Τα όρια της αγάπης
Η Ειρήνη βρέθηκε ξαφνικά στο σαλόνι, θυμωμένη παράξενα, με τα χέρια ακόμα βρεγμένα σαν να είχε μόλις βγει από μια θάλασσα συζύγων. Χωρίς να μιλήσει, πέταξε το κινητό στον καναπέ, ο ήχος του χτυπήματος ακούστηκε σαν κύμα που σκάει στην άμμο και λίγο έλειψε να γλιστρήσει στα μάρμαρα. Αστραπή στο βλέμμα, τράβηξε μια μπούκλα από το ακατάστατο μαλλί της πίσω απ το αυτί, λες κι αν της δώσει σχήμα, θα συγκρατήσει και το μυαλό από το να ξεχειλίσει.
Πάλι πήρε, φύσηξε, σχεδόν σαν να φυσά καπνό στο κενό, γυρνώντας στον άντρα της. Για τρίτη φορά από το πρωί!
Ο Λεωνίδας κάθονταν νωχελικά στον καναπέ, κύκλωνε με τον αντίχειρα τη ροή των ειδήσεων στο κινητό και τελείωνε νωχελικά τον φραπέ του, σαν να ήταν καλοκαίρι στην Πάρο. Σήκωσε τα μάτια, ήρεμος, με τη σιωπή του αφρού.
Η μαμά απλώς ανησυχεί για τη Δανάη, είπε απαλά, ήρεμος σαν παραμυθένιος γλάρος. Είναι η πρώτη φορά που γίνεται γιαγιά Είναι καινούριος κόσμος γι αυτήν.
Η Ειρήνη στριφογύρισε προς το μέρος του, τα μάτια, βράχος σε θύελλα.
Ανησυχεί; Η φωνή στραφτάλιζε, θα μπορούσε να κόψει ψωμί στον αέρα. Δεν ανησυχεί, ελέγχει! Θυμάσαι τι έγινε χτες; Ήρθε χωρίς να ειδοποιήσει, μεσημέρι, σήκωσε το καπάκι του ψυγείου κι άρχισε να ψαχουλεύει, σαν να ταν σπίτι της. Και μετά εκείνη η φωνή της: Τι τρώνε αυτά τα παιδιά; Τι είναι όλες αυτές οι έτοιμες κρεμούλες; Πρέπει να παίρνουν φυσικά πράγματα!
Μίμησε διαβολεμένα τη φωνή, κουνώντας τα χέρια σαν Πολυξένη στο αρχαίο θέατρο, και κλονίστηκε, προσπαθώντας να πετάξει από πάνω της το φάντασμα της.
Ο Λεωνίδας ακούμπησε ήσυχα το φλιτζάνι στο τραπεζάκι, σαν να περπατούσε ξυπόλητος σε βότσαλα. Ήξερε πως Ειρήνη ήταν στα όριά της· δεν ήθελε να χυθεί άλλο νερό πάνω στη φωτιά.
Μη μαλώσουμε άλλο, ψιθύρισε. Ίσως νιώθει μόνη της. Ο Στέφανος σχεδόν δεν έρχεται, κι εμείς
Κι εμείς, τον έκοψε η Ειρήνη, μην περιμένει τελεία, έχουμε τη δική μας ζωή. Τα καταφέρνουμε! Αλλά οι καθημερινές επισκέψεις, οι παρατηρήσεις, οι συμβουλές της Όλα τα ίδια! Δεν το αντέχω άλλο!
Η φωνή της ράγισε. Πήρε μια ανάσα, παραπάνω βίαιη απ ό,τι ήθελε. Ο Λεωνίδας μουδιασμένος, ήξερε πως δεν ήταν καπρίτσιο της: το όριο είχε φτάσει επειδή η πίεση δυνάμωνε αδιάκοπο, επειδή το μητρικό της ένστικτο αμφισβητούνταν συνεχώς.
Από τη μεριά του δωματίου ακούστηκε λεπτό κλάμα η Δανάη ξύπνησε. Η Ειρήνη σώπασε, κοίταξε τον άντρα της με μάτια που ακόμα φλογιζόντουσαν απ τη διαμάχη. Σιωπηλή, σύρθηκε προς το παιδικό, αφήνοντας τον Λεωνίδα πίσω να ακούει τη γλυκιά της φωνή να κουρδίζει τη μικρή με νανούρισμα, μισό-κατόρθωμα, μισό-λυγμός.
Η κατάσταση επιδεινώνονταν. Η κυρία Παναγιώτα τώρα εμφανιζόταν μ αγγουράκια στιβαγμένα σε σταμνιά, χωριάτικη φέτα τυλιγμένη σε πετσέτες, βότανα από το χωριό, που κατά τη νύφη της θεράπευαν κάθε πληγή, ακόμη κι εκείνα που κατοικούσαν σ όνειρα.
Κάποτε, καθώς η Ειρήνη έβγαζε παιδική κρεμούλα για τη Δανάη, η Παναγιώτα μπήκε στην κουζίνα και σούφρωσε τα χείλη μόλις την είδε.
Αυτά είναι χημείες! αντήχησε, δείχνοντας τη συσκευασία λες και είδε εφιάλτη. Το παιδί θέλει φυσικό. Έφερα τυρί κανονικό, πίσω απ το βουνό που δεν έχει ακούσει για χημικά.
Η Ειρήνη βύθισε ανάσα, μάζεψε την ηρεμία της και, τρυφερά αλλά σταθερά, εξήγησε:
Το φυσικό είναι καλό, αλλά η Δανάη είναι έξι μηνών. Το πεπτικό της είναι τρυφερό ακόμα, δεν αντέχει τέτοιες γεύσεις. Ο παιδίατρος είπε πως τώρα πρέπει να τρώει ειδικά προϊόντα. Είναι ισορροπημένα, ασφαλή.
Οι παιδίατροι μόνο φάρμακα δίνουν! αγρίεψε η Παναγιώτα, θυμίζοντας χρόνους όπου η ζωή είχε άλλο γούστο. Έτσι μεγάλωσα και τον Στέφανο και τον Λεωνίδα μόνο με καλό του χωριού. Δεν έπαθαν τίποτα!
Στράφηκε προς το ψυγείο, έβγαλε το τυρί, άρπαξε κουτάλι. Η Ειρήνη την κοίταζε, νευρικός άνεμος βαθιά στο βλέμμα της. Όταν η Παναγιώτα, με το κουτάλι γεμάτο, έκανε βήμα προς το παιδικό, η Ειρήνη έκοψε τον αέρα:
Ως εδώ! είπε. Μπήκε ανάμεσα στις δύο πόρτες, ασπίδα. Δεν θα δώσετε τίποτα στη Δανάη χωρίς δική μας άδεια. Σας ευχαριστούμε για το ενδιαφέρον, αλλά τις αποφάσεις τις παίρνουμε εμείς. Αν θέλετε να βοηθήσετε, ρωτήστε τι πραγματικά χρειαζόμαστε.
Η Παναγιώτα σταμάτησε. Το πρόσωπό της χλόμιασε, τα χείλη της σχεδόν εξαφανίστηκαν μέσα από πίκρα. Άφησε το τυρί δυνατά στο τραπέζι, έκανε μεταβολή και βγήκε από το διαμέρισμα μ έναν ήχο που έσπασε τη σιγή σαν κύμβαλο και μόνο για λίγα δευτερόλεπτα το σπίτι αιωρήθηκε σ ένα παγωμένο κενό. Η Ειρήνη έμεινε στην κουζίνα, με τα χέρια σφιγμένα, προσπαθώντας να μαζέψει το θρυμματισμένο νεύρο της. Πάλι κλάμα από το παιδικό έτρεξε προς τη μικρή της.
*
Η σιωπή μετά τον καβγά δεν κράτησε μέρες. Την επόμενη, η πόρτα ανοίγει και πάλι στο κατώφλι εκείνη, με παλιά, λερωμένη εγκυκλοπαίδεια αγκαλιά, το βλέμμα της σοβαρό, σχεδόν μυσταγωγικό, λες και κρατούσε μαγικό μανιφέστο.
Χωρίς ν αποζητά πρόσκληση, πέρασε στην κουζίνα, όπου η Ειρήνη ανακάτευε κολοκυθάκια. Έπεσε το βιβλίο στο τραπέζι σαν βόμβα και το άνοιξε στη σελίδα που είχε σημειωμένη.
Δες εδώ, της είπε βαριά, δείχνοντας τον παράγραφο. Τα παιδιά χρειάζονται ζέστη. Το κρύο φέρνει όλα τα κακά. Εσύ πας τη μικρή βόλτα με λεπτό φορμάκι! Είναι επικίνδυνο!
Η Ειρήνη έμεινε με την κουτάλα στον αέρα, γύρισε αργά, παλεύοντας να φανεί ψύχραιμη, ενώ μέσα της κουνούσαν θύελλες.
Την ντύνω ανάλογα με τον καιρό, είπε με απόλυτη γλυκύτητα. Είναι ζέστη, δε θα κρυώσει. Η υπερθέρμανση είναι επίσης κακή, μπορεί να της προκαλέσει θερμοπληξία. Ο γιατρός είπε να βλέπουμε τον καιρό και το ίδιο το παιδί.
Οι γιατροί δεν ξέρουν, τη διέκοψε απότομα η Παναγιώτα, χτυπώντας το βιβλίο με παλάμη γεμάτη παράπονο. Έτσι λένε τώρα όλοι οι ειδικοί! Εγώ μεγάλωσα δύο παιδιά χωρίς τέτοια και μια χαρά έγιναν!
Η Ειρήνη κατάπιε, βασανίσθηκε να κρατήσει το μέτωπό της στεγνό. Έσφιξε τις γροθιές, χαλάρωσε, ανάσανε.
Κυρία Παναγιώτα, την κοίταξε στα μάτια. Σέβομαι την εμπειρία σας, μεγάλωσε δύο παιδιά. Όμως τώρα είμαι εγώ η μαμά και η ευθύνη είναι δική μου. Κοιτάζω τις συμβουλές, τη μικρή, διαβάζω, συζητώ με τον Λεωνίδα εμείς αποφασίζουμε τι είναι σωστό για τη Δανάη. Σας παρακαλώ, σεβαστείτε το.
Η Παναγιώτα πάγωσε. Τα μάτια της σκληρά, τα χείλη σφίχτηκαν, έτοιμη για αντεπίθεση. Αντί για λόγια, όμως, μάζεψε το βιβλίο και έφυγε, η πόρτα σκούντηξε δυνατά, τα ποτήρια τραντάχτηκαν, η κατσαρόλα χόρευε. Η Ειρήνη έμεινε να κρατάει το μέτωπό της, με ανάκατα αισθήματα κόπωσης και λύπης.
Απ το βάθος ακούστηκε το χαρούμενο μουρμουρητό της Δανάης. Η Ειρήνη έσπρωξε τη θλίψη να χωθεί στην άκρη, ήρθε κοντά στη μικρή της, χαμογελώντας σ έναν ήλιο που μέσα της έδειχνε ακόμα συννεφιασμένος.
Το βράδυ, όταν το σπίτι θάμπωσε κάτω από το φως της κουζίνας, η Ειρήνη κάθισε με χαμηλωμένο κεφάλι, σχεδόν φίμωτρα στα μάτια από αϋπνία. Ο Λεωνίδας μπήκε αθόρυβα, κάθισε δίπλα της.
Χάιδεψε τον ώμο της, σημάδι συμπόνιας, όχι οίκτου.
Είσαι καλά; ρώτησε τρυφερά.
Η Ειρήνη σήκωσε το κεφάλι, τα μάτια της λαμπερά από δάκρυα.
Όχι ψιθύρισε. Δεν αντέχω άλλο. Κάθε επίσκεψή της με πονάει. Ξέρω ότι αγαπάει τη μικρή, αλλά δεν βλέπει πως εμείς την αγαπάμε; Δεν καταλαβαίνει ότι προσπαθούμε για το καλύτερο; Λες και κάνει ότι δεν το βλέπει, μόνο να κριτικάρει!
Ο Λεωνίδας την αγκάλιασε, ένιωσε το σώμα της πνιγμένο στον φόβο και τα νεύρα.
Θα μιλήσω, είπε σταθερά. Θα της ξεκαθαρίσω πως καταστρέφει τη γαλήνη μας.
Η Ειρήνη κεφαλιά στον ώμο του, παρακάλεσε ψιθυριστά:
Όχι σκάνδαλα. Στήριξέ με μόνο. Θέλω να ξέρω ότι πιστεύεις σ εμένα. Αυτό αρκεί.
Ο Λεωνίδας φίλησε τα μαλλιά της.
Είμαι στο πλευρό σου. Πάντα.
*
Το μεσημέρι, ένα κουδούνισμα έσχισε τη σιγή, η Ειρήνη αναπήδησε. Πήγε ν ανοίξει, η Παναγιώτα πάλι στην πόρτα με μια σακούλα γεμάτη βότανα.
Έφερα τσάι για όλα τα κακά, είπε χωρίς να βγάλει τα παπούτσια. Η μικρή πρέπει να τα πίνει κάθε μέρα, να δυναμώσει.
Η Ειρήνη έκλεισε τα χέρια μπροστά στο στήθος· η φωνή της δεν λύγιζε:
Όχι. Δεν θα δώσουμε στην Δανάη τίποτα χωρίς λόγο. Αν αρρωστήσει, πηγαίνουμε σε γιατρό.
Δεν θες να μ ακούσεις! Νομίζεις πως τα ξέρεις όλα;!
Δεν είπα αυτό, την έκοψε όσο η φωνή της το επέτρεπε. Αλλά είναι δικό μου παιδί. Εγώ αποφασίζω. Σεβαστείτε το.
Εγωίστρια! φώναξε η Παναγιώτα, και τα λόγια της σέρνονταν στο πάτωμα. Περίμενα να γίνω γιαγιά τόσα χρόνια Ήθελα να παίξω μαζί της, να νιώσω ξανά χρήσιμη
Η Ειρήνη στεκόταν, βλέποντας τα μάτια της Παναγιώτας να λαμπυρίζουν υγρά. Ξαφνικά είδε πίσω απ το πείσμα μια βαθιά θλίψη.
Λυπάμαι, αλλά η Δανάη είναι παιδί μας. Εμείς την αναθρέφουμε όπως εμείς θέλουμε.
Η Παναγιώτα χλώμιασε, τα χέρια στα χείλη, τα λόγια δεν βγήκαν. Γύρισε αθόρυβα, η πόρτα έκλεισε αργά, και η σιγή έμεινε βαριά.
Τις επόμενες ημέρες ο χρόνος κυλούσε βραδέως. Η Ειρήνη κάθε φορά που χτύπαγε το κουδούνι νόμιζε πως ήταν εκείνη. Σιωπηλά, προσπαθούσε να ξεχάσει, να επικεντρωθεί στη μικρή, στο σπίτι, στις δουλειές, μα η σκιά έπεφτε πάντα πίσω της.
Ένα βράδυ, ο Λεωνίδας της έδειξε ένα μήνυμα: Ήθελα μόνο να βοηθήσω. Γιατί δεν με αφήνετε; Τα μάτια της Ειρήνης πλημμύρισαν.
Καταλαβαίνω τι νιώθει, είπε. Αλλά η οικογένειά μας πρέπει να θωρακίζεται Πρέπει να διαφυλάξουμε τα όριά μας.
Μετά από κάποιους μήνες, η Ειρήνη γύρισε φορτωμένη σακούλες από τον Σκλαβενίτη και κόλλησε στην πόρτα της πολυκατοικίας. Έξω, η Παναγιώτα με βαλίτσα και έκφραση της μάχης.
Θα μείνω μαζί σας, δήλωσε. Θα βοηθάω με τη Δανάη. Θα είμαι δίπλα σας.
Η Ειρήνη αστραποβολήθηκε· τα χέρια της σήκωσαν τις τσάντες μηχανικά. Τι να της πει πια; Μα τότε ακούστηκε από πίσω ο Λεωνίδας.
Μαμά, δεν γίνεται. Δεν θα μείνεις εδώ. Τα βρίσκουμε μια χαρά μόνοι μας. Η μαμά της Ειρήνης μάς βοηθάει όποτε χρειάζεται.
Η Παναγιώτα φάνηκε για λίγα δευτερόλεπτα ευάλωτη, μικρή, χαμένη. Ύστερα ίσιωσε.
Δε με χρειάζεστε. Θα το μετανιώσετε.
Δεν σε απορρίπτουμε, απάντησε ο Λεωνίδας ήρεμα. Αλλά βάζουμε όρια. Θα είσαι πάντα γιαγιά της Δανάης. Θα έρχεσαι όποτε σε καλέσουμε. Αλλά δεν μπορούμε να ζούμε όλοι μαζί.
Η Παναγιώτα έφυγε, τα τακούνια της ηχούσαν ακαριαία. Η Ειρήνη έγειρε στον άντρα της, το στρες σιγά σιγά να υποχωρεί σαν στρώμα άμμου στη θάλασσα.
Και τώρα; ψιθύρισε.
Τώρα, της ψιθύρισε στον λαιμό, ζούμε τη δική μας ζωή. Σπιτικό δικό μας. Θα μάθουμε να βάζουμε όρια.
Μέσα, η Δανάη γελούσε στο κρεβατάκι· φώναζε Μαμά! Μαμά! με φωνή χαρούμενη και παράλογα ηχώ.
Η Ειρήνη σκούπισε ένα δάκρυ, κοίταξε τον Λεωνίδα.
Θα της μιλήσεις, του ψιθύρισε. Ήρεμα, χωρίς σκληρές κουβέντες. Ίσως καταλάβει.
Ο Λεωνίδας έγνεψε, ξέροντας πως θα το δοκιμάσει.
*
Οι μέρες κυλούσαν ήσυχα. Η Παναγιώτα δεν ξαναμπήκε απροειδοποίητα. Η Ειρήνη πια αντιδρούσε με κάθε ήχο στο κουδούνι, κάθε άγνωστο νούμερο της καρφίτσα στην καρδιά.
Ένα πρωί, στο χαλάκι υπήρχε ένα κουτί με τρυφερά τριαντάφυλλα ροζ, μυρωδάτα. Στο πλάι, ένα χαρτάκι με το γνώριμο γράψιμο: Συγγνώμη. Σας αγαπώ όλους. Μαμά.
Η Ειρήνη μάζεψε τα λουλούδια, τα έβαλε σ ένα ποτήρι στην κουζίνα και σκεφτόταν, μισοβυθισμένη στη νύχτα του μυαλού της, πως πίσω από την εμμονή της Παναγιώτας κρυβόταν μόνο αγάπη.
Σαν γύρισε ο Λεωνίδας:
Ώρα να την καλέσουμε για φαγητό, είπε. Μα στα δικά μας όρια.
Όταν κάλεσαν, η Παναγιώτα φάνηκε αμήχανη, σχεδόν φοβισμένη. Ήρθε την Κυριακή με ένα κέικ και χαμηλωμένη φωνή.
Έκανα λάθη, ψιθύρισε, κοιτώντας το πάτωμα. Σας αγαπώ, δεν ήθελα να σας δυσκολεύω. Απλώς φοβόμουν πως θα μείνω έξω.
Η Ειρήνη δίστασε λίγο, αλλά τελικά την αγκάλιασε.
Κι εμείς σας αγαπάμε. Αλλά εδώ έχουμε όρια όλοι. Θα έρχεστε όποτε σας καλούμε, και θα σεβόμαστε τους ρόλους μας.
Η Παναγιώτα έγνεψε, συσπειρώνοντας το άγχος της σε ένα μικρό χαμόγελο.
Εκείνο το βράδυ, έκανε ζέστη αγάπης στο σπίτι. Γέλασαν, δοκίμασαν το νέο γλυκό, χόρεψαν με τη Δανάη στο σαλόνι. Kανείς δεν επέμενε, κανείς δεν φώναξε μόνο φωνές παιδικές και μικρές ελπίδες γι ένα μέλλον πιο ήρεμο.
Όταν η Παναγιώτα έφυγε· έμειναν με το σπίτι βουβό, αναδύοντας τη γαλήνη που ακολουθεί μετά τον τυφώνα.
Πρώτο βήμα, είπε ο Λεωνίδας.
Πρώτο, χαμογέλασε η Ειρήνη, κοιτώντας το φως που σκόρπιζε ο ήλιος πίσω απ τα σύννεφα της Αθήνας.
*
Μήνες πέρασαν. Η Ειρήνη αποφάσισε να πάει τη Δανάη παιδικό σταθμό. Η μικρή της αγαπούσε τα άλλα παιδιά· στο παιχνίδι έλιωνε με χαμόγελα πλατιά, έτρεχε στη γεμάτη ήλιο αυλή να μάθει τον κόσμο.
Ο αποχωρισμός τη δυσκόλεψε. Περισσότερο την Ειρήνη παρά τη Δανάη. Όλη μέρα το μυαλό της γυρνούσε στη μικρή. Ώσπου της έστειλε μήνυμα ο Λεωνίδας: Η μικρή μας δεν ήθελε να φύγει! Πετούσε απ τη χαρά!
Λίγο μετά, τηλεφώνησε η Παναγιώτα:
Ειρήνη, θα πάμε το Σάββατο στη ζωολογικό; Θα αγοράσω εισιτήρια για όλους. Αν θέλεις μόνο.
Η Ειρήνη συμφώνησε, χωρίς δισταγμούς πια.
Στο ζωολογικό η Δανάη φώναζε για τις καμηλοπαρδάλεις, έτεινε τα χέρια στα παπαγαλάκια, κρυβόταν στα πόδια της μαμάς μπρος στη μεγαλόσωμη αρκούδα. Η Παναγιώτα δεν επέμενε, ζητούσε άδεια πριν προσφέρει λιχουδιές, ρωτούσε πριν κάνουν βήμα σε νέο περίπτερο. Η Ειρήνη ένιωθε πλέον μια ζεστή ανταπόκριση σαν κάποιος να είχε καταλάβει τελικά την πραγματική ανάγκη.
Το μεσημέρι, σ ένα μικρό καφέ κοντά, η μικρή αποκοιμιόταν στο τραπέζι. Η Παναγιώτα, με ήχους θλίψης στη φωνή, είπε:
Φοβόμουν πως θα με απομακρύνετε για πάντα. Τις προάλλες σκεφτόμουν πως είμαι πάλι νέα μαμά, με άλλη ευκαιρία. Όταν ήταν μικρά τα αγόρια, πάντα αργούσαν οι ώρες μου γι αυτά Τώρα νιώθω να ξαναγεννιέμαι μαζί με τη Δανάη.
Η Ειρήνη πήρε ανάσα.
Μας είστε απαραίτητη αλλά όχι για να επιβάλλετε, μάλλον για να στηρίζετε, να αγαπάτε σα γιαγιά.
Η Παναγιώτα έγνεψε λιγωμένη.
*
Μετά, πάλι τηλέφωνο:
Ειρήνη, βρήκα μουσικό εργαστήρι για βρέφη. Να πάμε τη μικρή; Αν δε θέλεις, καταλαβαίνω, απλά να έχει μια ευκαιρία να χαρεί.
Θα ρωτήσω τον γιατρό της, απάντησε, αλλά μου αρέσει η ιδέα.
Η βροχή έξω έπεφτε σε κυκλικές γραμμές, χρυσοπράσινα φύλλα κολλούσαν στο μπαλκόνι. Η μικρή τραγουδούσε στον εαυτό της με τους κύβους, ρυθμοί ονείρου στο αττικό διαμέρισμα.
Ο Λεωνίδας μπήκε ήσυχα.
Βρήκαμε ισορροπία, ε; ρώτησε.
Όσο αντέχει, απάντησε η Ειρήνη. Αν πάλι φωνάξει ή επιμείνει
Θα μιλήσουμε ξανά. Ήρεμα. Το μάθαμε πια.
Θέλω μόνο η μικρή να χει αγάπη γύρω της, όχι κανόνες ασφυκτικούς.
Έτσι θα γίνει, της υποσχέθηκε.
Το βράδυ, νανουρίζοντας τη μικρή, η Ειρήνη ψιθύρισε:
Μικρή μου θεά, θα σου χαρίσουμε αγάπη αλλά και χώρο να είσαι εσύ.
Η Δανάη ξάπλωσε στο μαξιλάρι σφιχταγγαλιάζοντας το λαγουδάκι της.
*
Έξι μήνες περάσαν. Η Παναγιώτα πια δεν έμπαινε ξαφνικά, ούτε επέμενε σα θύελλα. Όταν ήθελε να προσφέρει, ρωτούσε πρώτα.
Ένα κυριακάτικο πρωινό, όλοι μαζί, στο Πάρκο του Σταύρου Νιάρχου. Η Δανάη έτρεχε στο γρασίδι, γελούσε, μάζευε κόκκινες παπαρούνες. Η Παναγιώτα τραβούσε βίντεο γεμάτη υπερηφάνεια· δείχνει στην Ειρήνη.
Δες, μικρούλα που δε σταματά! Απίθανη!
Η Ειρήνη είδε τη λάμψη στη ματιά της.
Περπάτησαν όλοι μαζί, ήσυχα, τα βήματα απαλά στην πολύχρωμη εβδομάδα.
Το βράδυ, τσάι και χαμηλό φως στην κουζίνα.
Θυμάσαι πώς ξεκινήσαμε; ρώτησε η Ειρήνη.
Είπες Δεν θα αφήσω να μας χαλάσει τον κόσμο μας.
Κι εσύ απάντησες: Χτίζουμε τον δικό μας κόσμο. Μόνοι μας.
Έπιασε το χέρι της.
Και τον χτίσαμε. Όχι τέλειο. Σίγουρο, όμως. Τρυφερό.
Η Ειρήνη γέλασε, αφήνοντας το παρελθόν να αποχωρήσει σαν καλοκαιρινό κύμα.
Σπίτι. Εδώ, και τώρα, η αγάπη βρήκε δρόμο.
Έξω, η Αθήνα σκοτείνιαζε, φώτα αναβόσβηναν, οι ανθρώπινες φωνές κύλαγαν σαν νερό στα σοκάκια. Μα στο σπίτι τους, όλα ήταν όπως έπρεπε ένα όνειρο αγάπης, μια ασπίδα στην ταραχή του κόσμου. Ένας κόσμος δικός τους, ελαφρύς σαν όνειρο και στέρεος σαν το μάρμαρο της δικής τους οικογένειας.





