Τα παιδιά έρχονται σε μένα για να ξεκουραστούν και ούτε καν μπαίνουν στον κόπο να με ρωτήσουν αν χρειάζομαι βοήθεια

Δύο παιδιά μεγάλα κι όμως δεν μπορώ να πάρω καμιά βοήθεια από αυτούς. Έρχονται να με επισκεφτούν ως να βρίσκονται σε κάποιο ξενοδοχείο να χαλαρώσουν, να ξεκουραστούν. Κι εγώ, σαν υπηρέτης, πρέπει να είμαι έτοιμος να τους υποδεχτώ, να τους φιλοξενήσω, να τους ταΐσω, να καθαρίσω, να φροντίσω τα πάντα για αυτούς. Ούτε καμιά βοήθεια μου προσφέρουν, για να μην μιλήσουμε καν για χρήματα ούτε ένα ευρώ.

Έχω έναν γιο, τον Παναγιώτη, και μια κόρη, τη Χαρούλα. Για μένα πάντα θα είναι παιδιά, αλλά στην πραγματικότητα είναι ενήλικες με τις δικές τους οικογένειες. Ο Παναγιώτης έχει δύο παιδιά, και η Χαρούλα ένα προς το παρόν. Ζω στο πατρικό μας, έξω από το Ναύπλιο, και οι δικοί μου έρχονται συχνά με τα εγγόνια. Όμως με κάθε χρόνο, αυτές οι επισκέψεις μου φαίνονται όλο και πιο δύσκολες.

Τα παιδιά έχουν συνηθίσει να έρχονται εδώ όπως θα πήγαιναν για διακοπές σε νησί. Εγώ πρέπει να φροντίσω όλα τα καθημερινά: να μαγειρέψω, να κάνω τα ψώνια, να ετοιμάσω τα δωμάτια, να έχω πάντα φαγητό έτοιμο όπως το κάναμε πάντα στην οικογένειά μας. Θυμάμαι πως η μητέρα μου μας υποδέχονταν πάντα με γεμάτο τραπέζι και ζεστασιά. Μα εγώ και η αδερφή μου ποτέ δεν της κάτσαμε στο σβέρκο ξέραμε πόσο δύσκολο ήταν να τα βγάλει πέρα μόνη της. Τα πιάτα τα πλέναμε εμείς, τα παιδιά τα προσέχαμε, βοηθούσαμε στο καθάρισμα και στα ψώνια, γιατί βλέπαμε πόσο κουραζόταν. Ποτέ δεν ζήτησε τίποτα.

Τώρα όμως, τα παιδιά έρχονται και αν καμιά φορά πάρουν το πιάτο από το νεροχύτη, νιώθω ότι πρέπει να τους πω και ευχαριστώ! Όσο για τη νύφη και τον γαμπρό, τους καταλαβαίνω, είναι ξένοι, καλεσμένοι δεν έχω παράπονο. Αλλά πληγώνομαι που ο Παναγιώτης και η Χαρούλα δεν ξέρουν πώς να βοηθήσουν κάθονται, τρώνε, βλέπουν τηλεόραση, αφήνουν τα εγγόνια μαζί μου και φεύγουν βόλτα ή να δουν φίλους. Εγώ να πλύνω τα πιάτα, να μαγειρέψω μεσημεριανό και βραδινό, να σκουπίσω το πάτωμα, γίνεται χαμός στο σπίτι. Και με τα εγγόνια να τρέχουν παντού, κουράζομαι διπλά.

Με κάθε τριήμερο, δυσκολεύομαι όλο και πιο πολύ η μέση με πονάει, δεν έχω δύναμη να στέκομαι τόση ώρα στην κουζίνα. Μα η ανατροφή μου δεν μου επιτρέπει να είμαι αδιάφορος και να μην κάνω τίποτα. Δεν μου πάει να μην τιμήσω τους καλεσμένους όπως ορίζει το έθιμο. Περιμένω με χαρά τα Σαββατοκύριακα, αλλά έπειτα χρειάζομαι μια βδομάδα να συνέλθω.

Σκέφτομαι πως χρειάζομαι βοήθεια, αλλά νιώθω άβολα να το ζητήσω. Φοβάμαι μην προσβληθούν τα παιδιά και νομίζουν ότι δεν είμαι ευχαριστημένος. Ξέρω πως χαίρομαι όταν έρχονται, αλλά μου πέφτει βαρύ. Υπάρχουν πράγματα στο σπίτι που δεν μπορώ καν να τα καταφέρω μόνος. Ντρέπομαι όμως πολύ να τους ζητήσω. Κι αυτοί δουλεύουν, δεν θέλω να δουλέψουν για μένα.

Δεν ξέρω τι να κάνω η ανατροφή μας δεν μας αφήνει να ζητάμε βοήθεια. Πάντα μας φώναζαν οι γονείς Εμείς μπορούμε μόνοι μας, μην κλαίγεστε!. Έτσι, υποφέρω συνεχώς και δεν μπορώ να ξεπεράσω το φιλότιμο και την περηφάνια μου. Μου κοστίζει πολύ, αλλά ούτε έτσι μπορώ να τα εγκαταλείψω.

Αναρωτιέμαι πολλές φορές γιατί τα παιδιά μου δεν σκέφτονται να βοηθήσουν, να δείξουν ότι καταλαβαίνουν πως δεν είμαι πια 20 χρονών και δεν έχω δύο καρδιές. Δεν υπάρχει λόγος να προσβάλλεται κανείς, αλλά πονάω βαθιά μέσα μου. Δεν ξέρω πώς να λύσω αυτό το ζήτημα.

Σήμερα, γράφοντας τα παραπάνω, συνειδητοποιώ ότι πρέπει να μιλάμε ανοιχτά στην οικογένεια κι ας νιώθουμε άβολα. Αν δεν μιλήσω, θα με φάει το παράπονο. Ίσως η σιωπή δεν είναι πάντοτε χρυσός μερικές φορές το να ζητήσεις βοήθεια δείχνει περισσότερο αγάπη, από το να τα κάνεις όλα μόνος.

Oceń artykuł
Τα παιδιά έρχονται σε μένα για να ξεκουραστούν και ούτε καν μπαίνουν στον κόπο να με ρωτήσουν αν χρειάζομαι βοήθεια