Τίποτα προσωπικό, μόνο αντικείμενα

Τίποτα προσωπικό, μόνο πράγματα

Και αυτό το βάζο τύλιξέ το, είπε η Αλεξάνδρα Γεωργίου, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι της.

Στεκόταν στη μέση του σαλονιού και κοίταζε τα ράφια όπως κοιτάζεις μια βιτρίνα γεμάτη αντικείμενα που κάποιος άλλος έχει ήδη πληρώσει. Ήρεμα. Ψύχραιμα. Με εκείνο το ελαφρύ μισόκλειστο βλέμμα της γνώσης.

Ποιο βάζο; ρώτησε η Δέσποινα.

Η φωνή της βγήκε πιο χαμηλή απ’ όσο ήθελε. Έβηξε και επανέλαβε:

Κυρία Αλεξάνδρα, ποιο βάζο εννοείτε;

Εκείνο. Το μπλε. Το φέραμε από την Πράγα το ’98. Είναι οικογενειακό κομμάτι.

Η Δέσποινα κοίταξε το μπλε βάζο. Το είχαν αγοράσει με τον Μανώλη στην τρίτη επέτειο γάμου τους, σ ένα μικρό μαγαζάκι στα στενά της Καρλόβας. Ο πωλητής ήταν γηραιός, με κατάλευκη γενειάδα, και τους είπε κάτι στα τσέχικα. Ο Μανώλης γέλασε και προσποιήθηκε πως κατάλαβε. Έπειτα έφαγαν τρντέλνικ στο δρόμο, η Δέσποινα έκαψε τη γλώσσα της, και οι δυο τους γέλασαν μ αυτό για μισή ώρα.

Δεν είναι οικογενειακό κομμάτι, είπε η Δέσποινα σταθερά. Το αγοράσαμε μαζί, το 2009.

Δεσποινάκι μου, είπε τελικά η Αλεξάνδρα και στη φωνή της αντήχησε η νότα εκείνη της εξήγησης προς αφελές παιδί, την αναγνώριζε η Δέσποινα απ τον πρώτο χρόνο γάμου. Μην περιπλέκουμε τη διαδικασία. Καταλαβαίνεις, όλα αυτά, έκανε έναν κύκλο με το χέρι της στο σαλόνι αγοράστηκαν με τα χρήματα της οικογένειάς μας.

Της οικογένειάς μας, επανέλαβε η Δέσποινα. Της δικής μου και του Μανώλη.

Ο Μανώλης τα έφερνε τα λεφτά. Εμείς τον βοηθούσαμε με τον πατέρα του. Εσύ κρατούσες το σπίτι. Αυτά είναι άλλα πράγματα.

Ο Μανώλης στεκόταν στο παράθυρο και κοιτούσε τη θάλασσα της Αθήνας να σκάει πάνω στα κτίρια. Ο κόσμος μοιάζει παιχνίδι από τον εικοστό τρίτο όροφο. Μικρά αυτοκινητάκια, μικρά δέντρα, μικροί άνθρωποι. Δεν είπε τίποτα.

Η Δέσποινα κοίταζε την πλάτη του και σκεφτόταν πως την ήξερε απέξω κι ανακατωτά. Πώς καμπουριάζει όταν είναι κουρασμένος. Το σημάδι στη φτέρνα. Πως ανασαίνει όταν κάνει ότι κοιμάται. Δέκα χρόνια. Τώρα, όμως, στεκόταν στο παράθυρο και κοίταζε τη μικροσκοπική πόλη, ώσπου η μάνα του τύλιγε τη ζωή τους σε χαρτόκουτα.

***

Το διαμέρισμα ήταν όμορφο. Η Δέσποινα το παραδεχόταν πάντα, ακόμα κι όταν θύμωνε μ αυτό. Ψηλές οροφές, πανοραμικά παράθυρα, παρκέ από αμερικάνικο καρύδι που απαγορευόταν να χαράξεις με τακούνια. Κουζίνα από «Λάμψη Μοντέρνα», που την είχε πληρώσει η Αλεξάνδρα η ίδια και το υπενθύμιζε σε κάθε ευκαιρία. Φωτιστικό στο σαλόνι σαν παγωμένος καταρράκτης.

Οκτώ χρόνια ζούσε εκεί και δεν το ένιωσε ποτέ πραγματικά δικό της. Όχι επειδή το διαμέρισμα ήταν κακό, αλλά επειδή ήταν πολύ τέλειο. Πολύ ακριβό. Όλα διαλεγμένα από καταλόγους που έφερνε η Αλεξάνδρα.

Μπαίνοντας, η Δέσποινα είχε βάλει στο περβάζι του υπνοδωματίου ένα απλό πήλινο γλαστράκι με βιολέτα, αγορασμένο στη λαϊκή με πενήντα ευρώ. Την άλλη βδομάδα είχε εξαφανιστεί. „Δεν ταιριάζει στο concept”, είχε πει η Αλεξάνδρα και το είχε πετάξει.

Η Δέσποινα δεν είπε τίποτα τότε. Ούτε ο Μανώλης.

Η πρώτη φορά. Μετά ακολούθησαν πολλές.

***

Οι μεταφορείς ήρθαν στις δέκα. Δυο σιωπηλοί άντρες με καρότσι και ρολό σελοτέιπ. Η Αλεξάνδρα τους υποδέχτηκε στην είσοδο με λίστα στο χέρι. Εκτυπωμένη λίστα, αριθμημένη. Η Δέσποινα πρόλαβε να δει τις πρώτες γραμμές: «Σαλόνι: γωνιακός καναπές (δέρμα, γκρι), 1 τμχ· τραπεζάκι σαλονιού (μάρμαρο), 1 τμχ· φωτιστικό δαπέδου (μπρούντζος), 2 τμχ »

Έστριψε αμέσως στην κουζίνα. Έβαλε το βραστήρα, έτσι για να κάνει κάτι με τα χέρια της.

Ο Μανώλης μπήκε μέσα και στάθηκε στην πόρτα.

Δέσποινα.

Τι;

Είσαι καλά;

Τον κοίταξε· το πρόσωπό του, εκείνο που είχε αγαπήσει και τώρα φορούσε τη μάσκα του παιδιού που έκανε σκανταλιά. Φρύδια μαζεμένα, βλέμμα χαμηλό, φωνή σχεδόν παρακλητική.

Καλά είμαι, είπε. Τσάι θέλεις;

Δέσποινα

Θα πιείς τσάι, ναι ή όχι;

Είπε ναι, χαμηλόφωνα.

Γέμισε δυο κούπες. Τις άσπρες με τα λαγουδάκια που είχαν αγοράσει στην Ολλανδία, αταίριαστες με το στυλ της κουζίνας. Η Αλεξάνδρα τις έλεγε «φτήνιες». Μα γι αυτό και τις αγαπούσε η Δέσποινα.

Ήπιαν το τσάι όρθιοι, ακούγοντας το ξετύλιγμα του σελοτέιπ και τις οδηγίες της Αλεξάνδρας.

Δεν έχει δικαίωμα, μουρμούρισε η Δέσποινα. Το σαλόνι το διαλέξαμε μαζί. Τα φωτιστικά τα διάλεξα εγώ. Οι πίνακες του υπνοδωματίου είναι απ’ τη Φλωρεντία, με δικά μου λεφτά.

Θα το συζητήσω μαζί της.

Το έχεις πει ήδη πέντε φορές σήμερα.

Δεν της απάντησε. Κοίταζε το λαγουδάκι στην κούπα του.

Μανώλη, είπε εκείνη και η φωνή της βγήκε τελικά όπως δεν ήθελε: κουρασμένη, άδεια. Δεν ζητάω τον καναπέ. Ούτε τα πράγματα. Σου ζητάω μόνο να σταθείς δίπλα μου. Μια φορά. Καταλαβαίνεις; Να σταθείς εδώ.

Σήκωσε τα μάτια του επάνω της.

Εδώ είμαι.

Όχι, είσαι στο παράθυρο.

***

Η Αλεξάνδρα ήταν εξήντα τεσσάρων· από εκείνες τις γυναίκες που όταν μπαίνουν σε χώρο αφήνουν λιγότερο αέρα για τους υπόλοιπους. Όχι κακιά. Απλά απόλυτη. Ήξερε πάντα τι είναι σωστό και τι «δεν ταιριάζει στο concept».

Αγαπούσε τον γιο της. Η Δέσποινα δεν το αμφέβαλε. Μα η αγάπη της ήταν μια πνιγηρή, ογκώδης κουβέρτα και για τη Δέσποινα δεν περίσσευε τίποτα. Όχι από σκληρότητα. Απλά, δεν χωρούσε στη σκέψη της ότι κάποιος άλλος θα μπορούσε να αγαπήσει τον γιο της εξίσου, ή και περισσότερο.

Τον πρώτο χρόνο του γάμου, η Δέσποινα προσπάθησε να τη φέρει κοντά. Την καλούσε για δείπνο. Ρωτούσε για συνταγές. Της χάρισε μαντίλι, το διάλεξε ώρα. Η Αλεξάνδρα ευχαρίστησε και το άφησε στην άκρη λέγοντας πως είναι ευαίσθητη στο μαλλί.

Το δεύτερο χρόνο η Δέσποινα σταμάτησε να προσπαθεί· κράτησε απόσταση, κόσμια, χωρίς φασαρίες.

Τον τρίτο κατάλαβε πως απόσταση δεν υπάρχει εκτός κι αν την ορίζει η Αλεξάνδρα.

Μετά έχασε το μέτρημα.

***

Μανώλη, φώναξε η Αλεξάνδρα απ το σαλόνι. Έλα εδώ, να αποφασίσουμε για τους πίνακες.

Άφησε κάτω την κούπα. Η Δέσποινα κοίταζε τον Μανώλη καθώς περνούσε το κατώφλι, όπως κάποιος που ξέρει απ έξω κάθε βήμα της παλιάς διαδρομής. Το ελαφρύ τράβηγμα των ώμων, το σφίξιμο στον ρυθμό.

Για δέκα χρόνια, πάντα έτσι. Πήγαινε στην πρώτη φωνή, στο πρώτο κάλεσμα.

Η Δέσποινα είχε κουραστεί να θυμώνει. Θυμός θέλει ενέργεια, και δεν της είχε απομείνει.

Άκουγε από την κουζίνα τη διανομή της ζωής της, με βάση τη λίστα. Η Αλεξάνδρα απαριθμούσε, «Αυτός είναι απ τη γκαλερί, θα τον πάρουμε…». Ο Μανώλης απαντούσε κάτι βουβό, συμφωνητικό.

Τελείωσε το τσάι, ξέπλυνε τις κούπες, τις άφησε να στεγνώσουν.

Βγήκε στο διάδρομο και πήγε στο υπνοδωμάτιο χωρίς λόγο το μόνο που ήθελε ήταν να μη στέκεται στην κουζίνα ακούγοντας το ξεκαθάρισμα των πραγμάτων της ζωής της.

Το υπνοδωμάτιο έπαιζε με λωρίδες ήλιου στο στρωμένο κρεβάτι. Ακόμα δεν είχε αποφασιστεί ποιος θα έπαιρνε το κρεβάτι. Μάλλον η Αλεξάνδρα ήδη είχε αποφασίσει.

Η Δέσποινα κάθισε στην άκρη, άγγιξε το γαλάζιο κάλυμμα.

Θυμήθηκε πως το διάλεξε. Βρέθηκε μπροστά σε δυο επιλογές· το ένα πρακτικό, σκούρο, «δεν λερώνει», το άλλο γαλάζιο, σαν τον ουρανό, ακατάλληλο στο concept. Διάλεξε το γαλάζιο. Ο Μανώλης απόρησε αλλά δεν είπε τίποτα.

Ίσως το πιο αυθόρμητο πράγμα που έκανε η Δέσποινα σ αυτό το σπίτι.

***

Άνοιξε την εσοχή στην ντουλάπα ψάχνοντας μια παλιά τσάντα. Βρήκε μια χάρτινη, πειραγμένη στα άκρα, κουτί παπουτσιών. Επάνω με μαρκαδόρο το δικό της χέρι: «Διάφορα. Δικά μας».

Ξεχασμένο. Βγήκε το κουτί, στάθηκε δίπλα της στο κρεβάτι.

Άνοιξε.

Δυο εισιτήρια σινεμά, κιτρινισμένα, μισοσκισμένα. Δύσκολα θυμήθηκε ποια ταινία. Μετά της ήρθε: «Αμελί». Τρίτο ραντεβού τους. Ο Μανώλης τότε προσποιήθηκε πως δεν του άρεσε, μετά από χρόνια ομολόγησε το αντίθετο.

Μια καρτ ποστάλ απ τη Βαρκελώνη στο μέλι τους μήνα. Ζωγραφισμένη η Sagrada Familia, και πίσω ο Μανώλης είχε γράψει: «Σ αγαπώ περισσότερο απ όσο ο Γκαουντί αγαπούσε αυτόν τον ναό. Κι αυτός τον λάτρευε εβδομήντα τρία χρόνια». Γέλασαν τότε. «Θα με αγαπάς εβδομήντα τρία χρόνια;» Της απάντησε: «Θα προσπαθήσω».

Εκείνος σαράντα, εκείνη τριάντα οκτώ. Ζήσαν μαζί δέκα. Απομένουν εξήντα τρία.

Κρατούσε την κάρτα και σκεφτόταν.

Στη σειρά βρέθηκαν: ένας μαγνητάκι σε σχήμα πύργου του Άιφελ, που αγόρασαν στο Παρίσι και η Αλεξάνδρα αφαίρεσε από το ψυγείο ως „κιτς”; ένα πλαστικό βραχιόλι με το Συμμετέχω από κάποιο εταιρικό event που χόρευαν μεθυσμένοι; ένα ξερό λουλούδι, σχεδόν διαλυμένο, μάλλον απ’ ένα λιβάδι ταξιδιού χωρίς λόγο παρά μόνο ομορφιά; τρία κοχύλια απ τον Ευβοϊκό· χαρτοπετσέτα με τρίλιζα, από καφέ, όταν ακόμα μοιράζονταν παιγνίδια αναμονής.

Όλα τους φθηνές, ασήμαντες αποδείξεις καθημερινού μοιράσματος. Δεν υπήρχαν πουθενά στη λίστα.

Η Δέσποινα κάθισε πάνω στο γαλάζιο κάλυμμα, με τη χαρτοπετσέτα αγκαλιά, κι αυτό μέσα της, που χρόνια κρατούσε μαζεμένο, άρχισε να ξετυλίγεται, αργά.

Δεν έκλαψε. Δεν ήξερε να κλαίει έτσι. Απλά κάθισε και ανέπνεε. Στο σαλόνι συνέχιζαν τα σελοτέιπ, η Αλεξάνδρα μοίραζε ποτήρια και κρύσταλλα.

***

Ο Μανώλης μπήκε στην κρεβατοκάμαρα, μάλλον να βρει κάτι δικό του. Την είδε με το κουτί.

Τι είναι αυτά;

Κοίτα.

Πήρε τα εισιτήρια, την κάρτα.

Η Δέσποινα παρακολουθούσε το πρόσωπό του, που άλλαζε φως σιγά, όπως όταν φεύγουν τα σύννεφα μπροστά από τον ήλιο.

«Αμελί», είπε σιγανά. Τότε είπα πως δεν μου άρεσε.

Το θυμάμαι.

Ψέμματα ήτανε.

Το ξέρω.

Κάθισε δίπλα της. Πήρε το βραχιόλι.

Από την εταιρεία του Κώστα. Το ’15.

Ναι.

Τότε έχασες το παπούτσι. Στην πίστα.

Το βρήκες κάτω απ το μπαρ.

Είπα ότι είσαι Σταχτοπούτα.

Κι απάντησα πως δεν μοιάζεις με πρίγκιπα.

Χαμογέλασε, μα όχι με το απολογητικό χαμόγελο της τελευταίας διετίας, αλλά μ εκείνο το παλιό, αληθινό, στραβώνοντας ελάχιστα το αριστερό του χείλος.

Πρίγκιπας, όχι, παραδέχτηκε.

Σιώπησαν. Στο σαλόνι έπεσε κάτι βαρύ. Η Αλεξάνδρα ακούστηκε αυστηρή: Προσοχή. Μεταφορέας: Συγγνώμη.

Μανώλη, είπε η Δέσποινα.

Ναι.

Γιατί είμαστε εδώ; Όχι σ αυτό το δωμάτιο. Γενικά. Γιατί φτάσαμε εδώ;

Δεν απάντησε αμέσως. Έπαιζε με το κοχύλι.

Δεν ξέρω, είπε τελικά.

Ξέρεις, απάντησε χωρίς θυμό.

Άφησε το κοχύλι πίσω.

Είμαι δειλός, είπε.

Τον κοίταξε, σ εκείνη τη γνώριμη γραμμή μετώπου και μύτης.

Το ξέρω.

Έπρεπε να γίνει αλλιώς.

Ναι.

Έπρεπε να πολλές φορές.

Ναι, Μανώλη.

Για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα, ο Μανώλης την κοίταξε καταπρόσωπα.

Θέλω να ξέρεις, ψιθύρισε θυμάμαι τα πάντα. Αυτά εδώ, έγνεψε προς το κουτί τα θυμάμαι. Τα εισιτήρια, τον τρντέλνικ και τη γλώσσα σου που κάηκε, το λιβάδι, τα κοχύλια, την κορνίζα που ήθελες να φτιάξεις εγώ γκρίνιαζα για το κιτς και συ θύμωσες, μετά κολυμπούσαμε στις τρεις τα ξημερώματα και

Σταμάτα.

Γιατί;

Γιατί πονάει.

Έμεινε σιωπηλός.

Κι εμένα πονάει, είπε χαμηλόφωνα.

***

Η Αλεξάνδρα εμφανίστηκε στην πόρτα.

Μανώλη, πρέπει να

Είδε το κουτί. Τους είδε μαζί, στο κρεβάτι. Κάτι στο βλέμμα της άλλαξε ανεπαίσθητα.

Τι είναι αυτό;

Τα δικά μας, είπε ο Μανώλης.

Ποια δικά σας; Πέτα το αυτό, είναι σκουπίδια.

Μαμά.

Κάτι χαρτάκια, ανοησίες

Μαμά, επανέλαβε και στη φωνή του υπήρχε κάτι καινούργιο.

Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε.

Τι;

Βγες σε παρακαλώ.

Πολλά δευτερόλεπτα σιωπή.

Μανώλη, οι μετακομιστές περιμένουν, πρέπει να

Μαμά. Βγες απ το δωμάτιο.

Η Δέσποινα κοιτούσε τα χέρια της, όχι την πεθερά της. Άκουγε την ένταση της σιωπής που ακολούθησε.

Εντάξει, είπε η Αλεξάνδρα τελικά, βγάζοντας κάτι άλλο στη φωνή. Εντάξει. Όταν τελειώσετε, φωνάξτε με.

Βήματα. Πόρτα που δεν κλείνει, φωνές που απομακρύνονται.

Η Δέσποινα άφησε μια αργή ανάσα.

Πρώτη φορά το έκανες αυτό, είπε.

Τι;

Τη ζήτησες να βγει.

Ναι.

Δέκα χρόνια, πρώτη φορά.

Το ξέρω.

Γιατί τώρα;

Δεν ξέρω, ίσως κόμπιασε ίσως επειδή μόλις είδα το κουτί. Και κατάλαβα πως όλα όσα μοιράζουμε εκεί έξω είναι πράγματα. Ο καναπές είναι καναπές, το βάζο είναι βάζο. Αυτό, έγνεψε είμαστε εμείς. Το μόνο πραγματικά δικό μας.

Η Δέσποινα τον κοίταξε ώρα.

Μανώλη, αυτά είναι ωραία λόγια.

Δεν θέλω λόγια. Εγώ

Περίμενε να τελειώσω. Είναι ωραία λόγια κι έχω κουραστεί από λόγια. Ξέρεις να εξηγείς τι έγινε και πώς θα είναι την επόμενη φορά αλλιώς. Αλλά άλλο να λες, άλλο να κάνεις.

Το ξέρω.

Δεν το ξέρεις. Αν ήξερες, δεν θα ήταν τώρα αυτή η γυναίκα στο σαλόνι να πακετάρει τη ζωή μας. Έφτιαξε λίστα, κατάλαβες; Λίστα τι είναι δικό μας. Ήρθε και έκανε λίστα.

Θα τη σταματήσω.

Τώρα;

Ναι.

Είναι αργά, είπε η Δέσποινα. Έπρεπε να το κάνεις όταν πέταξε το λουλούδι μου απ το παράθυρο. Ή όταν άλλαξε έπιπλα στο υπνοδωμάτιό μας. Ή όταν μου εξήγησε πως κάνω λάθος το γεμιστό. Ή όταν

Δέσποινα

Ή όταν σου είπε πως δεν χρειαζόμαστε παιδιά τώρα, πως πρώτα πρέπει να πατήσουμε στα πόδια μας, και συ δέχτηκες, κι εγώ τότε

Σώπασε.

Έγινε ησυχία.

Αυτό πόνεσε πιο πολύ, είπε σχεδόν άηχα. Από ό,τι άλλο.

Ο Μανώλης καθόταν ακίνητος. Το πρόσωπό του αλλιώτικο, ανοιχτό, χωρίς άμυνα.

Το ξέρω, παραδέχτηκε, Τότε

Μην εξηγείς.

Θέλω να εξηγήσω.

Όχι τώρα.

Έκλεισε το κουτί προσεκτικά.

Αυτό θα πάρω μαζί, είπε. Αυτό είναι που θέλω.

Εντάξει.

Τίποτα άλλο δεν θέλω από αυτό το σπίτι.

Εκείνος την κοίταξε.

Πού θα πας;

Στη Μαρίνα προσωρινά. Μετά θα βρω κάτι.

Δέσποινα

Τι;

Μην φύγεις.

Σηκώθηκε. Πήρε το κουτί της· ήταν ελαφρύ τι παράξενα ελαφρύ για όσα κουβαλούσε μέσα του!

Μανώλη, φεύγω από το διαμέρισμα, δεν φεύγω από σένα. Δεν θέλω πια να ζω εδώ. Ποτέ δεν ήθελα, απλώς έκανα πως ήθελα.

Από το διαμέρισμα μπορείς να φύγεις μαζί.

Σταμάτησε.

Γύρισε.

Τι είπες;

Στάθηκε, ίσιος, χέρια στα πλάγια.

Είπα, να φύγουμε μαζί. Δεν θέλω τον καναπέ. Ούτε τα κρύσταλλα ή τους πίνακες της γκαλερί. Θέλω εσένα και το κουτί Τίποτα άλλο.

Η Δέσποινα τον κοίταζε.

Μέσα της κάτι συνέβαινε: ελπίδα, φόβος, εξάντληση, κι άλλη μια λέξη που δεν ήξερε καν πώς να ονομάσει.

Μανώλη, είσαι σαράντα χρονών άντρας. Αν φύγεις μαζί μου, η μάνα σου

Το ξέρω.

…θα θυμώσει πολύ.

Το ξέρω, Δέσποινα.

Κι είσαι έτοιμος γι αυτό;

Δεν ξέρω αν είμαι, αλλά αν δεν το κάνω τώρα δεν θα με σέβομαι.

Σύντομη παύση.

Αυτό είναι άλλη συζήτηση, είπε εκείνη.

Ναι;

Ναι. Δεν είναι «θέλω να σε φέρω πίσω». Είναι «θέλω να σέβομαι εμένα». Είναι άλλο.

Ίσως, είπε, μα το ένα χωρίς το άλλο δεν γίνεται ίσως.

***

Στο σαλόνι η Αλεξάνδρα μιλούσε στους μεταφορείς. Μόλις μπήκαν, γύρισε. Κοίταξε το κουτί. Κοίταξε το γιο της.

Τελειώσατε;

Μαμά, είπε ο Μανώλης. Τέλος.

Τι τέλος;

Όλα, έκανε κύκλο στο σαλόνι, ανάμεσα σε σπασμένα έπιπλα και έναν φωτιστικό τυλιγμένο σε φούσκα πάρτα. Δεν διεκδικώ τίποτα.

Η Αλεξάνδρα τον κοίταζε περίεργα.

Τι λες;

Καναπέ, βάζα, ποτήρια, πίνακες, κουζίνα «Λάμψη Μοντέρνα» δικά σου. Κάνε τα ό,τι θέλεις.

Μανώλη είναι ακριβά αυτά, είναι κινητή περιουσία

Μαμά. Φεύγω με τη Δέσποινα και αυτό το κουτί. Αυτό μόνο.

Σιωπή.

Η Αλεξάνδρα κοίταζε πότε το παιδί της και πότε τη νύφη της. Ένα ξένο ύφος είχε πέσει στο πρόσωπό της. Όχι θυμός. Όχι παράπονο. Μάλλον η απορία αυτού που γνωρίζει τους κανόνες, ξαφνικά σε τραπέζι όπου η τράπουλα άλλαξε.

Έχεις τρελαθεί, μουρμούρισε.

Μπορεί.

Ανοησίες. Αυτό

Μαμά, στάθηκε δίπλα της, χωρίς οργή, χωρίς τίποτα πια. Σ αγαπώ. Αλλά δεν αντέχω άλλο έτσι. Αυτό δεν είναι ζωή. Είναι διαχείριση πρότζεκτ. Εγώ πρότζεκτ δεν θέλω να είμαι.

Η Αλεξάνδρα σώπασε πολύ. Μετά είπε:

Θα το μετανιώσεις.

Μπορεί, απάντησε. Αλλά θέλω να μετανιώσω για κάτι που εγώ διάλεξα.

***

Βγήκαν απ το διαμέρισμα λίγο πριν τις δύο. Η Δέσποινα κρατούσε το κουτί. Ο Μανώλης μια μικρή τσάντα με ρούχα και το λαπτοπ της δουλειάς του.

Στο ασανσέρ, σιωπή. Ένα μεγάλο καθρέφτης, και η Δέσποινα έβλεπε δυο ανθρώπους χλωμούς, γερασμένους, ο ένας με χαρτόκουτο, ο άλλος με σακίδιο.

Στο ισόγειο ο θυρωρός υποκλίθηκε αμυδρά. Οι αυτόματες πόρτες άνοιξαν. Έξω, μια περίεργη αθηναϊκή άνοιξη, υγρή, μύριζε γη και βρόχα στον Σαρωνικό.

Στάθηκαν στο πλατύσκαλο.

Πού; ρώτησε ο Μανώλης.

Στη Μαρίνα.

Δεν μπορώ να πάω στη Μαρίνα.

Δεν είσαι υποχρεωμένος.

Δεν θέλω να πάω αλλού. Όπου κι εσύ.

Έβλεπε την πόλη· οι μικροί άνθρωποι τώρα φαίνονταν κανονικοί, σε κανονικό κόσμο.

Μανώλη, δεν έχουμε σπίτι.

Ξέρω.

Δεν έχουμε σχεδόν καθόλου λεφτά. Όλα στην τράπεζα ώς το δικαστήριο.

Ένα μικρό πόσο είχα στην άκρη. Η μαμά δεν ήξερε.

Εντάξει. Αλλά είναι προσωρινό. Θα μείνουμε κάπου μικρό και μάλλον άσχημο.

Οκέι.

Χωρίς κουζίνα «Λάμψη Μοντέρνα».

Ευτυχώς.

Τον κοίταξε. Κι εκείνος την κοίταζε. Στο πρόσωπό του κάτι σαν λύτρωση, αλλά η λέξη ήταν μικρή για το βάρος εκείνη τη στιγμή.

Δεν τελείωσε η ιστορία, είπε. Τώρα αρχίζει. Θα ρθει δικαστήριο, μητέρα, άλλα

Καταλαβαίνω.

Δεν ξέρω αν θα αντέξουμε.

Ούτε εγώ.

Κι όμως;

Στάθηκε μια στιγμή. Ύστερα είπε:

Κι όμως.

Η Δέσποινα τακτοποίησε το κουτί της. Ήταν ελαφρύ. Μερικά εισιτήρια, μια κάρτα, ένας μαγνήτης, πλαστικό βραχιόλι, ξερό λουλούδι, τρία κοχύλια, μια χαρτοπετσέτα με τρίλιζα.

Ό,τι απέμεινε από δέκα χρόνια. Κι ίσως ό,τι στ’ αλήθεια υπήρξε.

Πάμε, είπε.

Και ξεκίνησαν. Σ’ έναν συνηθισμένο δρόμο, με μια κούτα και μια τσάντα. Πίσω, πάνω ψηλά, έμεινε το διαμέρισμα στον εικοστό τρίτο, το παρκέ, ο παγωμένος καταρράκτης και η Αλεξάνδρα, που μάλλον ήδη έδινε εντολές.

Προχωρούσαν μπροστά. Η Δέσποινα δεν ήξερε αν ήταν σωστό. Δεν ήξερε σχεδόν τίποτα, μόνο αυτό: είχε το κουτί της. Κι εκείνον, δίπλα. Και άνοιξη. Και αυτή τη μυρωδιά, τη μυστήρια ελληνική, που δηλώνει άνοιξη ακόμα κι αν κάνει κρύο.

Μανώλη, είπε πηγαίνοντας.

Ναι;

Θυμάσαι που μαζεύαμε κοχύλια;

Στην Εύβοια. Ήθελες να φτιάξεις κορνίζα.

Είπες πως είναι κιτς.

Είναι κιτς.

Θα τη φτιάξω.

Καλά, είπε.

Απλώς δεν έχουμε μέρος να τη βάλουμε.

Θα βρούμε, είπε.

Η Δέσποινα δεν απάντησε. Προχωρούσε, κρατώντας το κουτί της, σκεπτόμενη πώς, καμιά φορά, το θα βρούμε δεν είναι υπόσχεση. Είναι μόνο μια λέξη. Μα καμιά φορά, μια λέξη είναι αρκετή για το επόμενο βήμα. Και το μεθεπόμενο. Και το επόμενοΤον δρόμο τον έκοβε μια μικρή λακκούβα γεμάτη βρόχινο νερό. Η Δέσποινα την προσπέρασε προσεκτικά· το κουτί της γλίστρησε ελαφρά, σχεδόν της έφυγε από τα χέρια. Ο Μανώλης στάθηκε λίγο, ύστερα έσκυψε και τη βοήθησε να το σταθεροποιήσει.

Πρόσεχε, της είπε.

Αυτό ήταν το δύσκολο, όχι τα βήματα τα επόμενα;

Εκείνος χαμογέλασε, ίσια στα μάτια της γεμάτο φως, αναπάντεχο.

***

Περπάτησαν λίγο ακόμα σιωπηλοί, μα η σιωπή αυτή δεν ήταν πια βαρύδι· ήταν μια σιωπή που συνόδευε ανθρώπους όταν ξεκινάνε κάτι ανεξήγητα δικό τους. Άγνωστο, κάπως επικίνδυνο, μα δικό τους.

Στη γωνία, σε μια παλιά καφετέρια, κοντοστάθηκαν. Ο Μανώλης πρότεινε το πιο απλό:

Να κάτσουμε για καφέ; Κι όσο χρειαστεί, είμαστε εδώ.

Η Δέσποινα κάθισε ανάμεσα στο κουτί και το φλιτζάνι· το χέρι της ακουμπούσε απαλά το χαρτόκουτο, σαν να σκέπαζε κάτι ζεστό και αναντικατάστατο.

Ξέρεις, είπε, αν το σκεφτώ καλά ίσως να μην έπρεπε να μαζεύω όσα μικρά πράγματα θυμίζουν τις μέρες μας.

Γιατί;

Γιατί μ αυτά χτίσαμε σπίτι, όχι δωμάτια με παρκέ.

Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Πήρε μια βαθιά ανάσα, μετά ακούμπησε το δικό του χέρι πάνω στο κουτί, μαζί με το δικό της. Έμειναν έτσι, δυο χέρια απλωμένα σ ένα παλιό, χάρτινο κουτί, σαν να είναι κάτι πολύτιμο, σαν να κρατούν ό,τι χρειάζονται.

Έξω η βροχή είχε σταματήσει. Και στους δρόμους όπως καμιά φορά στις ιστορίες που δεν έχουν όμορφο τέλος, αλλά ανοίγουν μονοπάτι έπεφτε ένα παράξενο, καθαρό φως. Οι άνθρωποι έτρεχαν, τα καταστήματα ετοίμαζαν βιτρίνες με καινούργιες εποχές.

Η Δέσποινα σήκωσε το φλιτζάνι της. Άχνιζε λίγο πριν το πιει· το άρωμα της βανίλιας έπλεξε έναν σίγουρο, μικρό κύκλο γύρω τους. Σκέφτηκε πως ίσως αυτό να ήταν το σπίτι που έψαχναν: δυο χέρια που κρατούσαν όσα δεν έμπαιναν σε λίστες, κι έναν καφέ σε μια άγνωστη γειτονιά. Τίποτα προσωπικό, μόνο πράγματα μα αν τα πιάσεις σωστά, τότε, ίσως, τα πράγματα να γίνονται πρόσωπα, και οι μέρες να πλέκονται ξανά απ την αρχή.

Η Δέσποινα κοίταξε μια στιγμή το κουτί κι έπειτα τον Μανώλη, σαν να ξανασυστήνονται για πρώτη φορά.

Πάμε πάλι; ρώτησε.

Κι εκείνος απάντησε όπως πρέπει, με εκείνο το παλιό, ξεχασμένο χαμόγελο:

Πάμε. Από την αρχή.

Oceń artykuł
Τίποτα προσωπικό, μόνο αντικείμενα