Συντρίμμια φιλίας
Η Ράνια επέστρεψε στο σπίτι μετά από μια κοπιαστική μέρα, κουβαλώντας στους ώμους της μια αόρατη κούραση· όχι τόσο σωματική, όσο ψυχική. Πέρασε το κατώφλι του διαμερίσματος στην Κυψέλη και βαλσαμωμένη από τα αλλόκοτα φώτα της λεωφόρου, έβγαλε τα παπούτσια της αφηρημένα, αφήνοντάς τα στη μέση του μικροσκοπικού χολ που μέθυσε λίγη μυρωδιά βροχής και αστικού οζόντος. Κυριαρχούσε εκείνη η παράξενη σιωπή που μοιάζει να εκκρεμεί στα όνειρα μόνο ο αχνός ήχος της τηλεόρασης από την κουζίνα, μουρμουρίζοντας σπορ και ειδήσεις, παρέμενε να αιωρείται στον αέρα. Η Ράνια στάθηκε χωρίς να ανασαίνει, σαν να έπρεπε να περάσει από κάποιου είδους τελετή πριν παραδοθεί στο αίσθημα του σπιτιού. Απόψε όμως ο μετασχηματισμός αυτός της φαινόταν αβάσταχτα δύσκολος.
Σύρθηκε τελικά μέχρι την κουζίνα. Εκεί ο Μάριος, ο άντρας της, καθόταν γερμένος πάνω απ το τραπέζι μπροστά από ένα πιάτο γιουβαρλάκια. Έτρωγε αργά, τα μάτια του να μπλέκονται σε φευγαλέες ματιές με την παλιά τηλεόραση στην γωνία, εκεί που μια παρουσιάστρια ανακάτευε τα λόγια σαν να ήταν κομμάτια από ονειρικά παζλ. Μόλις την είδε, άφησε το κουτάλι κι όλο το πρόσωπό του πήρε το σχήμα μιας απορίας.
Πώς κι απόψε τόσο νωρίς; Όλα καλά; ρώτησε με φωνή που διαχεόταν η ειλικρίνεια μιας αθηναϊκής νύχτας.
Η Ράνια κάθισε απέναντι, τυλίγοντας τα χέρια γύρω της, σαν να κρατούσε μέσα κάτι εύθραυστα αόρατο ή να κρύωνε σε ένα τοπίο που δεν ανήκε εδώ. Με μια ματιά που γλύστρησε έξω από το παράθυρο, φωτισμένη από κάτι που δεν υπήρχε, ο Μάριος κατάλαβε ότι κάτι είχε αλλάξει στην εποχή τους.
Όχι… δεν είμαι καλά, ψιθύρισε κοιτώντας το μοσαϊκό. Μόλις έφυγα από τη Δανάη. Νομίζω… νομίζω πως δεν είμαστε πια φίλες.
Ο Μάριος άφησε το κουτάλι κάτω με έναν αργό, θορυβώδη ήχο. Δεν έσπευσε με λόγια, μόνο τα φρύδια του έσμιξαν σαν αγκυλίες που προσπαθούσαν να συγκρατήσουν μια θόρυβη θάλασσα.
Τι έγινε; ρώτησε τελικά, σοβαρεύοντας.
Η Ράνια γύρισε το πρόσωπο, ψάχνοντας μέσα της για λέξεις που μοιάζαν ξένα και κρύα.
Όλα έγιναν εξαιτίας του άντρα της, του Μιχάλη άρχισε. Φαντάσου, της απάτησε, κι εκείνη αντί να τα βάλει μαζί του, άρχισε να κατηγορεί εκείνο το άτυχο κορίτσι. Την είπε αλήθεια απαίσια πράγματα, ότι ήξερε πως ο Μιχάλης ήταν παντρεμένος, αλλά δεν τη σταμάτησε τίποτα. Προσπάθησα να της πω ότι φταίει ο άντρας της, όχι η κοπέλα, αλλά δεν με άκουγε. Μου φώναζε, με κατηγόρησε πως παίρνω το μέρος της μικρής, πως είμαι κι εγώ… μπλεγμένη.
Ο Μάριος χαμήλωσε το βλέμμα, στριφογυρίζοντας αφηρημένα το κουτάλι, το μυαλό του μακρινό, σαν να έβλεπε εικόνες μέσα από νερό.
Εκείνο το κορίτσι… ήξερε αλήθεια ότι ο Μιχάλης ήταν παντρεμένος; ρώτησε.
Όχι, δεν ήξερε τίποτα! Εξερράγη η Ράνια. Της είπε ότι είχαν χωρίσει χρόνια πριν, δεν της έδειξε ούτε ταυτότητα! Προσπάθησα να πείσω τη Δανάη πως η κοπέλα δεν φταίει, αλλά εκείνη άρχισε να με προσβάλλει… είπε πως υπερασπίζομαι τις ελαφρόμυαλες γιατί κι εγώ δεν είμαι άγια.
Το πρόσωπο του Μάριου σκοτείνιασε σαν την Πατησίων στα πρώτα πρωτοβρόχια. Κι ύστερα;
Μετά… άρχισε να διαδίδει σε όλους πως υπερασπίζομαι υπερβολικά εκείνη, λες κι έχω κάτι να κρύψω. Τους είπε πως ίσως κι η Ράνια να έχει βρομιές κάτω απ το χαλί. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως μια φίλη θα με πουλούσε έτσι, είπε η φωνή της Ράνιας ήταν τόσο εύθραυστη που κόπηκε στα δύο.
Η σιωπή σκάλωσε στα κεραμίδια. Η τηλεόραση συνέχισε να ψελλίζει κάτι για μια ματς του Παναθηναϊκού, αλλά κανείς από τους δυο δεν άκουγε. Τα δάχτυλα της Ράνιας παιχνιδίζαν νευρικά το πετσετάκι, σαν να ψάχναν μια διέξοδο από το συσσωρευμένο βάρος.
Το πιο άγριο είναι πως… ήθελα μόνο να τη βοηθήσω, συμπλήρωσε μ ένα βλέμμα απελπισίας. Να της δώσω να καταλάβει ότι ο θυμός πρέπει να πάει εκεί που ανήκει. Και τώρα… μισοί γνωστοί μας με κοιτάνε στραβά, μισοί πιστεύουν στα κουτσομπολιά. Νιώθω ότι πνίγηκα σε μια ιστορία που ξύπνησε δίπλα μου χωρίς να το καταλάβω καν.
Ο Μάριος σηκώθηκε αργά, στάθηκε πίσω της και της χάιδεψε τρυφερά τους ώμους, σαν να ήθελε να της πει ότι όσο κι αν θεριεύει η καταιγίδα, τούτη η αγκαλιά είναι μόνιμα ένα νησί.
Εσύ να θυμάσαι ποια είναι η αλήθεια, είπε ήσυχα. Είναι μαζί σου.
Το ξέρω… μα δεν κάνει διαφορά. Πόσα χρόνια φιλία, κι όμως… στην πρώτη αναποδιά, όλο γκρεμίστηκαν. Είναι απογοητευτικό… τόσο παράξενο, μουρμούρισε η Ράνια και πέρασε το χέρι στα μαλλιά, σαν να ήθελε να διαγράψει τα ίχνη των ξένων λέξεων πάνω της. Πονάει…
*****
Οι επόμενες μέρες κύλησαν αόρατες, σαν νερό πάνω σε μάρμαρο. Η Ράνια έμενε μέσα, έφευγε μόλις για τα απολύτως απαραίτητα ψώνια ή μαγαζί στη γωνία. Κάθε φορά που σκεφτόταν πως θα συναντήσει κάποιους γνωστούς, το σώμα της πλημμύριζε με ένα συναίσθημα παράλογης αμηχανίας. Προσπάθησε να ξεχαστεί με δουλειές: ανακάτεψε βιβλία, έπλυνε όλα τα παράθυρα, μαγείρεψε, έριξε νερό στις γλάστρες. Όμως, ό,τι κι αν έκανε, η σιωπή στο μυαλό της συνομιλούσε με φωνές κι αναμνήσεις. Σκέφτηκε να σηκωθεί, να φύγει, κάπου μακριά Λάρισα, Καλαμάτα ή ένα ήρεμο νησί. Να μπορέσει επιτέλους να ανασάνει μακριά απ όλα αυτά.
Φανταζόταν πως μπαίνει μέσα σ ένα λεωφορείο με προορισμό το άγνωστο. Οι στέγες γλιστρούσαν πίσω της και μπροστά απλωνόταν μόνο μια θάλασσα επικίνδυνα γαλήνια. Για την ώρα όμως αυτά ήταν ακριβώς ό,τι και τα όνειρα: αέρινα σύνορα που δεν τα φτάνεις ποτέ.
Ένα απόγευμα, εκεί σε μια κουζίνα λουσμένη από τη χλιαρή λάμψη μιας λάμπας, ο Μάριος της πρότεινε με φωνή τραγουδιστή, σχεδόν σαν να το είχε δει στον ύπνο του.
Μήπως να αλλάζαμε γειτονιά; είπε προσεκτικά. Να πάμε στην Πεύκη ή έστω πιο πέρα στον Βύρωνα· μια καινούρια αρχή, μια ανάσα…
Η Ράνια ανέβασε τα μάτια, τυφλωμένη από το φως ενός δυνητικού αύριο. Την κυρίευσε δέος κι ελπίδα μαζί σαν να άνοιξε διάπλατα μια χαραμάδα προς μια άλλη εκδοχή του εαυτού της.
Θα βοηθούσε; μουρμούρισε.
Το πιστεύω… Εδώ όλα σε βαραίνουν. Εκεί, ίσως, ξαναποκτήσεις χώρο να δεις τον κόσμο απ την αρχή. Να μπορέσεις να ελευθερώσεις τη σκέψη σου.
Η ιδέα του ξεριζώματος τρομοκρατούσε και προκαλούσε προσμονή μαζί. Να αφήσουν τα πάντα το μικρό διαμέρισμα και τις αναμνήσεις, τα καφενεία, δυο-τρεις φίλους που έμειναν. Να γίνει αγνώριστη· ή να ξαναβρεί το παλιό της χρώμα; Στην καρδιά της πάλευαν φόβοι και, πρώτο-πρώτο, το ποθούμενο μιας παύσης.
Εντάξει, ας δοκιμάσουμε, απάντησε. Η φωνή της ήταν ισχνή, αλλά καθαρή.
Ο Μάριος έγνεψε μ’ ένα χαμόγελο που έκρυβε ανακούφιση. Αν ενωθούν δύο άνθρωποι στα όνειρα, ίσως να μπορούν να πάρουν μέχρι και τη στέγη μαζί τους.
Άρχισαν να ψάχνουν διαμέρισμα στους χάρτες της Αθήνας. Βρήκαν δέκα, είδαν πέντε, από καλοφωτισμένα ρετιρέ που μύριζαν νωπό τσιμέντο ως χαμηλές γκαρσονιέρες με αυλές που θύμιζαν την υγρασία χειμώνα στον Πειραιά. Ο Μάριος εξηγούσε στους μεσίτες, η Ράνια άγγιζε τους τοίχους αθόρυβα σαν να ρωτούσε αν θα τη δεχτούν.
Στα διαλείμματα ξετύλιγε σαν θραύσματα φιλμ τα παλιά καλοκαίρια στη Σαντορίνη με τη Δανάη, τότε που γελούσαν ανέμελα στη σκιά λευκών σπιτιών, ανέστειλαν τον χρόνο σε μια φωτογραφία. Προσπάθησε να το διηγηθεί στον εαυτό της: Μήπως να της έστελνα ένα μήνυμα; Να ρωτούσα πού πήγε η αγάπη; Μα τα όνειρά της γέμισαν με φωνές σκληρές, κι η φωτογραφία χώθηκε πάλι σε κουτί με παλιόχειμωνες.
Ένα μήνα μετά, βρήκαν ένα φιλόξενο διαμέρισμα στον Παπάγου με πλατιά παράθυρα, εκεί που το φως ανακάλυπτε γωνιές θρύλων και κιμονό-κουρτινών. Η γειτονιά ήσυχη· οι δρόμοι, γεμάτοι πεύκα κι ελιές, βαρούσαν απαλά στο τζάμι. Ο μεσίτης τους εκμυστηρεύτηκε ότι εδώ, είναι όλα ήρεμα να κάνετε καινούριες αρχές δίχως βαριά παπούτσια παρελθόντος.
Ο Μάριος κουβάλησε κουτιά, η Ράνια ξετύλιγε χάρτινα υπολλείματα ενός αλλόκοτου παρελθόντος, κι όλες οι λέξεις έχτιζαν σιγά-σιγά νέους τοίχους. Οι νύχτες γέμιζαν με το άρωμα τσάι και φρεσκοψημμένο ψωμί, και το διαμέρισμα άρχισε σιγά-σιγά να θυμίζει σπίτι.
Όμως, κάποια αυγή, μια παράξενη παρόρμηση άρχισε να στροβιλίζει στη σκέψη της να βάλω τα πάντα στη θέση τους. Να πω την αλήθεια για τη Δανάη όχι γι αυτήν, αλλά για εμένα.
Συνάντησε τον Μιχάλη, τον άντρα της Δανάης, σένα καφέ στα Πατήσια, μανοιχτά στόρια και τραπεζάκια που έμοιαζαν να αιωρούνται σε θολό νερό. Ο Μιχάλης λούφαξε στο κάθισμα, τσαλάκωνε χαρτοπετσέτες, τα δάχτυλά του έκαναν κύκλους όπως κάνουν τα όνειρα γύρω από το ξύλινο τραπέζι.
Ξέρεις πως θα χωρίσετε, είπε η Ράνια. Η Δανάη θα παρουσιάσει τον εαυτό της σαν θύμα. Έχει κι εκείνη τη μικρή ιστορία στη Θεσσαλονίκη… αν χρειαστεί, μπορείς να δεις και τη δική της εκδοχή.
Του έδωσε έναν λευκό φάκελο. Μερικές φράσεις σε email, δυο αδέξιες φωτογραφίες, τίποτα συνταρακτικά. Ο Μιχάλης πήρε το φάκελο, κοντοστάθηκε.
Ευχαριστώ που μου αφήνεις επιλογή, είπε ήσυχα.
Η Ράνια βγήκε στο δρόμο με ένα άγριο αεράκι να παίζει τα μαλλιά της. Συνειδητοποίησε πως αυτό το τέλος ήταν λιγότερο για τη Δανάη και τον Μιχάλη, περισσότερο για την ίδια. Να κλείσει μια ιστορία με ειλικρίνεια, όσο σουρεαλιστικό και αν ακουγόταν πάνω σε τούτο το πεζοδρόμιο.
Το βράδυ, σένα λευκό δωμάτιο που μύριζε μόλις βαμμένο λαβύρινθο, η Ράνια έσβησε το τηλέφωνο της Δανάης για πάντα· το κανε με κίνηση λιτή, σαν να έκλεινε τελετουργικά το καπάκι μιας παλιάς κάσας.
Με τον καιρό, το καινούριο διαμέρισμα άρχισε να μαζεύει ήλιο, κουζίνα μύρισε κανελάδα και τοίχοι ντύθηκαν με πίνακες που η Ράνια ζωγράφισε σε μαθήματα aquarelle στου Ψυρρή. Ο Μάριος, μες σένα νέο κύκλο στη δουλειά του, γέμιζε το σπίτι με κεφτεδάκια και χειμωνιάτικα αστεία. Οι βόλτες στις γειτονιές του Αγίου Θωμά, πρωινά στον Υμηττό, τα γέλια με καινούριες γειτόνισσες στην πλατεία όλα αυτά γέμιζαν τη ζωή της σαν να επιστρέφουν κάθε βράδυ απροσδόκητα όνειρα.
Εκεί, στο μπαλκόνι με μια κούπα καφέ κι ένα πιάτο τυρόπιτα στο πλάι, κάποια στιγμή η Ράνια ένιωσε να σβήνει το βάρος. Ο Μάριος βγήκε δίπλα της, κρατώντας μια λευκή κούπα.
Ίσως ήταν το μόνο σωστό που μπορούσες να κάνεις, της είπε ήρεμα.
Το ξέρω… ψιθύρισε εκείνη. Μα απόψε δεν κρυώνω. Το δέρμα μου έμεινε καθαρό απ τα παλιά κουτσομπολιά.
Εκεί, με φόντο ένα πορτοκαλί ηλιοβασίλεμα στα Τουρκοβούνια, όλα φάνταζαν καινούρια, ακόμα κι αν η Αθήνα δεν έπαυε ποτέ να στροβιλίζεται στο ίδιο ονειρικό μοτίβο κουβέντας και επανάληψης.
*****
Έξι μήνες πέρασαν σαν όνειρο. Ενα πρωινό, το φως του ήλιου περνούσε από το γαλακτερό τζάμι, ράβοντας πάνω στα πλακάκια παράξενες χρυσαφένιες γραμμές, κι η Ράνια σκεφτόταν πως τώρα ανέπνεε χωρίς τον φόβο του τι θα πουν οι άλλοι;. Εργαζόταν σπίτι της, το γραφείο στη γωνιά δίπλα στο μικρό ελαιόδεντρο, ζωγράφιζε στα διαλείμματα, μαγείρευε τραχανά και ψωμί, συστηνόταν σε παιδιά που αλώνιζαν στην αυλή.
Μια βραδιά, ήπιε κακάο χαζεύοντας το κινητό της μια ειδοποίηση από τη Λίνα, παλιά συνάδελφο.
«Ράνια, τα έμαθες για τη Δανάη; Την άκουσα να χάνει ό,τι διεκδίκησε επειδή τελικά… όλα στη φόρα. Ο Μιχάλης πήγε στο δικαστήριο με τις συνομιλίες της με εκείνον τον συνάδελφο από τη Θεσσαλονίκη. Τα έχασε όλα, της έμεινε μόνο το παλιό της Φίατ. Κανείς πια δεν πιστεύει στην ιστορία της…»
Η Ράνια κοιτούσε για ώρα το μήνυμα, μένα αίσθημα που δεν ήταν ούτε ικανοποίηση, ούτε θλίψη. Ήταν απλώς ανακούφιση – πως η αλήθεια επιστρέφει αργά, σαν ξεχασμένος ταχυδρόμος που βρίσκει το σωστό κουδούνι.
Ο Μάριος, περνώντας τη ζεστή κούπα στην αγκαλιά της, τη ρώτησε χαμηλόφωνα:
Θα φας κρουασάν; Θέλεις αύριο να πάμε στον Εθνικό Κήπο; Έχει ανθίσει το γιασεμί…
Η Ράνια γέλασε και ένιωσε ξαφνικά πως ανήκε εδώ. Εξώπορτα, λίγες γλάστρες, φρόντιμοι άνθρωποι, εστίες με αληθινά χαμόγελα κι ένα σπίτι κι ένα κορμί απαλό κάτω απ το χιόνι. Σήκωσε το τηλέφωνο και μίλησε στη Λίνα.
Ευχαριστώ που με ειδοποίησες. Ξέρεις… αισθάνομαι πως τώρα τελείωσε ο κύκλος.
Τα βλέπει όλος ο κόσμος πια, Ράνια. Δεν θα σου πουν τίποτα, μα όλοι ξέρουν, απάντησε η Λίνα.
Ας ξέρουν. Εγώ απλώς θέλω να ζω ήσυχα.
Το βράδυ, γυρνώντας απτον περίπατο, στάθηκε για λίγο σένα παγκάκι στην πλατεία του Παπάγου κοιτώντας τα παγοδρόμια των παιδιών και τις γάτες να κατρακυλούν στις γωνιές. Άκουγε κι ένιωθε: δεν ανήκω πια στο παρελθόν σας, είμαι εδώ δυνατή, ήρεμη, αληθινή. Αυτό ήταν το πιο σουρεαλιστικό κομμάτι του ονείρου: πως για να βρεις τη γαλήνη, χρειάζεται μόνο να αφήσεις πίσω το βουητό.
Μέσα σ εκείνην την αλλόκοτη, ελληνική πόλη, με τη βροχή στα πεζοδρόμια και τους χαμηλούς θόρυβους, η Ράνια πίστεψε πως επιτέλους έγινε ο εαυτός της. Και ίσως να μην υπάρξει ποτέ καλύτερο φινάλε.





