Σύζυγος για το Σαββατοκύριακο
Το μπιφτέκι καθόταν ακριβώς στη μέση του πιάτου. Ο Αλέξανδρος το κοιτούσε και ένιωθε το στομάχι του να γουργουρίζει προδοτικά.
Ελένη, θα πάρω μια φέτα ψωμί με λίγο τυρί, εντάξει; Πεινάω λίγο.
Άλεξ, σε είκοσι λεπτά τρώμε. Τα φαγητά θα κρυώσουν.
Μα, θα το φάω γρήγορα, μία μπουκιά μόνο.
Δεν μπορείς να περιμένεις είκοσι λεπτά; Τα έχω υπολογίσει όλα. Οι πατάτες θα είναι έτοιμες στις επτά και τέταρτο, το κοτόπουλο στις επτά και είκοσι. Αν φας τώρα κάτι, μετά δε θα θες να φας κανονικά.
Ο Αλέξανδρος πήρε μια βαθιά ανάσα και κάθισε στο τραπέζι. Η Ελένη ήταν μπροστά στο ψυγείο και τακτοποιούσε τα ψώνια που μόλις είχαν φέρει από το σούπερ μάρκετ. Κάθε προϊόν έβρισκε ακριβώς τη θέση του. Το γάλα δεύτερο ράφι δεξιά, το τυρί στο συρτάρι για τα τυριά, τα γιαούρτια με σειρά λήξης, τα πιο κοντινά στην άκρη.
Μπορώ τουλάχιστον να βάλω ένα τσάι;
Βάλε. Αλλά μόνο ένα κουταλάκι ζάχαρη.
Ελένη, είμαι μεγάλος άντρας.
Είσαι υποψήφιος διαβητικός. Ο πατέρας σου είχε διαβήτη, ο παππούς σου επίσης. Μόνο ένα κουταλάκι.
Ο Αλέξανδρος έφτασε για το βραστήρα, αλλά η Ελένη ήρθε κοντά, πήρε την κούπα του, έβαλε το τσάι, μέτρησε προσεκτικά ένα κουταλάκι ζάχαρη και του το έδωσε.
Πιες.
Κοίταξε την κούπα. Ύστερα την πλάτη της, που είχε επιστρέψει στο ψυγείο. Ήπιε μια γουλιά. Το τσάι ήταν νεροζούμι, σχεδόν χωρίς γλυκύτητα. Δεν είπε τίποτα.
Έξω είχε ήδη σκοτεινιάσει. Ο Οκτώβρης στην Αθήνα σκοτεινιάζει νωρίς και στη γειτονιά τους, με τις πολυκατοικίες σφιχτά η μια δίπλα στην άλλη, το σκοτάδι πέφτει νωρίτερα. Τα φώτα της αυλής φωτίζανε ήσυχα, τα αυτοκίνητα παρκαρισμένα στις γνωστές θέσεις τους. Όλα ήταν όπως πάντα.
Εκείνος πενήντα επτά κι εκείνη πενήντα πέντε. Τριάντα χρόνια μαζί. Το διαμέρισμα καθαρό σαν χειρουργείο, ήσυχο σαν βιβλιοθήκη.
***
Το Σάββατο τους άρχιζε στις οκτώ το πρωί. Όχι γιατί δεν μπορούσαν να κοιμηθούν παραπάνω, αλλά γιατί στις οκτώ ξεκινούσε το πρόγραμμα. Η Ελένη το έγραφε πάντα Παρασκευή βράδυ, με τακτικά γράμματα, σε τετράδιο με τετραγωνάκια.
Οκτώ ακριβώς. Πρωινό.
Οκτώμισι. Σφουγγάρισμα.
Δέκα ακριβώς. Σούπερ μάρκετ (Μεσολογγίου), ξεχωριστά για απορρυπαντικά.
Δώδεκα. Μεσημεριανό.
Μία ακριβώς. Ξεκούραση, μία ώρα.
Δύο ακριβώς. Επίσκεψη στη θεία Βάσω.
Πέντε ακριβώς. Επιστροφή στο σπίτι.
Πέντε και μισή. Βραδινό.
Έξι και μισή. Τηλεόραση ή βιβλίο.
Δέκα ακριβώς. Ύπνος.
Ο Αλέξανδρος ήξερε αυτό το πρόγραμμα απ έξω. Όχι γιατί το διάβαζε, αλλά γιατί δεν άλλαζε εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Μόνο η ώρα της επίσκεψης και καμιά φορά το όνομα του σούπερ μάρκετ.
Έτριβε τα πατώματα με το πανί, από τοίχο σε τοίχο και σκεφτόταν το ψάρεμα. Έτσι, απλά σκεφτόταν. Πόσος καιρός είχε περάσει που είχε να πάει για ψάρεμα; Οχτώ χρόνια περίπου. Τελευταία φορά με τον Κώστα από τη δουλειά, στη λίμνη Υλίκη. Πιάσανε τρεις μικρές γόπες κι έναν σαργό. Καθόντουσαν στην όχθη μέχρι αργά, μαγειρέψανε ψαρόσουπα στην κατσαρόλα, ο Κώστας έλεγε αστεία κι οι δυο γελούσαν τόσο που έφυγαν οι πάπιες μακριά.
Είχε γυρίσει αργά τότε, σχεδόν μεσάνυχτα. Η Ελένη δεν κοιμόταν.
Ξέρεις τι ώρα είναι;
Ξέρω, βρε Ελένη. Αργήσαμε, πέρασε η ώρα.
«Αργήσαμε» Σου τηλεφώνησα οχτώ φορές. Το φαγητό στο ψυγείο. Σα χάρισμα είναι τώρα.
Συγγνώμη.
Καταλαβαίνεις πως ανησύχησα;
Συγγνώμη, Ελένη
Έκτοτε, δεν ξαναπήγε για ψάρεμα. Όχι γιατί το απαγόρευσε εκείνη. Απλά, έτσι έτυχε. Πάντα κάτι άλλο ήταν πιο σημαντικό, δουλειές, επιδιορθώσεις, επισκέψεις. Κι ύστερα απλά σταμάτησε να προτείνει. Ήταν πιο εύκολο να μη μιλήσει καν.
Άλεξ, ξεπλένεις σωστά το πανί; Μην το στύβεις πάρα πολύ, θα αφήσει σημάδια.
Το στράγγιξε όπως του είπε, αν και ο ίδιος δεν έβλεπε διαφορά. Τα πατώματα γυάλιζαν. Η Ελένη ήτανε περήφανη για το διαμέρισμά της. Μια φορά είπε σε φίλη της στο τηλέφωνο: «Στο σπίτι μου μπορείς να τρως από το πάτωμα». Ο Αλέξανδρος το άκουσε κι αναρωτήθηκε πότε στη ζωή του θα ήθελε να φάει όντως από κάτω, όσο καθαρό κι αν ήταν.
Το σούπερ μάρκετ έγινε όπως ήταν στο πρόγραμμα. Το μεσημεριανό το ίδιο. Η θεία Βάσω τους κέρασε πιτάκια με πατάτα, λίγο καμένα από κάτω, κι η Ελένη ευγενικότατα, φροντίζοντας να ακουστεί, είπε: «Βασούλα, μάλλον ο φούρνος σου ψήνει άνισα». Ο Αλέξανδρος έφαγε τρία και σκέφτηκε πως του άρεσαν ακριβώς γιατί είχαν καεί.
Γύρισαν σπίτι στις πέντε και είκοσι δέκα λεπτά νωρίτερα.
Η Ελένη έβαλε τα ψώνια μέσα, έβαλε το βραστήρα κι έβγαλε από το ψυγείο το ρυζόγαλο που είχε φτιάξει από το πρωί. Ήταν κομμένο άψογα σε έξι ίσια κομμάτια.
Ο Αλέξανδρος κάθισε στο τραπέζι, το κοίταξε και ένιωσε ένα παράξενο σφίξιμο. Όχι από το ρυζόγαλο. Από όλα μαζί. Από το ότι ήξερε ακριβώς τι θα συμβεί αύριο, μεθαύριο, την επόμενη βδομάδα, τον επόμενο χρόνο.
Ήπιε το τσάι, έφαγε, και πήγε να δει τηλεόραση.
***
Η ηλεκτρική σκούπα χάλασε Τετάρτη βράδυ. Απλά σταμάτησε να ρουφάει. Ο Αλέξανδρος τη διέλυσε στην κουζίνα. Φαινόταν ξεκάθαρα τι είχε: γεμάτο φίλτρο και, στη βούρτσα, το στήριγμα είχε σπάσει. Τίποτα δύσκολο. Είκοσι δύο χρόνια δούλευε μηχανικός σε εργοστάσιο ηλεκτρονικών στην Αιγάλεω, αυτά ήταν απλά.
Η Ελένη μπήκε στην κουζίνα και στάθηκε στην πόρτα.
Τι κάνεις;
Το φτιάχνω. Δες, έχει βουλώσει το φίλτρο και το πλαστικό έσπασε εδώ.
Αλέξανδρε, φώναξε μάστορα. Μην το πειράζεις εσύ.
Ελένη, μπορώ να το φτιάξω. Είναι απλό.
Τον σίδερο δύο φορές τον έφτιαξες και μετά χάλασε εντελώς. Την πρώτη δεν άναβε, τη δεύτερη έκαιγε μόνο από τη μία.
Αυτό ήταν άλλο. Εδώ ξέρω τι φταίει.
Αλέξανδρε
Ελένη, είμαι μηχανικός.
Στο εργοστάσιο, ναι. Όχι και στα ηλεκτρικά του σπιτιού. Μην το χάλασεις, θα πληρώσουμε τα διπλά.
Κάτι άλλαξε μέσα του. Κάτι μικρό στην αρχή, σαν πέτρα που μετατοπίζεται στο χώμα σιγά σιγά. Κοίταξε τα χέρια του, τα εξαρτήματα, το ήσυχο αλλά απόλυτο πρόσωπό της.
Θα το φτιάξω, Ελένη.
Αλέξανδρε
Θα το φτιάξω.
Εκείνη τον κοίταξε με απορία. Με λίγο εκνευρισμό. Βγήκε και δεν ξαναμπήκε.
Δούλεψε μια ώρα. Δούλεψε τέλεια η σκούπα μετά καλύτερα από πριν, αφού καθάρισε και το φίλτρο. Μάζεψε τα εργαλεία του, την άκουσε να λειτουργεί, γουργουρίζοντας σταθερά και σωστά.
Η Ελένη πέρασε, έριξε μια ματιά, έγνεψε, δεν είπε λέξη.
Εκείνος είχε περιμένει, τουλάχιστον, ένα „Μπράβο”.
***
Βρήκε την αγγελία σε μια κολόνα στο μετρό. «Επισκευές παλιών ηλεκτρονικών, ζωγραφικών καβαλέτων κ.λπ. Επικοινωνήστε στο παρακάτω τηλ. και διεύθυνση». Το παλιό στερεοφωνικό, ένα «ΙΟΝΙΟΝ» προ γάμου, στεκόταν άχρηστο στο χωλ, τρία χρόνια πια. Η Ελένη του είχε πει, «Πέτα το». Εκείνος έλεγε «άστο», και το ξανακούμπωνε στο ράφι.
Το είχε πάρει πριν παντρευτούν, με οικονομική στήριξη του πατέρα του. Εκεί άκουγε Θεοδωράκη και Χατζιδάκι, δίσκοι παρατεταγμένοι στο δωμάτιο της φοιτητικής εστίας. Όταν έμενε με την Ελένη, εκείνη τα έβαλε σε κουτί και το στειλε στην αποθήκη «Σκουπίζονται, τι να τα κάνεις στο σαλόνι». Πού και πού άνοιγε και έπινε το καθένα με το βλέμμα.
Το τηλέφωνο δε σήκωνε κανείς. Πήγε στη διεύθυνση. Σε παλιό νεοκλασικό, σε στενό κοντά στη Βασιλίσσης Σοφίας.
Βρήκε το κουδούνι, τρίτος όροφος. Χτύπησε, κανείς για πολλή ώρα. Ύστερα βήματα, κάποιο γυάλινο ήχο, η πόρτα ανοίγει.
Μια γυναίκα περίπου στην ηλικία του, με λινή ποδιά γεμάτη γαλάζιες και κίτρινες πιτσιλιές. Μαλλιά δεμένα πρόχειρα, μερικές μπούκλες ατίθασες. Ένα πράσινο σημάδι χρώμα στο μάγουλο.
Καλησπέρα! Για την αγγελία;
Ναι, είπαν ότι εδώ…
Ελάτε, ελάτε μέσα. Είμαι η Βαλεντίνα. Προσοχή, ο καβαλέτος μ’έχει καταλάβει το διάδρομο.
Μπήκε και στάθηκε.
Ήταν αλλιώτικο από όλα όσα είχε δει. Ή μάλλον, θύμιζε κάτι απ’ τα φοιτητικά του χρόνια. Παντού καμβάδες. Άλλοι άδειοι, άλλοι ημιτελείς, άλλοι, με στρώματα χρώματος από παλιότερα. Δίπλα στο παράθυρο, βαζάκια με πινέλα και σωληνάρια. Στο πάτωμα εφημερίδες χρωματισμένες από τυχαία βήματα. Στον καναπέ μια πορτοκαλιά γάτα, που τον κοίταξε με αγέρωχο βλέμμα.
Μύριζε χρώμα, λιναρόσπορο, καφέ κι ακόμη κάτι, αναγνωρίσιμο μόνο ως ζωή.
Συγγνώμη χάος, είπε η Βαλεντίνα, δούλευα όλη μέρα.
Δεν πειράζει, της απάντησε αυθεντικά. Ένιωσε έκπληκτος που το εννοούσε.
Τι θέλετε να φτιάξουμε;
Το στερεοφωνικό. «ΙΟΝΙΟΝ», ελληνικής. Δε γυρίζει ο δίσκος. Έκανα ήδη μερικές δοκιμές, μάλλον ο κινητήρας.
Α, ΙΟΝΙΟΝ! Ξέρω. Μπαταρία στο τηλεκοντρόλ τσεκάρατε; Συχνά χαλάνε οι επαφές.
Το τσέκαρα. Πιο βαθύ το πρόβλημα.
Εκείνη έγνεψε σκεπτική.
Τον φέρατε;
Όχι, ήρθα πρώτα να ρωτήσω. Το τηλέφωνό σας δεν απαντούσε.
Α, κοιτάξτε όπως χάνω το κινητό πενήντα φορές τη μέρα. Χθες το βρήκα κάτω απ τον καναπέ. Φέρτε τον, θα ρίξω μια ματιά. Μέχρι τότε, μήπως με βοηθήσετε με κάτι; Μετά τιμή, εννοείται.
***
Ο καβαλέτος έγερνε δίπλα στο μπαλκονόπορτα. Παλιά, στιβαρή κατασκευή, αλλά υπερβολικά χαλασμένο. Το στήριγμα για τον καμβά χάλαγε συνέχεια.
Να, είπε η Βαλεντίνα, εδώ θέλει κανονικό μπουλόνι. Δεν είχα και έβαλα πρόχειρα μια ξύλινη βίδα, αλλά κουνιέται.
Ο Αλέξανδρος κάθισε κάτω. Ζήτησε κατσαβίδι. Η Βαλεντίνα του έφερε τρία διαφορετικά. Βρήκε το σωστό, αφαίρεσε τη βίδα, ζήτησε μονωτική ταινία και τύλιξε για να κρατήσει καλύτερα. Πρόχειρη λύση.
Θέλει μπουλόνι Μ6, αγόρασέ το με παξιμάδι. Θα κρατήσει πιο γερά.
Μ6, επανέλαβε αργά, να το σημειώσω;
Πήρε ένα πινέλο, το βούτηξε στο μαύρο και έγραψε πάνω στην εφημερίδα: «Μ6 + παξιμάδι!»
Ο Αλέξανδρος γέλασε, αναπάντεχα ανακουφισμένος.
Θα το ξεχάσεις όταν πετάξεις την εφημερίδα.
Όχι, θα το βάλω στο ψυγείο. Πάμε για τσάι; Έχω χθεσινά πιτάκια, με λάχανο.
Σκέφτηκε να αρνηθεί σπίτι, δουλειές, η Ελένη… Όμως είπε:
Με χαρά.
***
Ήπιαν τσάι στη μικρή κουζίνα. Στο παράθυρο μεσογειακά φυτά σε ακατάστατα γλαστράκια. Τα πιτάκια σε πιάτο, χωρίς χαρτοπετσέτα, το ένα σχεδόν έπεφτε.
Ο Αλέξανδρος το δοκίμασε. Ήταν χθεσινό, λίγο μαλακό απ την υγρασία, μα απίθανο. Το λάχανο, το αυγό και το κρεμμύδι του θύμισαν τη μητέρα του.
Τέλειο, είπε.
Αλήθεια; Ποτέ δεν ήξερα να ψήνω, με έμαθε η κόρη μου πριν φύγει. Είναι φοιτήτρια Καλών Τεχνών στη Θεσσαλονίκη. Είκοσι δύο, μεγάλη πια… όχι σαν κι εμένα.
Εδώ πόσο καιρό μένετε;
Εδώ είμαι είκοσι πέντε χρόνια. Παλιά με τον άντρα μου χώρισα πριν έναν χρόνο. Τώρα, μ εμένα ζει ο γάτος, ο Μήτσος.
Με το άκουσμα του ονόματός του ο Μήτσος άνοιξε το ένα μάτι, κοίταξε κατά την κουζίνα, ξανακοιμήθηκε.
Στεναχωρηθήκατε;
Στην αρχή, ναι. Αλλά… Ξέρετε πώς είναι; Περπατάς καιρό μ ένα παπούτσι που σε χτυπάει, και όταν το βγάλεις καταλαβαίνεις ότι είχες μάθει πια στον πόνο κι ούτε το πρόσεχες.
Κοίταξε το δέντρο έξω απ το παράθυρο σχεδόν γυμνό, λίγα κίτρινα φύλλα έμεναν ακόμη.
Εσείς είστε μηχανικός; ρώτησε η Βαλεντίνα.
Ναι, στο εργοστάσιο.
Σας αρέσει;
Δουλειά σαν δουλειά. Παλιά μ άρεσε να φτιάχνω πράγματα για μένα. Να ταλαιπωρώ μηχανήματα. Ράδιο, εργαλεία, ποδήλατα. Και ψάρεμα.
Ψάρεμα! Πείτε μου.
Συνήθως, όποιος άκουγε για ψάρεμα άλλαζε θέμα. Η Ελένη πάντα: „Τι να πεις, κάθεσαι και περιμένεις”. Εδώ όμως η Βαλεντίνα τον άκουγε με πραγματικό ενδιαφέρον.
Μικρός πήγαινα κάθε καλοκαίρι με τον πατέρα μου. Φεύγαμε νύχτα, κι όσο πάμε, ξημέρωνε. Μύριζε το νερό άλλο πράγμα, και τόση σιγή που άκουγες το κελάηδισμα της κυπρίνας στις καλαμιές.
Η Βαλεντίνα στηρίχτηκε στο χέρι, άκουγε.
Μετά πήγαινα με φίλο μια φορά βγάλαμε τεράστιο λινάρι στη λίμνη Πλαστήρα. Νόμιζα βλήμα πιάσαμε.
Μιλούσε, μιλούσε κι όταν κοίταξε το ρολόι, είδε ότι είχε περάσει δυόμισι ώρες. Έφτανε εννιά.
Θεέ μου, πρέπει να φύγω.
Φυσικά. Ευχαριστώ για τον καβαλέτο, και τις ιστορίες σας.
Τις ιστορίες;
Γιατί με κάνατε να δω το ποτάμι που μιλούσατε!
Κατηφορίζοντας, αναρωτήθηκε πότε τον άκουσε κάποιος έτσι, χωρίς να τον διακόψει.
***
Η Ελένη ήταν στην κουζίνα όταν μπήκε. Το τραπέζι είχε έτοιμο αλλά κρύο βραδινό, με το πιάτο ανάποδα από πάνω. Το βλέμμα της έδειχνε ότι ετοιμαζόταν να μιλήσει.
Πού ήσουν;
Πήγα να ρωτήσω για το στερεοφωνικό, βρήκα μια κυρία ζωγράφο, με ζήτησε βοήθεια στον καβαλέτο… άργησε.
Δεν ειδοποίησες.
Δεν φαντάστηκα ότι θα αργήσω τόσο.
Σε περίμενα κατά τις επτά. Έφτιαξα μπιφτέκια. Στέγνωσαν από το ξαναζέστανα δύο φορές.
Ο Αλέξανδρος κοίταξε το πιάτο, ύστερα εκείνη.
Συγγνώμη για το φαγητό.
Δεν είναι το φαγητό! Είναι ότι έχουμε συμφωνήσει: αν βγεις, ειδοποιείς. Είναι στοιχειώδης σεβασμός.
Το κατάλαβα. Δεν το σκέφτηκα.
Ποτέ δεν σκέφτεσαι. Την Τρίτη πήρες λάθος φέτα, έγραψα light, πήρες πλήρη. Έπρεπε να τη πετάξω.
Κρέμασε το μπουφάν της. Τα χέρια της ήρεμα, αλλά κάτι μέσα του έσφιγγε σαν ελατήριο.
Έφαγα εκεί, είχε πίτες.
Πίτες.
Ναι.
Πήγες για το παλιό στερεοφωνικό και γύρισες στις εννιά με πίτες. Αντιλαμβάνεσαι;!
Βοήθησα έναν άνθρωπο, ήπια τσάι. Μένει μόνη, ζωγραφίζει. Μόνο με παρακάλεσε για κάτι.
Τι άνθρωπος;
Η Βαλεντίνα. Πενήντα τεσσάρων, δασκάλα στο πολιτιστικό. Χώρισε πριν ένα χρόνο.
Δηλαδή τώρα ξέρεις τα πάντα για αυτή.
Μιλήσαμε στη σάλα, Ελένη. Μόνο αυτό.
Η Ελένη σήκωσε τα μπιφτέκια, τα έβαλε στο ψυγείο. Διέκοψε απότομα.
Ζέστανε μόνος σου, αν θες. Πάω για ύπνο.
Έμεινε μόνος στο τραπέζι, ακούγοντας τη βροχή στο μπαλκόνι. Η βροχή, σκέφτηκε, δεν ακολουθεί ποτέ πρόγραμμα.
***
Ακολούθησαν κι άλλες φορές. Έφερε το ΙΟΝΙΟΝ, η Βαλεντίνα το τσέκαρε, του ζήτησε δυο μέρες. Επανήλθε είχε φτιαχτεί, πράγματι, ο κινητήρας ήθελε αλλαγή. Ήπιαν πάλι τσάι αυτή τη φορά ο Αλέξανδρος έφερε πίτα κερασμένη. Κατόπιν, ξαναπήγε, «να δει αν πήρε Μ6». Είχε αγοράσει λάθος πήρε Μ4, γέλασαν, το διόρθωσε, έβαλε αυτός σωστό.
Στην Ελένη ψιλοέλεγε ότι «πάει στη δουλειά του στερεοφωνικού», χωρίς λεπτομέρειες. Ίσως να μην ήθελε κι εκείνη να τα ξέρει όλα αρκούσε που θα γύριζε βράδυ.
Μια βραδιά άργησε πάλι. Κοιτούσαν μαζί λεύκωμα με αναπαραγωγές του Τσαρούχη, εκείνη του έδειχνε πως ζωγράφιζε το φως. Ο Αλέξανδρος άκουγε και σκεφτόταν ότι ποτέ δε φαντάστηκε πόσο διαφορετικά μπορεί να βλέπει το φως κάποιος.
Η Ελένη τον περίμενε.
Τα μπιφτέκια…
Ελένη, άκουσε με.
Τον κοίταξε, με κάτι νέο όχι θυμό, αλλά ανησυχία.
Τι συμβαίνει;
Τίποτα. Πηγαίνω σε μια φίλη, συζητάμε, βοηθάω. Μου αρέσει να περνάω χρόνο μαζί της.
Ξέρεις τι λες;
Ξέρω. Δεν υπάρχει τίποτα… σταμάτησε. Δεν υπάρχει τίποτα απ όσα φαντάζεσαι. Μιλάμε μόνο.
Μόνο μιλάτε.
Ναι.
Αλέξανδρε, τριάντα χρόνια μαζί. Τριάντα χρόνια φροντίζω το σπίτι, σε εσένα, στην υγεία μας, στο νοικοκυριό. Στο „Τεχνική Κατασκευαστική” δουλεύω λογίστρια, δουλειά γεμάτη ευθύνη. Όλα λειτουργούν χάρη σ εμένα.
Το ξέρω, Ελένη.
Τότε γιατί να πηγαίνεις σε μια ζωγράφο αντί να είσαι εδώ;
Δεν ήξερε τι να απαντήσει. Ή, μάλλον, ήξερε αλλά αν το έλεγε, θα γινόταν σκληρό.
***
Έφυγε ένα βράδυ Παρασκευής. Μάζεψε μια μικρή βαλίτσα δυο πουκάμισα, το ξυραφάκι, κι ένα αγαπημένο βιβλίο. Η Ελένη στην πόρτα, με τη ρόμπα της περιποιημένη, τη στάση της πάντα ίσια, το βλέμμα αβέβαιο, χαμένο.
Πού θα πας;
Θέλω να μείνω λίγο μόνος. Να σκεφτώ.
Αλέξανδρε, μην κάνεις ανοησία.
Μπορεί να είναι. Όμως φεύγω.
Θα πας σ Εκείνη;
Θα πάω να σκεφτώ…
Αλέξανδρε!
Έκλεισε τη βαλίτσα. Την κοίταξε.
Θα σε πάρω τηλέφωνο.
Κι έφυγε.
***
Η Βαλεντίνα δε ρώτησε τίποτα. Όταν της ζήτησε να μείνει λίγες μέρες στο σπίτι, του είπε απλώς: «Φυσικά, ο καναπές δικός σου». Τίποτα παραπάνω.
Κοιμόταν στον καναπέ, στη σάλα με τους καμβάδες. Ο Μήτσος πήγαινε νύχτα και κουλουριαζόταν στα πόδια του. Το πρωί η Βαλεντίνα έβραζε ελληνικό καφέ με κακουλέ, κάθονταν στην κουζίνα, ακούγαν ραδιόφωνο. Μιλούσαν μόνο για τον καιρό, για τα λουλούδια, για τον Μήτσο που έφαγε άλλη μια φορά το βασιλικό.
Η Ελένη τον καλούσε. Πρώτα κάθε ώρα, μετά πιο αραιά. Εκείνος σήκωνε το τηλέφωνο, άκουγε τη φωνή της, πάντα σταθερή και πρακτική:
Πήρες το χάπι για την πίεση; Το πήρες μαζί;
Ναι, Ελένη.
Φόρεσες μπουφάν; Θα πέσει πολύ η θερμοκρασία.
Το πήρα.
Σε δυο μέρες έχεις το ραντεβού στο γιατρό, στις τέσσερις. Σ το υπενθυμίζω, τόγραψα από τον Γενάρη!
Εντάξει.
Δεν μπορείς απλά να γυρίσεις; Τι σου λείπει;
Έμενε σιωπηλός μια στιγμή.
Θα σου τηλεφωνήσω, Ελένη.
Έλαβε μήνυμα απ την ξαδέρφη της: «Αλέξη, τρελάθηκες; Η Ελένη δεν είναι καλά». Τον πήρε ο διευθυντής του εργοστασίου: „Τι έγινε, Αλέξη; Η Ελένη με βρήκε, ρώτησε αν είσαι στη δουλειά”. Μήνυμα κι από τον ξάδερφό της που μιλούσαν σπάνια.
Σκεφτόταν πως η Ελένη, ως γνήσια αρχηγός της οικογένειας, έκανε ρητή εκστρατεία για να τον «φέρει πίσω». Ήξερε να κινητοποιεί τους πάντες.
Είσαι καλά; ρώτησε ένα βράδυ η Βαλεντίνα.
Περίεργα νιώθω… Και λίγο φόβο. Τίποτα συνηθισμένο.
Λογικό.
Ξέρεις σηκώθηκα πρωί και δεν ήξερα τι να φορέσω. Πήρα το πουκάμισο που ήθελα όχι λευκό, όχι γκρι, το μπλε. Και σκέφτηκα… είκοσι χρόνια ντύνομαι όπως της είχα ετοιμάσει εκείνη από το βράδυ.
Βάλε αυτό, της απαντούσα. Κι εκείνη είχε δίκιο; Ή μάλλον… είχα συνηθίσει να μη διαλέγω καν.
Η Βαλεντίνα έμεινε σιωπηλή.
Μ αγαπάει, είπε. Το ξέρω. Με αγαπά όπως μπορεί.
Σε πιστεύω.
Αλλά δίπλα της έχω πάψει να υπάρχω. Κάπου στη διαδρομή έγινα κομμάτι του προγράμματός της.
***
Η Ελένη ήρθε Κυριακή. Βρήκε τη διεύθυνση, επειδή πάντα ήξερε πώς να εντοπίζει. Εκείνος της άνοιξε. Για λίγο κοιτάχτηκαν χωρίς κουβέντα.
Να μπω; ρώτησε.
Ο Αλέξανδρος παραμέρισε.
Η Ελένη μπήκε και κοίταξε γύρω. Στα μάτια της φάνηκε γρήγορα κάτι έντονο σχεδόν απέχθεια. Στον διάδρομο οι μπότες της Βαλεντίνας, η μία ξαπλωμένη. Κρεμασμένο το πολύχρωμο κασκόλ, δίπλα το μπουφάν της με μπαλώματα απ τα λάδια. Μέσα φαινόταν μια γωνιά καμβά.
Η Βαλεντίνα βγήκε από την κουζίνα. Οι δυο γυναίκες αντάλλαξαν χαιρετισμό διακριτικά.
Είσαι καλά; ρώτησε η Ελένη τον Αλέξανδρο.
Όλα καλά.
Παίρνεις τα χάπια σου;
Ελένη…
Απλώς ρώτησα.
Εμφανίστηκε ο Αλέξανδρος με σαλάτα στο χέρι, τα αγγουράκια κομμένα άκομψα, όλα σε διαφορετικές γωνίες. Ήταν σχεδόν ανυπόφορο στην Ελένη να τα βλέπει έτσι τα λαχανικά έπρεπε να είναι τετράγωνα.
Ελένη, δεν έπρεπε να έρθεις.
Αλέξανδρε, σε φρόντισα τόσα χρόνια! Τριάντα! Καταλαβαίνεις ότι ό,τι έκανα, το έκανα για σένα;!
Το καταλαβαίνω.
Τότε γιατί;
Η Βαλεντίνα μίλησε ήσυχα:
Ελένη, να πω κάτι; Μόνο σαν παρατηρητής, όχι σαν εχθρός.
Πείτε, είπε η Ελένη χωρίς να κοιτάξει.
Φροντίδα είναι να νιώθει ο άλλος ανάλαφρα, να μπορεί να είναι ο εαυτός του. Αν ο άνθρωπός σου δεν αναπνέει δίπλα σου, δεν είναι ακριβώς φροντίδα. Δεν του δώσατε χώρο ν ανασάνει.
Η Ελένη δεν απάντησε αμέσως.
Δεν ξέρετε τη ζωή μας.
Δεν ξέρω, είπε η Βαλεντίνα.
Ο Αλέξανδρος πλησίασε, της έπιασε το χέρι. Δεν το τράβηξε.
Ελένη, θα ζητήσω διαζύγιο. Δεν είναι ότι δεν σ αγάπησα ποτέ. Απλά δε μπορώ άλλο έτσι.
Η Ελένη κοίταξε το χέρι τους. Το απομάκρυνε απαλά. Πήρε την τσάντα της από την κονσόλα, στάθηκε σα στρατιώτης, η στάση της άψογη.
Μην ξεχάσεις τα χάπια, είπε. Είναι στην μπλε κασετίνα, δεξιά επάνω ντουλάπι.
Η πόρτα έκλεισε.
***
Το διαζύγιο κράτησε μισό χρόνο. Το διαμέρισμα το άφησε σ’ εκείνη, δεν αντέλεγε. Νοίκιασε γκαρσονιέρα κοντά στο Μετρό Ευαγγελισμός. Γελοίο κι αμήχανο, αλλά έτσι τα έφερε η ζωή.
Άλλαξε η ρουτίνα αργά, σαν να γκρεμίζονται και να φτιάχνονται σιγά σιγά τα δοκάρια ενός παλιού σπιτιού.
Τους πρώτους μήνες ενεργούσε σαν έφηβος. Αγόραζε το ψωμί που του άρεσε, όχι «το σωστό». Έτρωγε όρθιος μπροστά στο ψυγείο. Κοιμόταν όχι στις δέκα, αλλά όποτε ήθελε. Μια νύχτα είδε παλιά ελληνική ταινία ως τη μία, με κάτι σαν μαγικό παιδικό ενθουσιασμό.
Με τη Βαλεντίνα δεν έδεσαν αμέσως το ήξεραν αμφότεροι ότι τους άρεσε αυτό, αλλά δεν βιάστηκαν.
Την άνοιξη πήγαν για ψάρεμα.
Ο Αλέξανδρος νοίκιασε καλάμια, πήγαν με το παλιό αμάξι της Βαλεντίνας ως τη λίμνη Δόξα. Η Βαλεντίνα πρώτη φορά πήγαινε ψάρεμα, κι είχε ξεχάσει τον καφέ. Ο Αλέξανδρος το κατάλαβε τελευταίος.
Ξέχασα τον καφέ.
Δεν πειράζει, είπε η Βαλεντίνα. Κοίτα, τι ομίχλη έχει το πρωί!
Κοίταξε. Ήταν λευκή, ήπια, πάνω απ τα νερά σαν ανάσα. Το φως του ήλιου άρχιζε να βάφει το τοπίο ροζ.
Όμορφα, ε;
Φανταστικά.
Έπιασε ένα μικρό λαβράκι. Η Βαλεντίνα γέλασε μ ενθουσιασμό.
Άφησέ το πίσω, είναι μωρό, δε φταιει σε τίποτα!
Το ξαναπέταξε στη λίμνη.
Γύρισαν χωρίς ψάρια, πασαλειμμένοι στη λάσπη είχαν γλιστρήσει, έπεσαν μαζί μέσα στο χώμα, γέλασαν τόσο που ξύπνησαν τα πουλιά.
Το μπουφάν του είχε λερώσει ανεπανόρθωτα.
Σιγά, είπε η Βαλεντίνα, με τέτοια χαρά!
Την κοίταξε το μανίκι της βουτηγμένο στη λάσπη, το ξεκαρδισμένο βλέμμα, δυο τούφες να πετάνε. Η ζωή είναι αυτό, σκέφτηκε: λάσπη, λίγη ομίχλη και κάμποσο γέλιο.
***
Παντρεύτηκαν φθινόπωρο, ενάμιση χρόνο μετά. Ο γάμος μικρός, με φίλους, λίγους συγγενείς, και το Μήτσο να τους παρακολουθεί από το περβάζι με σοβαρότητα.
Η ζωή τους ήταν ζωντανή και ελαφρώς χαοτική. Εκείνη ξέχναγε να πάρει ψωμί επειδή αγόραζε χρώματα. Εκείνος ξέστηνε ραδιόφωνα και καταλάμβανε όλη την κουζίνα. Εκείνη έχανε τα κλειδιά μέσο όρο δυο φορές τη βδομάδα. Εκείνος ξεχνούσε το νεροχύτη ανοιχτό.
Τσακώνονταν πότε πότε. Για τα λεφτά, τα πινέλα που στέγνωναν, για τα εργαλεία που άφηνε «προσωρινά» σε περίεργα μέρη. Μια φορά βρήκε η Βαλεντίνα γαλλικό κλειδί στο ψυγείο, χωρίς εκείνος να θυμάται πώς μπήκε εκεί.
Όμως όταν τσακώνονταν, κανείς δεν μέτραγε λάθη. Κανείς δεν κράταγε σκορ. Η συμφιλίωση ήταν ένα βράσιμο του τσαγιού στην κουζίνα που σήμαινε: «Εντάξει, φτάνει». Κι ο άλλος καθόταν ήσυχα.
***
Η Ελένη έμαθε για τον γάμο από τη φίλη της τη Μαίρη, που ήξερε πάντα τα πάντα.
Τους πρώτους μήνες μετά, δούλευε σχεδόν μηχανικά. Σπίτι πεντακάθαρο, βραδινό πάντα στην ώρα του, στη «Τεχνική Κατασκευαστική» να κλείνει τρίμηνα, απαντώντας σε κλήσεις.
Μα το βράδυ, πολύ ήσυχα όλα. Ή πολύ μεγάλα. Καθόταν στην κουζίνα με λίγο τσάι, κι έβλεπε ότι χωρίς να το καταλάβει είχε βάλει δυο φλυτζάνια. Το ένα το απομάκρυνε. Ήταν αναπάντεχη πίκρα.
Η προϊσταμένη της, Αγγελική, μια γυναίκα πενηντάρα με γνώσεις και ευθύτητα, την κράτησε μετά τη σύσκεψη.
Ελενάκι, τι έχεις;
Όλα καλά.
Δε σε βλέπω καλά. Δυο μήνες τώρα δεν είσαι καλά.
Οικογενειακά.
Έφυγε ο άντρας;
Η Ελένη την κοίταξε έκπληκτη.
Πώς το ξέρετε;
Δεν ξέρω. Φαίνεται. Κι εγώ το έζησα, δέκα χρόνια πίσω. Άκου μια συμβουλή: Μη ξεκινήσεις με καθάρισμα του σπιτιού. Πρώτα καθάρισε μέσα σου. Μίλα σε ειδικό.
Η Ελένη δεν απάντησε, αλλά δεν αρνήθηκε.
***
Βρήκε ψυχολόγο στο Παγκράτι, γυναίκα σαρανταπεντάρα. Τα τρία πρώτα ραντεβού σχεδόν δε μιλούσε, απαντούσε μεμονωμένα, ένιωθε εκτεθειμένη.
Στο τέταρτο, η ψυχολόγος ρώτησε:
Πότε νιώσατε πραγματικό φόβο στη ζωή σας, όχι για τον άντρα σας για εσάς;
Μετά από ώρα:
Τη στιγμή που τον είδα να φτιάχνει βαλίτσα. Ήξερα ότι φεύγει και δεν τον μπορώ να τον κρατήσω. Ότι δε μπορώ να ελέγξω πλέον την κατάσταση.
Γιατί ήταν τόσο σημαντικός ο έλεγχος;
Ξανασωπά. Έξω έπεφτε ψιλόβροχο.
Αν δεν κρατούσα τα πάντα, όλα θα διαλύονταν. Έτσι έμαθα. Η μάνα μου το έλεγε: „Ελενάκι, κράτα τα όλα, αλλιώς οι άντρες φεύγουν”. Κι εκείνη τα κράταγε, κι όμως κι ο δικός της ο άντρας έφυγε.
Η σιωπή στο γραφείο ήταν άνετη.
Δηλαδή πάντοτε φοβόσασταν μη χάσετε κάτι αφήνοντας το χαλαρό;
Ναι.
Και τι αποδείχθηκε;
Αν κρατούσες πολύ σφιχτά, πάλι χάνεις.
Με δυσκολία το πρόφερε, αλλά ένιωσε ανακούφιση.
***
Πήγε στο πολιτιστικό του Δήμου μετά από προτροπή της Μαίρης. Υπήρχε έκθεση ακουαρέλας. Όμορφα, διάφανα, χρώματα απλά, να φαίνεται το χαρτί.
Στεκόταν σε ένα τοπίο ποταμού, όταν δίπλα της βρέθηκε ένας άντρας λίγο μεγαλύτερος. Ζεστό πρόσωπο, λίγο αφηρημένο.
Εδώ ο ζωγράφος άφησε λευκό. Βλέπετε; Κάνει όλη τη διαφορά η γυμνή γωνία, είπε μισοακουστά.
Δεν το πρόσεξα.
Λέγομαι Ανδρέας.
Ελένη.
Ήταν αδέξιος. Όταν φύγανε μαζί, πιάστηκε το μπουφάν του στην πόρτα, η κουκούλα άνοιξε. Προσπάθησε να κουμπώσει το φερμουάρ, τίποτα.
Η Ελένη, χωρίς να το σκεφτεί:
Δώστε το.
Διόρθωσε τα δόντια με υπομονή. Κούμπωσε. Χαμογέλασε.
Ευχαριστώ, είπε με τέτοια ευγνωμοσύνη που θα λεγες τον έσωσε. Πρέπει να πάρω καινούργιο μπουφάν!
Σταθήκανε λίγο ακόμη. Εκείνος ήταν κιθαρίστας στο πολιτιστικό, πηγαίνει σε εκθέσεις συχνά.
Θα χαρώ αν ξαναέρθετε, την Κυριακή θα είμαι κι εγώ.
Δεν υποσχέθηκε τίποτα, αλλά την Κυριακή πήγε.
***
Με τον Ανδρέα ήταν παράξενα όμορφα. Ήταν χήρος, η γυναίκα του είχε πεθάνει. Έμενε μόνος, έπινε πολύ τσάι, παίζοντας κιθάρα, ξεχνούσε τις μέρες, μπορούσε να συζητάει επί ώρες για μικροπράγματα, όπως γιατί φυτρώνουν τα πεύκα στα παλιά αθηναϊκά οικόπεδα.
Στην αρχή η Ελένη πήγε να οργανώσει το σπίτι του. Του πρότεινε ατζέντα, του σχολίασε το ακατάστατο ψυγείο, πήγε να μαζέψει ντουλάπι.
Εκείνος της έπιασε απαλά το χέρι.
Ελενίτσα, έτσι το θέλω το ντουλάπι μου.
Τον κοίταξε. Δε θύμωσε. Δεν εξήγησε. Απλώς της κράτησε το χέρι ήρεμα.
Συγγνώμη, είπε. Συνήθεια κακή.
Όχι κακή απλώς είναι η κουζίνα μου.
Η κουζίνα σου, είπε εκείνη.
Αυτό το κράτησε. Αργότερα σημείωσε: τα χέρια της πήγαιναν να διορθώσουν πράγματα, να βάλουν τάξη, και κάποιες φορές τα σταμάτησε. Όλο και πιο συχνά.
Η ψυχολόγος σε κάποια συνεδρία είπε:
Δεν μπορείς να ελέγξεις άνθρωπο, μόνο τον εαυτό σου. Και πιστέψτε με, αυτό είναι πιο ενδιαφέρον.
Το σκεφτόταν με τις μέρες.
Άρχισε να ψήνει γλυκά. Γελούσε γιατί πάντα ακολουθούσε τις δοσολογίες τώρα η Μαίρη της έδωσε συνταγή μηλόπιτας: «βλέποντας και κάνοντας με την κανέλα». Αυθαίρετα πρόσθεσε πολύ βγήκε ελαφρώς πικρή, αλλά τόσο μυρωδάτη που έφαγε τη μισή ζεστή στην κουζίνα.
Έμαθες να ψήνεις;
Μαθαίνω, απάντησε. Όχι τέλεια, αλλά διασκεδάζω.
Η Μαίρη την κοίταξε:
Έγινες αλλιώτικη, Ελένη.
Ίσως, χαμογέλασε.
Κι όταν βγήκε στον δρόμο, ένιωσε έναν αυθόρμητο, αναίτιο χαμόγελο στο φθινοπωρινό στενό.
***
Συναντήθηκαν δυο χρόνια μετά. Τυχαία, στο πάρκο του Φλοίσβου. Ο Αλέξανδρος με τη Βαλεντίνα πήγαιναν προς τη θάλασσα, η Ελένη περίμενε σε παγκάκι τον Ανδρέα με ένα βιβλίο.
Εκείνη σήκωσε πρώτη το βλέμμα. Ο Αλέξανδρος ερχόταν μπροστά, με το ίδιο μπλε πουκάμισο όπως τότε. Δίπλα του η Βαλεντίνα με μακρύ μπεζ παλτό, κάτι του έλεγε, εκείνος γελούσε.
Έκλεισε το βιβλίο.
Ο Αλέξανδρος την είδε, στάθηκε. Χαιρετίστηκαν.
Ελένη. Καλησπέρα.
Καλησπέρα, Αλέξανδρε.
Η Βαλεντίνα έκανε ένα βήμα πίσω, χωρίς να φύγει. Κι αυτό η Ελένη το σημείωσε.
Δείχνεις καλά, είπε ο Αλέξανδρος. Και το εννοούσε ήταν πιο ήπια, πιο ζωντανή.
Κι εσύ το ίδιο.
Σιωπή. Ο Οκτώβρης ξανά γαλήνιος, φύλλα κίτρινα στο έδαφος.
Πώς περνάς; ρώτησε.
Καλά. Με τη Βαλεντίνα φεύγουμε οδικώς σε ένα μήνα, έτσι χωρίς πλάνο, για νότια Πελοπόννησο, όπου μας βγάλει.
Σίγουρα πού;
Όχι, στη χαρά είναι.
Έγνεψε. Κοίταξε τη Βαλεντίνα, που εξέταζε ήσυχα ένα δέντρο.
Εσύ;
Καλά. Κάθε εβδομάδα μαθαίνω να ψήνω πίτες. Γελοίο ίσως.
Όχι.
Καμιά φορά χαλάει. Τελευταία έριξα πολλή σόδα, φούσκωσε και έσπασε. Αλλά την φάγαμε.
Έτσι είναι.
Με τον Ανδρέα. Κιθαρίστας. Πολύ αφηρημένος. Προσπαθώ να μην τα διορθώνω όλα.
Ο Αλέξανδρος γέλασε:
Δύσκολο για σένα.
Ναι. Αλλά είναι ενδιαφέρον!
Απ το περίπτερο ήρθε ο Ανδρέας με δύο καφέδες κι ένα σακουλάκι με γλυκά.
Ελενάκι! Βρήκα ροξάκια, πήρα με μαύρο και με κανέλα, διάλεξε!
Εκείνη γέλασε κι ο Αλέξανδρος την παρατήρησε.
Γελάς, είπε.
Γελάω, απάντησε. Κι ένιωσε έκπληξη η ίδια.
Στάθηκε δίπλα η Βαλεντίνα.
Να φύγουμε, είπε ήρεμα δε θέλω να διακόπτω.
Όλα καλά, της απάντησε η Ελένη. Και το εννοούσε.
Αποχαιρέτησαν δίχως πίκρα, δίχως εκκρεμότητα. Εκείνος έγνεψε, εκείνη επίσης. Η Βαλεντίνα χαμογέλασε, με τρυφερότητα.
Η Ελένη τους παρακολούθησε όσο έφευγαν. Τη στιγμή που προχώρησαν, άκουσε τη φωνή του Ανδρέα:
Πάρε, διάλεξε μόνη!
Πήρε εκείνη με κανέλα. Ζεστό, ξεχείλιζε.
Το πάρκο μύριζε φθινόπωρο. Κάπου μακριά παιδιά φώναζαν. Όλα ήρεμα, όπως πρέπει.
Η Ελένη καθόταν στο παγκάκι, έτρωγε και σκεφτόταν: «Δεν ήξερα πώς είναι να αγαπάς χωρίς να ελέγχεις. Δεν θα το μάθαινα ποτέ αν δεν είχε φύγει εκείνος τότε».
Ο Ανδρέας κάθισε δίπλα της, στο σακουλάκι βρήκε αυτό με μαύρο σουσάμι.
Θέλεις; της πρότεινε, αν και δεν του άρεσε.
Το πήρε.
Θέλω.
Και ζούσαν, ο καθένας σε δικό του ρυθμό, μα επιτέλους, με ελευθερία και αγάπη. Γιατί μονάχα έτσι μαθαίνεις να αγαπάς πραγματικά: όταν αφήνεις χώρο να ανθίσει ο άλλος κι εσύ μαζί του.




