Στην πορεία των σιδηροδρομικών διαδρομών, συναντάει κανείς ανθρώπους απρόσμενους.
Μια νύχτα, όταν ταξίδευα από την Αθήνα προς τη Θεσσαλονίκη, ένα κομμάτι απομονωμένο στο βαγάνο μου βρέθηκε γεμάτο αναμνήσεις. Ήμουν μια γυναίκα με τα μαλλιά καστανά, στα τριάντα, με κομψό κόψιμο και σιγουριά στη στάση. Η λεπτή σιλουέτα μου, που έπλεγε ενάντια στα επιπλέον κύτταρα της ηλικίας, τραβούσε τα βλέμματα· το χαμόγελό μου ήταν πάντα ανοιχτό, η φωνή μου άσχετα με το φαγητό που έτρωγα, και όμως, τα μάτια μου κρύβονταν πίσω από σκουρόχρωμα ηλιακά γυαλιά.
Ο καθαρός αέρας εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα είχε φορέσει γκρίζα σύννεφα, και η παλιά βροχή είχε ζωγραφίσει καπνιστά σύννεφα στο παράθυρο. Δεν υπήρχε τίποτα ασυνήθιστο σε αυτά τα γυαλιά· ίσως προσπαθούσαν μόνο να κρύψουν σακούλες κάτω από τα βλέφαρα ή ένα μικρό μπλε σήμα. Η σκέψη μου, όμως, έσφυγε να βρει αιτία για το περίεργο αυτό κομμάτι.
Μόλις την άκουσα να λέει το όνομά της Μαρίνα ήξερα ότι εργαζόταν στον τουριστικό κλάδο. Δεν ήταν εύκολο να ρωτήσεις κάποιον σχεδόν άγνωστο «γιατί φοράτε γυαλιά στη σκόνη;» μήπως είναι θέμα υγείας; Άρα, κράτησα τη σιωπή και ασχολήθηκα με τη μικρή συνομιλία που συνήθως έχει μια αδελφή ατμόσφαιρα σε ένα βαγάνο.
Τότε, αλλάζοντας τόνο, η Μαρίνα πρότεινε:
«Ελένη, άσε μου να σου διαβάσω το μέλλον. Η πρόγονο μου ήταν μάντισσα, αληθινή, όχι μια από τις πολλούς ψεύτικες τσουγάλες που κυκλοφορούν σήμερα. Δεν θα ήθελες να ξέρεις τι σε περιμένει; Θα είναι ενδιαφέρον!»
Τσακίσα μια γραμμοκύρια, αν και ένιωθα παγωνιά στο στομάχι· δεν ήθελα να μάθω τι θα έπρεπε να αντιμετωπίσω στο μέλλον.
«Σ’ ευχαριστώ, Μαρίνα, αλλά δεν πιστεύω στα φύλλα· ούτε και στις τσουγάλες», απάντησα με ψυχραιμία, προσπαθώντας να ακονίσω τη φωνή μου.
«Τότε δεν υπάρχει τίποτα να φοβηθείς», απάντησε εκείνη, και τα χείλη της έσυρναν ένα ελαφρύ χαμόγελο.
—
Η Μαρίνα έβαλε τα γυαλιά στην άκρη, αφήνοντας δύο μεγάλες κεντρικές φακούς να κρύβουν τα μάτια της. Το καρδιά μου κούνησε σαν να χτυπούσε ένα ρυθμό.
«Πώς θα το κάνεις χωρίς να βλέπεις;», ψιθύρισα.
«Μην ανησυχείς, Ελένη. Νιώθω τις κάρτες· ξέρω κάθε μία καλύτερα από το δάχτυλό μου. Στο βήμα μου, η ζωή μου δεν είναι γεμάτη διασκεδαστικά παίγνια, οπότε προχωράμε», είπε, βάζοντας ξανά τα γυαλιά.
Τα χέρια μου τρέμουσαν όταν τράβηξα την πρώτη κάρτα· ήταν άσπρη, καθαρή, χωρίς στίλβωση. Η μάντισσα κοίταξε απορημένη.
«Παράξενο. Το άσπρο φύλλο σημαίνει ότι δεν υπήρξες στο παρελθόν. Πώς μπορεί να συμβεί αυτό;», ρώτησα, αγγίζοντας την επιφάνεια.
Το βλέμμα της άφηνε να φανεί αμηχανία, και μου προέτρεψε να τραβήξω άλλη κάρτα. Κάθε φορά το φύλλο έμενε λευκό όπως χιόνι. Η συνειδητοποίησή μου ότι ίσως ήταν απλώς μια προσπάθεια εξαπάτησης μετριέται με το πείραμα.
«Μήπως τελειώνουμε εδώ;», πήρα το λήγε μας. «Ίσως όλα τα φύλλα σας είναι έτσι, μια ευχάριστη τσουγάλιδα».
Η μάντισσα άφησε το γέλιο της να πέσει αθόρυβα.
«Σου το δηλώνω, είναι αληθινό· το σχέδιο είναι με λεπτή βελόνα, το νιώθω με τα δάχτυλα. Τώρα όμως τα φύλλα είναι ομοιόμορφα λείου, σαν άσπρο χαρτί», είπε, παραδέχοντας το σοκ μέσα της.
Τράβηξα δύο φύλλα μαζί, τα άγγιξα και τα έριξα επάνω της.
«Τι προσπαθείς να κάνεις;», ρώτησα, η φωνή μου είχε ένα φθηνό τόνο.
Η Μαρίνα, πάλι αβέβαια, είπε πως ήθελε μόνο μια μικρή διασκέδαση στο ταξίδι και προτείνει μια τελευταία δοκιμή.
Τραβώντας άλλη μία κάρτα, το άσπρο φύλλο φαινόταν ανυπέρβλητο, και φώναξα:
«Και το μέλλον είναι λευκόλευκό. Τι να κάνω με αυτό;»
Η Μαρτρίδα που κάθονταν απέναντι έσπασε το δέρμα της.
«Πιθανώς πεθαίνω σύντομα, έτσι δεν είναι;», φώναξε.
Άνοιξα τα μάτια μου, αλλά δεν έκανα καμία αντιδράση. Σήκωσα το τσάντα και το ραχτάμι, έβλεψα έξω το χιόνι που έπεφτε στο παράθυρο και ψιθύρισα:
«Πως να ξέρω; Όλα τελικά πεθαίνουν…».
Έξω, στον σταθμό, ήρθα πιο γρήγορα στον αεράκι της λεωφόρου, σπασμένη και γεμάτη θυμό, όπως όταν κάποιος κρύβει ένα σκόρπι.
Στο προαύλιο, βρήκα έναν άνδρα που κάπνιζε σιγανά.
«Έχεις τσιγάρο;», ρώτησα.
«Ναι, φυσικά», απάντησε, προσφέροντάς μου το αναπτήρα του, ενώ τα βλέμματά μας συναντήθηκαν για μια στιγμή διαρκή.
Πήρα το τσιγάρο, το άναψα και άφησα το καπνό να κυλήσει, αισθανόμενη ελαφρύτερη. Τα φώτα του σταθμού άναψαν, και έβγαλα το προφίλ μου στο σκοτάδι με μια απόπειρα να κρύψω το στρώμα που έφυγε.
«Τι λυπάμαι, φίλε, αν σου έπρεπε να βλέπεις το σκύλο του θανάτου. Η ώρα σου δεν είναι ακόμη, και εγώ απλώς έχασα τον έλεγχο», μίλησα, σαν να μιλούσα σε κάποιον που δεν ήθελε να ακούσει.
Συνεχίζοντας στο μονοπάτι, πήρα την κατεύθυνση μου, προσπαθώντας να σκεφτώ το μακρινό ταξίδι που μόλις πέρασα. Μετά από όλα, η μαντική δύναμη είχε αλλάξει τον αέρα, αλλά η ζωή έμεινε ίδια: μια ατέλειωτη σειρά σιδηροδρομικών ρυθμών.
Και έτσι, θυμάμαι ακόμη εκείνη τη νύχτα, όταν οι σκιές της μαγικής μαντείας παρήγαγαν μια ιστορία που θα λες στους γονείς σου, στα παιδιά σου, ως ένα προειδοποιητικό παραμύθι για το πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει το μέλλον μέσα σε ένα βαγάνο.



