Συντρίμμια Μιας Φιλίας

Συντρίμμια μιας φιλίας

Η Μαργαρίτα γύρισε σπίτι μετά από μια κουραστική μέρα. Ξεκλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματος και, σχεδόν μηχανικά, έβγαλε τα παπούτσια της. Οι κινήσεις της μαρτυρούσαν κόπωση όχι τόσο σωματική, όσο ψυχική. Ο διάδρομος ήταν ασυνήθιστα ήσυχος εκτός από τον πνιχτό ήχο της τηλεόρασης που έφτανε από την κουζίνα. Η Μαργαρίτα στάθηκε για μια στιγμή ακίνητη, σαν να μάζευε κουράγιο πριν κάνει το επόμενο βήμα. Συνήθως χρειαζόταν λίγο χρόνο για να μεταβεί από την ένταση του έξω κόσμου στη ζεστασιά του σπιτιού της, σήμερα όμως της ήταν εξαιρετικά δύσκολο.

Τελικά, κατευθύνθηκε αργά προς την κουζίνα. Εκεί, στο τραπέζι, καθόταν ο σύζυγός της, ο Λεωνίδας. Μπροστά του ήταν μια πιατέλα με ζεστή σούπα· έτρωγε αργά, ρίχνοντας πότε-πότε το βλέμμα του στην οθόνη της τηλεόρασης. Μόλις μπήκε η Μαργαρίτα, την παρατήρησε αμέσως και σήκωσε το κεφάλι του.

Πιο νωρίς γύρισες σήμερα. Όλα καλά; τη ρώτησε με μια ειλικρινή ανησυχία.

Η Μαργαρίτα κάθισε αθόρυβα απέναντί του, τυλίγοντας τα χέρια γύρω από το σώμα της, σαν να προσπαθούσε να ζεσταθεί, ή να προστατευτεί από κάποια αόρατη απειλή. Από το βλέμμα της, ο Λεωνίδας κατάλαβε αμέσως πως είχε συμβεί κάτι σοβαρό.

Όχι, δεν είναι όλα καλά, απάντησε χαμηλόφωνα, κοιτώντας μακριά. Μόλις γύρισα από την Ειρήνη. Νομίζω μάλλον δεν είμαστε πια φίλες.

Ο Λεωνίδας άφησε αμέσως το κουτάλι του. Το πρόσωπό του έγινε σοβαρό. Δεν έσπευσε να ρωτήσει, της έδωσε τον χρόνο να μαζέψει τις σκέψεις της, όμως όλη του η στάση έλεγε: „Είμαι εδώ, σε ακούω”.

Τι έγινε; ρώτησε τελικά προσεχτικά και ήρεμα.

Η Μαργαρίτα πήρε μια βαθιά ανάσα, μαζεύοντας το θάρρος να μιλήσει.

Όλα ξεκίνησαν με τον άντρα της Ειρήνης, άρχισε. Ο Αλέξανδρος την απάτησε. Και αντί να το λύσει μαζί του, έριξε όλη της την οργή στο κορίτσι με το οποίο εκείνος είχε σχέση. Τη χαρακτήρισε ανήθικη, είπε πως ήξερε ότι είναι παντρεμένος κι όμως το έκανε. Η φωνή της Μαργαρίτας χάιδεψε, μα συνέχισε: Προσπάθησα να την ηρεμήσω, να της εξηγήσω ότι ο πραγματικός υπαίτιος είναι ο Αλέξανδρος, ότι εκείνος είπε ψέματα και πρέπει πρώτα μαζί του να μιλήσει… Αλλά δεν άκουγε. Άρχισε να φωνάζει ότι δεν τη στηρίζω, ότι είμαι με το μέρος της „άλλης”.

Ο Λεωνίδας στροβίλισε το κουτάλι μέσα στη σούπα, χωρίς να έχει πια διάθεση για φαγητό.

Το κορίτσι ήξερε ότι ο Αλέξανδρος ήταν παντρεμένος; ρώτησε, προσπαθώντας να κατανοήσει.

Η Μαργαρίτα ύψωσε τα χέρια της, σαν να απαντούσε σε μια παράλογη κατηγορία.

Όχι βέβαια! απάντησε έντονα. Εκείνος της είπε ότι έχει χωρίσει. Δεν της έδειξε ποτέ κανένα χαρτί, τίποτα. Πήγα να το εξηγήσω στην Ειρήνη, ότι φταίει ο Αλέξανδρος, όχι το κορίτσι. Δεν μπορείς να κατηγορείς άλλους για το ψέμα του δικού σου ανθρώπου! η φωνή της έσπασε, μα συνέχισε: Και τότε… με κατηγόρησε! Είπε πως „υπερασπίζομαι τέτοιους ανθρώπους”, ότι „και εγώ ίσως να μην είμαι και τόσο αθώα”.

Ο Λεωνίδας συνοφρυώθηκε ακούγοντας όλα αυτά.

Κι ύστερα; ρώτησε χαμηλόφωνα.

Η Μαργαρίτα χαμογέλασε πικρά.

Τα έκανε χειρότερα. Η Ειρήνη άρχισε να λέει σε όλους τους κοινούς μας γνωστούς πως „πολύ ζορίζομαι να προστατεύσω το τρίτο πρόσωπο”. Ξέρεις, αφήνει υπονοούμενα… „Μήπως και η ίδια κάτι έχει να κρύψει η Μαργαρίτα;” με κοιτάζει και τα μάτια της γεμίζουν απορία, άδικο. Πίστευα πως η φιλία είναι για τις δύσκολες στιγμές. Αντί να με στηρίξει, με έκανε αποδιοπομπαίο τράγο! Με πρόσβαλε κατάμουτρα.

Επικράτησε σιωπή στην κουζίνα. Η τηλεόραση συνέχιζε να παίζει, όμως και οι δύο δεν της έδιναν σημασία. Η Μαργαρίτα μασούσε νευρικά την άκρη του τραπεζομάντιλου, σαν να έψαχνε παρηγοριά σε αυτή την κίνηση. Την πλήγωνε πολύ το ότι ένας άνθρωπος που θεωρούσε δικό της, της γύρισε τόσο εύκολα την πλάτη.

Το πιο άσχημο είναι πως το μόνο που ήθελα ήταν να τη βοηθήσω, συνέχισε ήρεμα, χαζεύοντας τον αυλόγυρο έξω, που είχε μόλις ασπρίσει. Της είπα να ρίξει όλη την οργή εκεί που πρέπει, σε εκείνον που φταίει πραγματικά. Αυτή όμως τα διαστρέβλωσε. Τώρα, σχεδόν όλοι οι γνωστοί είναι μαζί της. Με κοιτάζουν περίεργα, ψιθυρίζουν ο τόνος της ήταν περισσότερο απορημένος παρά θυμωμένος Πώς δέχθηκαν τόσο εύκολα ένα τόσο χοντροκομμένο ψέμα;

Ο Λεωνίδας σηκώθηκε, πλησίασε και την αγκάλιασε απαλά. Η θέρμη της αγκαλιάς του της θύμισε πως, όσο κι αν όλα άλλαζαν, τουλάχιστον εκείνος την πίστευε.

Ξέρεις ότι έχεις το δίκιο με το μέρος σου, είπε σιγανά, με σιγουριά.

Το ξέρω, του χαμογέλασε αμυδρά. Αλλά αυτό δεν ανακουφίζει. Χρόνια φιλίας, και όλα γκρεμισμένα από μια κακία, μια ανοησία σκούπισε το πρόσωπό της προσπαθώντας να σβήσει την απογοήτευση. Είναι τόσο άδικο

****************

Τις επόμενες ημέρες η Μαργαρίτα απέφευγε να βγει από το σπίτι. Η σκέψη και μόνο να συναντήσει κάποιον γείτονα ή κάποιον γνωστό της προξενούσε άγχος. Φοβόταν τα πλάγια βλέμματα, το ψιθύρισμα πίσω από την πλάτη της. Κάθε φορά που ένιωθε κάποιον να σταματά να μιλά μόλις την έβλεπε, πονούσε περισσότερο απ όσο μπορούσε να παραδεχθεί.

Προσπαθούσε να απασχολεί το μυαλό της άλλαζε θέση στα βιβλία, έκανε γενική καθαριότητα, μαγείρευε συνταγές που απαιτούσαν προσοχή. Όμως το μυαλό της πάντα ξαναγυρνούσε στα όσα έγιναν, στην ταχύτητα με την οποία άλλαξε η ζωή της. Σκεφτόταν όλο και περισσότερο να φύγει να πάει κάπου αλλού, έστω προσωρινά, να μην αντικρίζει πρόσωπα που θυμίζουν το παρελθόν και τα κουτσομπολιά. Η ιδέα ενός ταξιδιού, μιας αλλαγής σκηνικού, της φαινόταν όλο και πιο ελκυστική. Ήθελε ησυχία, αέρα, να μπορεί να αναπνέει χωρίς το βάρος μιας ξένης γνώμης.

Φαντάστηκε τον εαυτό της να ανεβαίνει σε τρένο ή να παίρνει το αεροπλάνο, να βλέπει την Αθήνα να χάνεται πίσω της, προς το άγνωστο και την ηρεμία. Προς το παρόν, όμως, αυτά έμεναν όνειρα. Εδώ και τώρα, κάθε μέρα της υπενθύμιζε ότι η φιλία που θεωρούσε ακλόνητη κατέρρευσε από τη μια στιγμή στην άλλη.

Ένα απόγευμα η Μαργαρίτα και ο Λεωνίδας έπιναν τσάι στην κουζίνα, με το ζεστό φως της λάμπας να αγκαλιάζει το χώρο και τα φώτα της πόλης να τρεμοπαίζουν στο παράθυρο. Ήπιαν σιωπηλά το τσάι τους, μέχρι που ο Λεωνίδας έσπασε τη σιωπή.

Ξέρεις, το σκεφτόμουν… ξεκίνησε, δοκιμάζοντας τις λέξεις. Μήπως να μετακομίσουμε; Έστω στην άλλη άκρη της Αθήνας. Να αλλάξουμε παραστάσεις, να πάρουμε ανάσα.

Η Μαργαρίτα σήκωσε το βλέμμα της ξαφνιασμένη, σαν να υπήρχε ξαφνικά μια ελπίδα.

Λες να βοηθήσει; ρώτησε διστακτικά.

Το πιστεύω. Θέλεις χρόνο να γιατρευτείς. Εδώ υπάρχουν πολλές αναμνήσεις, και πάρα πολλοί που πιστεύουν τα κουτσομπολιά, είπε με έμφαση. Το αντιμετωπίζεις καθημερινά και σε πνίγει. Αν φύγουμε, θα μπορέσεις να ανασάνεις, να βρεις τον εαυτό σου.

Η Μαργαρίτα έγειρε σκεπτικά το βλέμμα της στο φλιτζάνι. Η σκέψη της αλλαγής την τρόμαζε αλλά και την δελέαζε συγχρόνως. Από τη μια, έπρεπε να αφήσει πίσω το σπίτι τους, τις λίγες φίλες που της είχαν απομείνει. Από την άλλη, φανταζόταν ένα ήσυχο νέο μέρος, χωρίς βαρίδια από το παρελθόν, μια αρχή από την αρχή.

Μετρούσε τα υπέρ και τα κατά, μέχρι που είπε χαμηλόφωνα αλλά αποφασισμένα:

Ναι. Ας το προσπαθήσουμε.

Ο Λεωνίδας χαμογέλασε ήσυχα. Ήξερε πόσο δύσκολη ήταν αυτή η απόφαση και εκτίμησε το θάρρος της.

Ωραία, της έσφιξε απαλά το χέρι. Θα βρούμε κάτι κοντά στη φύση, να έχουμε μέρος να περπατάμε, να αναπνέουμε καθαρό αέρα.

Η ελπίδα αναθάρρησε μέσα της. Ίσως, πράγματι, να υπήρχε ακόμη μία ευκαιρία να επανασυντεθεί και να δυναμώσει.

Ξεκίνησαν να ψάχνουν νέο σπίτι σε άλλη περιοχή. Η διαδικασία αποδείχθηκε απαιτητική: άλλα σπίτια ήταν μικρά, άλλα σκοτεινά, άλλοτε τα μέρη δεν ταίριαζαν. Δεν βιάζονταν, ήθελαν να βρουν τον χώρο που τους ταίριαζε. Ο Λεωνίδας ανέλαβε τα γραφειοκρατικά, η Μαργαρίτα κοίταζε αν το περιβάλλον και οι γείτονες της πήγαιναν.

Στα διαλείμματα η σκέψη της γύριζε συχνά στην Ειρήνη. Η πίκρα έμενε, όμως σιγά σιγά την αντικατέστησε μια ψύχραιμη αποδοχή πως η φιλία τους τελικά δεν ήταν τόσο δυνατή. Θυμόταν τα αστεία, τις ανέμελες διακοπές, τα σχέδια τώρα όλα φάνταζαν μακρινά. Αναρωτιόταν συχνά αν άξιζε να ξαναδοκιμάσει να μιλήσει στην Ειρήνη, αλλά η ανάμνηση της τελευταίας επικοινωνίας και τα προσβλητικά της λόγια την απέτρεπαν. Ήταν ξεκάθαρο: κάποια μονοπάτια δεν επιστρέφουν.

Ένα μήνα αργότερα, επιτέλους βρήκαν το κατάλληλο διαμέρισμα: φωτεινό, με μεγάλα παράθυρα και μικρό πάρκο κοντά, σε μια ήσυχη γειτονιά του Χαλανδρίου. Ο μεσίτης τόνισε ότι οι ιδιοκτήτες ήθελαν ήσυχους και σωστούς ενοικιαστές· αυτό μόνο θετικό τους φάνηκε.

Μετακόμισαν ήρεμα, οργανωμένα, στήνοντας το σπίτι σιγά-σιγά. Χαριτολογούσαν πως πλέον ήξεραν απ’ έξω τι έχει κάθε κούτα, όμως η Μαργαρίτα χαμογελούσε όλα πια ήταν καινούργια, απαλλαγμένα από πόνο.

Όταν τελείωσαν, η Μαργαρίτα στάθηκε μπροστά στο παράθυρο και κοίταξε τον δρόμο, τα δέντρα και την παιδική χαρά. Ήταν σαν να άφησε πίσω της ένα βαρύ φορτίο. Σε αυτό το νέο μέρος ένιωθε πως ξαναγεννιόταν, πως είχε το δικαίωμα να ανασάνει.

**********************

Πριν φύγουν, η Μαργαρίτα έκανε κάτι που την απασχόλησε πολύ αργότερα. Πήρε τηλέφωνο τον Αλέξανδρο, τον άντρα της Ειρήνης, και του πρότεινε να συναντηθούν. Βρέθηκαν σε ένα καφέ στα Βριλήσσια, μακριά από τα πολλά βλέμματα. Ο Αλέξανδρος ήρθε ανήσυχος έπαιζε με τα χέρια του, κοιτώντας συχνά γύρω του.

Καλησπέρα, είπε με σφιγμένη φωνή. Δεν περίμενα ότι θα ζητούσες να βρεθούμε.

Η Μαργαρίτα ήπιε μια γουλιά καφέ, βάζοντας σε τάξη τις σκέψεις της.

Ξέρω ότι ετοιμάζεσαι να χωρίσεις, του είπε ευθέως Και ότι η Ειρήνη μαζεύει „αποδείξεις” για σένα. Θέλει να φανεί ότι εσύ είσαι ο μόνος υπαίτιος. Αλλά δεν ήταν όλα τόσο απλά θυμάσαι το ταξίδι της στη Θεσσαλονίκη;

Ο Αλέξανδρος ταράχτηκε.

Θέλεις…

Θέλω το δικαστήριο να ακούσει όλη την αλήθεια τον διέκοψε απαλά. Η Ειρήνη φωνάζει για την δική σου αμαρτία, μα κι εκείνη είχε τις δικές της. Ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει με όλα τα χαρτιά ανοιχτά.

Έβγαλε έναν φάκελο με κάποιες φωτογραφίες και εκτυπώσεις τίποτα βαρύ, όμως αρκετό για να δείξει ότι δεν ήταν αλάνθαστη η Ειρήνη όπως ήθελε να φανεί.

Ο Αλέξανδρος κοίταξε το φάκελο, τα δάχτυλά του έτρεμαν.

Σε ευχαριστώ, είπε τελικά χαμηλόφωνα. Δεν περίμενα να το κάνεις αυτό.

Ούτε εγώ, απάντησε η Μαργαρίτα, κοιτάζοντας έξω. Απλά κουράστηκα να γίνεται το ψέμα ζωή. Αν είναι να διαλυθεί κάτι, τουλάχιστον να γίνει τίμια.

Έφυγε από το καφέ ελαφρώς ανακουφισμένη, όχι επειδή είχε πάρει εκδίκηση, αλλά επειδή έβαλε ένα τέλος στη διαστρεβλωμένη πραγματικότητα της Ειρήνης.

********************

Μετά τη συνάντηση, η Μαργαρίτα αποφάσισε να το κλείσει οριστικά. Διέγραψε το τηλέφωνο της Ειρήνης χωρίς δισταγμό. Απομακρύνθηκε και από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ήταν σαν να έκλεισε ένα φθαρμένο βιβλίο και το έβαλε στο πιο πίσω ράφι της βιβλιοθήκης.

Στο νέο σπίτι όλα σιγά-σιγά έπαιρναν σχήμα: διάλεξαν μαζί κουρτίνες, τοποθέτησαν φωτογραφίες των δυο τους ή με τοπία από βόλτες στο Σούνιο. Η Μαργαρίτα βρήκε γρήγορα δουλειά από το σπίτι οι δεξιότητές της εκτιμήθηκαν και το ελεύθερο ωράριο τη βοήθησε να βρει ρυθμό. Ο Λεωνίδας επίσης άλλαξε δουλειά με θετική διάθεση.

Συνήθισαν την καινούργια γειτονιά. Τους φάνηκε παράξενο στην αρχή να γνωρίζουν νέους ανθρώπους, αλλά κι αυτό έγινε εύκολα. Κανείς δεν τους παρακολουθούσε καχύποπτα ή ψιθύριζε πίσω από την πλάτη τους το παρελθόν δεν είχε πια σημασία.

Το σπίτι γέμισε πραγματική θαλπωρή. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, η Μαργαρίτα ένιωθε ότι ανέπνεε ξανά ελεύθερα.

Ένα βράδυ, καθισμένη στο μπαλκόνι με τσάι, μύριζε ο αέρας φρεσκάδα, ενώ πίσω ακούγονταν παιδικές φωνές. Ο Λεωνίδας ήρθε δίπλα της.

Ξέρεις, νομίζω πως πήρα τη σωστή απόφαση. Όχι μόνο που μετακομίσαμε, αλλά κι ότι είπα την αλήθεια στον Αλέξανδρο.

Ο Λεωνίδας την αγκάλιασε απαλά.

Έπραξες όπως ένιωθες σωστό, της είπε σιγανά. Αυτό έχει σημασία.

Η Μαργαρίτα κοίταξε τον ουρανό που άστραφτε ροζ στον ορίζοντα. Κάπου πίσω έμεναν οι φήμες και η πίκρα, σε αυτό το μπαλκόνι άρχιζε μια νέα ζωή αυτή της ειλικρίνειας, της ησυχίας και της εντιμότητας.

**************************

Έξι μήνες μετά, η Μαργαρίτα παρακολουθούσε από το παράθυρο τον ήλιο να χρυσίζει τις κεραμοσκεπές. Κρατούσε το αγαπημένο της τσάι με περγαμόντο και άκουγε τον Λεωνίδα να μουρμουρίζει στο κρεβάτι, λίγο πριν ξυπνήσει κι εκείνος.

Η δουλειά πήγαινε καλά, είχε χρόνο για όλα ακόμα και για μαθήματα ζωγραφικής που είχε αφήσει χρόνια στην άκρη. Τώρα, δυο φορές την εβδομάδα, πήγαινε σε σεμινάρια, δοκίμαζε νέες τεχνικές, και σχεδίαζε με χαρά ό,τι ένιωθε μέσα της.

Ένα βράδυ, ξεκουράζονταν στο σπίτι, όταν ήρθε μήνυμα από μια παλιά συνάδελφο, τη Λυδία. Είχαν χαθεί λίγο, μόνο κάποια „μου αρέσει” στα κοινωνικά δίκτυα. Το μήνυμα της κέντρισε το ενδιαφέρον:

«Μαργαρίτα, έμαθες τι έγινε τελικά με την Ειρήνη; Έτυχε να δω μια παλιά μας γειτόνισσα…»

Η Μαργαρίτα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται: δεν είχε ασχοληθεί ξανά, ήθελε να αφήσει το παρελθόν στο παρελθόν. Όμως η περιέργεια νίκησε.

«Η Ειρήνη προσπάθησε να πάρει τα πάντα στο διαζύγιο. Έφερε δικηγόρο πανάκριβο, ήθελε ν’ αποδείξει ότι ο Αλέξανδρος φταίει για όλα. Αλλά στο δικαστήριο αποκαλύφθηκαν τα μηνύματα με τον συνάδελφο από τη Θεσσαλονίκη Τελικά, το σπίτι και η επιχείρηση πήγαν στον Αλέξανδρο. Κι εκείνη κράτησε μόνο το αυτοκίνητο.»

Η Μαργαρίτα άφησε το κινητό σιωπηλά στο τραπέζι. Δεν αισθάνθηκε χαιρεκακία, μόνο μια αίσθηση ανακούφισης. Όχι γιατί βγήκε κερδισμένος ο Αλέξανδρος, αλλά γιατί η αλήθεια φάνηκε τελικά.

Τι σκέφτεσαι; ακούστηκε ο Λεωνίδας, πλησιάζοντάς τη και χαϊδεύοντας τα μαλλιά της.

Έμαθα το τέλος της ιστορίας με την Ειρήνη, του είπε. Προσπάθησε να τα πάρει όλα και δεν κατάφερε τίποτα.

Ο Λεωνίδας έγνεψε καταφατικά, χωρίς σχόλια. Ήξερε πως για την Μαργαρίτα δεν ήταν εκδίκηση ήταν δικαίωση, έστω και όψιμη. Την αγκάλιασε και πήγε να φτιάξει τσάι και κουλουράκια.

Πάμε για τσάι με κουλουράκια; είπε με ένα χαμόγελο. Και αύριο πάμε στο νέο πάρκο; Λένε είναι υπέροχα.

Η Μαργαρίτα χαμογέλασε με ανακούφιση. Το παρελθόν είχε μείνει πίσω. Τώρα πια μετρούσαν μόνο το παρόν και το μέλλον.

Τη νύχτα βγήκε για έναν περίπατο. Κοίταζε τις ήσυχες αυλές, τα φώτα των διαμερισμάτων, τις γάτες που κάθονταν ζεστά κάτω από μια σκάλα. Σκεφτόταν πόσο άλλαξε η ζωή της: κανένα βάρος, καμία αγωνία απλά πορεία προς το φως και την ηρεμία.

Κάθισε σ’ ένα παγκάκι στο πάρκο και παρατήρησε. Παιδιά έπαιζαν, φώτα λαμπύριζαν, φωνές ακούγονταν από μακριά. Δεν υπήρχαν δράματα, μόνο μια βαθειά κανονικότητα. Εκείνη τη στιγμή αναρωτήθηκε πραγματικά αν είχε αλλάξει η ίδια: „Δεν είμαι πια η Μαργαρίτα που φοβόταν την κριτική. Έμαθα να βάζω όρια κι αυτό έχει μεγαλύτερη αξία”.

Την επόμενη μέρα πήρε τηλέφωνο τη Λυδία και της το είπε.

Σ ευχαριστώ που με ενημέρωσες. Ήμουν έτοιμη έτσι κι αλλιώς να το αφήσω πίσω. Τώρα το κλείνω οριστικά.

Πολλοί κατάλαβαν τελικά ποια έλεγες την αλήθεια, απάντησε με κατανόηση η Λυδία.

Δεν με νοιάζει πια. Το βασικό είναι ότι ζω όπως θέλω, χαμογέλασε η Μαργαρίτα.

Όταν ο Λεωνίδας επέστρεψε το βράδυ, τον αγκάλιασε ήρεμη πια.

Νομίζω πως όλα πήραν τη θέση τους, του είπε, κι εκείνος της χάρισε το πιο γλυκό του χαμόγελο.

Κάθισαν μαζί, σκεπτόμενοι μικρές εξόδους για το ΣΚ, ταξίδια και βόλτες. Έξω είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει, το σπίτι μύριζε φρέσκο ψωμί, και στη γωνιά τους ένας μικρός ηλεκτρικός τζάκι έκανε τις σκιές ζεστές.

Η Μαργαρίτα κατάλαβε: δεν ήθελε να επιστρέψει ούτε στιγμή στο παρελθόν. Εκεί είχε αφήσει πόνο και απογοήτευση. Τώρα ζούσε μια νέα ζωή ήρεμη, αληθινή και ειλικρινή. Και αυτό ήταν το πιο πολύτιμο.

Γιατί τελικά, η ζωή προχωράει όταν έχεις το θάρρος να αφήσεις αυτό που σε πληγώνει κι έτσι βρίσκεις ξανά το χαμόγελό σου.

Oceń artykuł
Συντρίμμια Μιας Φιλίας