Η Μαρία και ο Δημήτρης δειπνούσαν όταν η πόρτα άνοιξε ξαφνικά και η μητέρα του, η Λυδία, μπήκε μέσα σαν καταιγίδα.
«Γιέ μου! Πρέπει να μάθεις την αλήθεια για τη γυναίκα σου!» φώναξε από το κατώφλι.
«Μαμά, κάθισε, ηρέμησε. Είσαι όλη κοκκινισμένη, η πίεσή σου θα ανέβει», ανησύχησε ο Δημήτρης.
«Φυσικά!» ετσούτσουνε η πεθερά και γύρισε απότομα προς τη νύφη της. «Σήμερα συνάντησα την Ελένη, τη συνάδελφό σου, και μου τα είπε όλα!»
«Τι ακριβώς;» ρώτησε ήρεμα η Μαρία, κοιτώντας την στα μάτια.
«Ότι σε προβίβασαν πριν ένα χρόνο και τώρα ο μισθός σου είναι διπλάσιος από του Δημήτρη! Κι εκείνος δεν το ήξερε! Το έκρυβες!» Η Λυδία έλειπε λίγο να πνιγεί από την οργή της.
«Ποιο είναι το πρόβλημα; Δεν σας ζητάμε λεφτά, ζούμε κανονικά. Τι θέλετε;»
«Την άνοιξη, όταν σας ζήτησα βο






