μπορεί να φέρει».

Ξαναδιάβασα το μήνυμα. Ήταν απλό, χωρίς υπερβολές. Πάτησα «αποστολή».

Άρχισαν άμεσα απαντήσεις. Η Βάσω: «Θα πάρω τα φάρμακα μετά τη δουλειά». Η Ελένη: «Να στείλω χρήματα στη κάρτα, πες πόσα». Ο Μάριος: «Αύριο έχω ρεπό, φέρνω τα ψώνια». Κάποιος δήλωσε θα φτιάξει σούπα, άλλος ερώτησε αν χρειάζεται πιεσόμετρο.

Κοίταζα την οθόνη με ένα αίσθημα που με ζέσταινε, μα ταυτόχρονα φοβόμουν μήπως όλο αυτό γίνει τυπική φασαρία αντί για ζεστασιά.

Την άλλη μέρα με τη λίστα στο χέρι πήγα σούπερ μάρκετ. Πήρα φακές, γάλα, ψωμί, μπανάνες, ένα κουτί τσάι, στο ταμείο θυμήθηκα να πάρω και κουλουράκια. Οι σακούλες βαριές. Ο Μάριος με πρόλαβε στην έξοδο.

Να βοηθήσω; είπε, παίρνοντας ήδη μια σακούλα.

Του έδωσα τη μία με μια συγκίνηση. Στάθηκε προσεκτικός, χωρίς να βιάζεται.

Στην είσοδο πετύχαμε τη Βάσω με το φαρμακείο στο χέρι.

Εδώ… ψιθύρισε, ντροπαλή. Της πήρα ό,τι είπες.

Ευχαριστώ, της αποκρίθηκα.

Η Δέσποινα άνοιξε την πόρτα βλέποντάς μας και θέλησε να αρνηθεί το έβλεπες στο χέρι της.

Δεν χρειάζεται, είπε. Μόνη μου…

Κάνατε ήδη το μέρος σας, την καθησύχασα. Τώρα ήρθε η σειρά μας.

Κατέβασε το χέρι και ξέσπασε σε δάκρυα, σιγανά, σαν να έβγαινε από μέσα της το βάρος μιας εποχής.

Την άλλη Τετάρτη πήρα εγώ το ταψάκι με τις πίτες και το σκέπασα με πετσέτα. Έφτιαξα με μεγάλη προσπάθεια, καθώς θυμόμουν τα χέρια της μάνας μου. Δεν ήταν τέλειες αλλά ειλικρινείς. Έγραψα στο σημείωμα: «πάρτε». Μετά σκέφτηκα και έβαλα: «αν θέλετε αφήστε σημείωμα τι να φτιάξω την άλλη Τετάρτη».

Άφησα το ταψί στο περβάζι και απομακρύνθηκα αγχωμένη, σαν μαθητής πριν την εξέταση. Δεν ήθελα να γίνει υποχρέωση, αλλά ούτε να ξαναγίνουμε σιωπηλοί ξένοι.

Μετά από λίγο ξαναβγήκα, τάχα τυχαία. Είχαν μείνει λίγα κομμάτια και υπήρχε δίπλα ένα χαρτί. Το άνοιξα.

«Ευχαριστούμε. Μπορείτε χωρίς ζάχαρη; Η μαμά μου έχει διαβήτη», γραμμένο αδέξια.

Το δίπλωσα προσεκτικά και το έβαλα στην τσέπη της ρόμπας. Τη στιγμή αυτή ανέβαινε ο Αρίστος. Με είδε και κοντοστάθηκε.

Εσείς είστε τώρα; ρώτησε.

Δεν είμαι μόνο εγώ, απάντησα. Θα το κάνουμε όλοι μαζί.

Έγνεψε, πήρε μια πίτα και πριν φύγει είπε:

Μπορώ να μαζεύω τα σημειώματα. Έτσι κι αλλιώς ανεβοκατεβαίνω συνέχεια.

Συμφωνήσαμε, του είπα.

Το βράδυ πέρασα από την Δέσποινα. Ήταν στο παράθυρο με ένα μαντήλι, πιο ροδαλή.

Φοβήθηκα μήπως το σταματήσετε, μου είπε όταν της άφησα μήλα.

Μόνο διαφορετικά θα το κάνουμε, της απάντησα. Για να μην πέφτει σε έναν μόνο.

Η Δέσποινα χαμογέλασε και μου έδωσε ένα μικρό τετράδιο.

Εκεί γράφω τις συνταγές, μου είπε. Να το πάρεις. Ίσως το χρειαστείς.

Το χαρτί ήταν ζεστό από το αγκάλιασμά της.

Θα χρειαστεί, της υποσχέθηκα.

Καθώς επέστρεφα, στο περβάζι, ένα νέο σημείωμα, κρατημένο με μαγνήτη από τον παλιό θυροτηλέφωνο: «Την άλλη Τετάρτη φέρνω μηλόπιτα», γραμμένο καθαρά.

Δεν ήξερα ποιος το άφησε. Κι όμως, αυτό ήταν το σωστό. Η ανωνυμία εδώ δεν έκρυβε πια ανθρώπους, απλώς τους επέτρεπε να μην απολογούνται. Αλλά όταν κάποιος δεν ένιωθε καλά, η πόρτα δεν έδειχνε πια τόσο βαριά ώστε να χτυπήσεις.

Oceń artykuł
Τετάρτη στην αυλή