Συγγενείς από το χωριό ήρθαν να μας επισκεφτούν για μια εβδομάδα πέντε άτομα όλοι μαζί στη «γκαρσονιέρα» μας. Τους υποδέχτηκα ολόκληρη με πράσινες βούλες «σε φάση ανεμοβλογιά».
Το πρωινό του Σαββάτου μου ξεκινάει όχι με καφέ, αλλά με ένα τηλεφώνημα. Στην οθόνη αναβοσβήνει το ανήσυχο: «Θεία Βούλα».
Μαράκι μου, καλημέρα! Ετοιμάσου να μας υποδεχτείς! η φωνή της θείας τόσο ζωντανή και δυνατή που ούτε ο πιο απαιτητικός ξυπνητήρας δεν την ξεπερνά. Ξεκινήσαμε ήδη, αύριο πρωί φτάνουμε Αθήνα! Σκέφτηκαμε να σας κάνουμε έκπληξη, να δούμε και λίγο την πρωτεύουσα, να χαρούμε οικογενειακό ταξίδι. Εμείς είμαστε δικοί σας άνθρωποι!
Κάθομαι στο κρεβάτι, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω τι μόλις άκουσα. Το πιο ανησυχητικό στη φράση της ήταν το «εμείς».
Ποιοι ακριβώς είναι το «εμείς», θεία Βούλα; ρωτάω προσεκτικά, ενώ ταυτόχρονα κλοτσάω διακριτικά τον άντρα μου κάτω απ το πάπλωμα να ξυπνήσει αμέσως.
Έλα τώρα! Εγώ, ο θείος Κώστας, η Στέλλα με τον άντρα της και ο εγγονός μας. Μην αγχώνεσαι, δεν έχουμε ιδιαίτερες απαιτήσεις αρκεί ένας καναπές, όλη μέρα βόλτες θα είμαστε!
Πέντε άτομα. Συν εμάς τους δύο. Σε μια γκαρσονιέρα τριάντα τριών τετραγωνικών, όπου άδειος χώρος υπάρχει μόνο στο χαλάκι της εισόδου και στο στενό διάδρομο δίπλα από τη τηλεόραση.
Κλείνω το τηλέφωνο βουβά και κοιτάζω τον άντρα μου. Στα μάτια του βλέπω καθαρό, ανόθευτο τρόμο και την κρυφή του επιθυμία να φύγει μετανάστης… ή έστω να βγει για ψώνια και να γυρίσει μετά από δέκα μέρες.
Η αφέλεια καμιά φορά χειρότερη από τη ληστεία
Θυμάμαι αμέσως την προηγούμενη τους επίσκεψη πριν τρία χρόνια, που ήταν «μόνο» τρεις. Εκείνη η εβδομάδα ακόμα στοιχειώνει τα όνειρά μου. Ο θείος Κώστας κάπνιζε στο μπαλκόνι πετώντας τη στάχτη στις γλάστρες μου: «Λίπασμα είναι, χαλάρωσε». Η θεία Βούλα με δίδασκε πώς να φτιάχνω γίγαντες στη μικροσκοπική κουζίνα μου: «Άσε να σου δείξω πώς κόβονται τα λαχανικά». Κι εμείς με τον άντρα μου κοιμόμασταν σε ένα φουσκωτό στρώμα που μέχρι το πρωί ξεφούσκωνε και σχεδόν ξυπνούσαμε στο πάτωμα, ενώ οι φιλοξενούμενοι μάς καταλάμβαναν τον καναπέ βασιλικά.
Και τώρα είναι πέντε. Η Στέλλα με τον άντρα της γελάνε δυνατά, πάντα φασαρία, και ο γιος τους, ο Δημητράκης, επτά χρονών, είναι ένας ζωντανός ανεμοστρόβιλος που δεν γνωρίζει τι σημαίνει η λέξη «απαγορεύεται».
Πρέπει να το αρνηθούμε, λέει αποφασιστικά ο άντρας μου, κοιτάζοντας το ταβάνι.
Πώς ακριβώς; γκρινιάζω εγώ. Ήδη έρχονται, να πούμε «γυρίστε πίσω»; Ξέρεις τη θεία Βούλα: θα αρχίσουν τα περί οικογενειακού δεσμού, θα μου θυμίσει πώς με κρατούσε μωρό, θα ακουστούν «οι Αθηναίοι καλοπερνούν». Μετά όλο το χωριό θα λέει ότι δεν άνοιξα στην οικογένειά μου και η μαμά θα πίνει λεμόνιλ για το άγχος.
Όταν η διπλωματία δεν έχει νόημα
Καθόμαστε στην κουζίνα, πίνουμε καφέ και ψάχνουμε λύσεις, η μία χειρότερη από την άλλη. Να τους βρούμε κατάλυμα ξεχωριστό ούτε που το συζητάμε, αφού μετά το σέρβις του αυτοκινήτου μετράμε τα ευρώ μας. Να φύγουμε εμείς σε φίλους για μια βδομάδα πρακτικά αδύνατο. Να μη τους ανοίξουμε; Θα χτυπάνε την πόρτα μέχρι να φωνάξουν πυροσβεστική.
Ξαφνικά μου έρχεται η ιδέα. Χρειάζεται δικαιολογία αδιάσειστη, κάτι που διώχνει τους πάντες.
Ανεμοβλογιά, ψιθυρίζω.
Τι; απορεί ο άντρας μου.
Ανεμοβλογιά! Καραντίνα! Για ενήλικες είναι τραγικό: πυρετός, επιπλοκές, σημάδια.
Ο άντρας μου διστάζει:
Κι αν έχουν περάσει;
Η θεία Βούλα και ο θείος Κώστας όχι, η μαμά το είχε πει. Τη Στέλλα δεν τη θυμάμαι, αλλά με παιδάκι σίγουρα δεν θα διακινδυνεύσουν.
Πράσινη παραλλαγή
Τέσσερις ώρες πριν έρθει το τραίνο και ξεκινάμε ετοιμασίες. Βγάζω από το φαρμακείο μια παλιά φιάλη πράσινο οινόπνευμα.
Βάλε όσο πιο πολύ μπορείς, του λέω, γυρίζοντας το πρόσωπο. Μέτωπο, μάγουλα, λαιμό, χέρια. Όσο πιο τρομακτικό, τόσο το καλύτερο.
Ο άντρας μου, προσπαθώντας να μη γελάσει, σχεδιάζει μεγάλες πράσινες βούλες. Στον καθρέφτη βλέπω μια πραγματική ζωγραφιά παιδικού σταθμού. Για να ολοκληρώσω το ύφος, φοράω έναν γκρι χαλαρό ρόμπα, δένω κασκόλ στο λαιμό και ανακατεύω τα μαλλιά μου.
Κι εγώ; ρωτάει ο άντρας μου.
Είσαι «επαφή». Φορητός εκκολαπτήρας. Τρομακτικότερο δεν γίνεται.
Ετοιμάζουμε το σενάριο: αρρώστησα χθες, 40 πυρετό, γιατρός ήρθε αυστηρή καραντίνα, και μας τρόμαξε με μεταλλαγμένο ιό.
«Μήπως όμως έρθετε μόνο για έναν καφέ;»
Το κουδούνι χτυπάει ακριβώς στην ώρα. Από πίσω φασαρία, τσάντες, ο Δημητράκης κλαίει. Παίρνω το πιο άρρωστο ύφος, ο άντρας μου μισανοίγει την πόρτα, μπλοκάροντας το πέρασμα.
Κώστα μου! Γιατί δεν ήρθες στο σταθμό να μας πάρεις; ο θείος ήδη ψάχνει να μπει.
Σταθείτε! φωνάζει ο άντρας μου. Μεγάλη συμφορά!
Και τότε εμφανίζομαι εγώ: σύρω παντόφλες, κρατιέμαι στο τοίχο, βαριά ανάσα.
Καλημέρα… ψελλίζω. Συγγνώμη, χτύπησε η ανεμοβλογιά, σοβαρή περίπτωση. Ο γιατρός είπε ότι μεταδίδεται ακόμα και από το φρεάτιο.
Στη σκάλα πέφτει σιγή. Πέντε ζευγάρια μάτια κολλάνε στις πράσινες βούλες μου.
Ανεμοβλογιά;! η Στέλλα αναπηδά και αγκαλιάζει το παιδί της. Μα στα τριάντα σου;
Το ανοσοποιητικό μου… μουρμουρίζω. Πυρετός… επιπλοκές…
Βλέπω σχεδόν τη μάχη στη σκέψη της θείας Βούλας, ανάμεσα σε τσάμπα φιλοξενία και φόβο για την υγεία.
Κώστα, εσύ τίποτα;
Δεν ξέρω… μάλλον όχι… ο θείος Κώστας κάνει ήδη πίσω προς το ασανσέρ.
Και εγώ ποτέ μου! πανικοβάλλεται η Στέλλα. Μαμά, πάμε σε ξενοδοχείο!
Ο άντρας σου; ρωτάει με καχυποψία η θεία Βούλα.
Είμαι ο επόμενος, λέει ηττημένος ο άντρας μου. Κοιμόμαστε μαζί, θέμα χρόνου.
Αρκεί αυτό. Η προοπτική να ζήσουν για μια βδομάδα μαζί με αρρώστους τούς κάνει να αλλάξουν αμέσως γνώμη.
Περαστικά, μουρμουρίζει ο θείος Κώστας, πατώντας το ασανσέρ. Τα μελομακάρονα τα κρατάμε, στο ξενοδοχείο θα φανούν χρήσιμα.
Το ασανσέρ τους μαζεύει μαζί με τις βαλίτσες, τα ταπεράκια και το πρόβλημά μας φεύγει μαζί τους.
Ήταν να μη γίνει!
Κλείνουμε την πόρτα και ο άντρας μου γονατίζει στα γέλια. Κοιτάω το είδωλο μου και γελάμε και οι δύο.
Το ξενοδοχείο το βρήκαν αμέσως. Τελικά είχαν λεφτά, απλώς γιατί να ξοδέψουν τα δικά τους όταν υπάρχει η Μαρία;
Σε δύο μέρες με παίρνει η μαμά:
Μαρία, γιατί δεν είπες τίποτα; Η θεία Βούλα είπε πως είσαι καταπράσινη και στο χείλος του γκρεμού!
Περνάει, μαμά, να δεις! Θαύματα κάνει η σύγχρονη ιατρική.
Την αλήθεια δεν την είπα ποτέ. Ας νομίζουν καλύτερα ότι έχω αδύναμο ανοσοποιητικό, παρά «δύσκολο χαρακτήρα».
Έφυγε το πράσινο από το δέρμα και το Σαββατοκύριακο, επιτέλους, το απολαμβάνουμε με πίτσα και σειρά στην τηλεόραση, χαρούμενοι για κάθε εκατοστό της μικρής μας, αλλά πλέον ελεύθερης γκαρσονιέρας.


