«Στις 31 του μήνα η μαμά και η αδερφή θα έρθουν, ορίστε το μενού — τρέξε στην κουζίνα», είπε ο άντρας. Όμως η σύζυγος τους ξεπέρασε όλους!

«Τριακοστή πρώτη θα έρθουν η μαμά και η αδελφή, ορίστε το μενού κατευθείαν στη κουζίνα», είπε ο Μανώλης, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα απ’ το κινητό. «Οι δίδυμοι δεν τρώνε πια ψάρι. Και χωρίς μαγιονέζα, η μαμά λέει πως την βαραίνει».

Η Ειρήνη σκούπιζε ένα πιάτο, με τα μάτια καρφωμένα στο σκοτεινό παράθυρο. Είχε τελειώσει η μέρα, η Αθήνα βυθιζόταν στη νύχτα. Δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει.

Άφησε το πιάτο. Τον κοίταξε με αφοπλιστική ηρεμία.

Είναι η δική σου επέτειος, Μανώλη.

Ναι, για αυτό θέλω όλα να πάνε καλά

Κι εγώ; Πού λογίζομαι εγώ;

Σήκωσε το βλέμμα του επιτέλους.

Εσύ; Στην κουζίνα, όπως πάντα… Τι εννοείς;

Ειρήνη δεν απάντησε. Δεκαπέντε χρόνια κάθε φορά που η κ. Νικη Παπαδοπούλου ερχόταν με τα δικά της «πρέπει», η κουνιάδα, η Δήμητρα, κατέρρεε στον καναπέ όσο η Ειρήνη έπλενε πιάτα πίσω από τα δίδυμα που φώναζαν. Δεκαπέντε γιορτές του Μανώλη, κι εκείνη μια αθέατη φιγούρα ανάμεσά τους.

Καμία σημασία είπε ήσυχα κι έφυγε απ την κουζίνα.

Το πρωί της εικοστής ένατης, η Ειρήνη τηλεφώνησε στη μητέρα της.

Μαμά, μπορώ να έρθω με τον Νίκο σπίτι σας;

Φυσικά, κόρη μου. Ο Μανώλης;

Θα μείνει. Έχει καλεσμένους.

Διάλειμμα.

Ειρήνη

Όλα καλά, μαμά.

Η βαλίτσα γέμισε σε πέντε λεπτά: τζιν, δυο πουλόβερ, τα χαρτιά. Ο Νίκος βγήκε από το δωμάτιο, κοίταξε τη βαλίτσα.

Φεύγουμε;

Ναι.

Έβαλε τα παπούτσια του. Στα δεκατρία του καταλάβαινε περισσότερα απ’ τον πατέρα του όλα αυτά τα χρόνια.

Ο Μανώλης γύρισε στις έξιμισι το βράδυ, πήγε στην κουζίνα το ψυγείο άδειο. Φώναξε:

Ειρηνούλα!

Σιωπή.

Τριγύρισε στο σπίτι. Τίποτα. Στο τραπέζι, ένα πρόχειρο χαρτί:

«Μανώλη, η λίστα των προϊόντων είναι στο ψυγείο. Εγώ κι ο Νίκος είμαστε στους γονείς μου. Μαγείρεψε μόνος σου. ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ. Τα κλειδιά είναι στη κυρία Βέρα».

Το διάβασε τρεις φορές. Έκανε να τηλεφωνήσει απόρριψη. Έστειλε μήνυμα τίποτα. Κοίταξε το χαρτί: κοτόπουλο, πατάτες, γαύρος, αγγούρια. Δεν ήξερε καν πώς να αρχίσει.

Την επόμενη, ξύπνησε νωρίς και προσπάθησε να μαγειρέψει. Η κουζίνα θύμιζε βομβαρδισμένο τοπίο: φλοίδες κρεμμυδιού παντού, λάδι, το κοτόπουλο μισοκαμένο. Οι πατάτες έγιναν πολτός, ο γαύρος γλίστραγε από τα χέρια.

Το κινητό χτύπησε. Η μαμά.

Μανωλάκι, θα 'ρθούμε στις έντεκα. Η Ειρήνη έχει έτοιμα, έτσι;

Μαμά, η Ειρήνη έφυγε.

Πώς έφυγε;

Πήγε στους δικούς της.

Σιωπή. Η φωνή πήρε ύφος.

ΤΩΡΑ ΔΗΛΑΔΗ; Πάνω στα γενέθλιά σου; Τι είναι αυτά;

Μαμά, προσπαθώ μόνος μου.

Εσύ;;; Μανώλη, μας κοροϊδεύεις τώρα!

Δεν ξέρω… μαμά.

Καλά. Θα έρθουμε, θα τα βρούμε. Η Δήμητρα θα βοηθήσει.

Ο Μανώλης κοίταξε τη χαοτική κουζίνα. Κάτι μέσα του είχε φέρει την κόψη.

Στις δώδεκα το μεσημέρι, η κ. Παπαδοπούλου έφτασε με μια τεράστια τσάντα. Πίσω της η Δήμητρα και δυο δίδυμα, ανακατεμένα σαν βουβουζέλα.

Για να δούμε τι ετοίμασες μπήκε η μαμά, κοίταξε το τραπέζι. Αυτά είναι;

Τρεις πιατέλες: σαλάμι, αγγούρια, κάτι σαν λαπάς.

Σοβαρά τώρα, Μανώλη; έκανε η Δήμητρα, ξινίζοντας. Τόσες ώρες δρόμο γι αυτό;

Προσπάθησα είπε και δάγκωσε τα χείλη.

Η μητέρα άνοιξε το ψυγείο.

Εδώ τίποτα. Ούτε κρέας ούτε ψάρι. Μανώλη, γιατί μας κάλεσες αν δεν μπορείς να φιλοξενήσεις;

Εγώ δεν κάλεσα, εσύ είπες ότι θα έρθεις.

Ωραία, δηλαδή η μαμά σου είναι βάρος;

Τα δίδυμα τρέχουν παντού, ο ένας αναποδογύρισε την καρέκλα, ο άλλος έριξε νερό στον καναπέ. Η Δήμητρα δεν γύρισε καν.

Δήμητρα, μαζέψ τους λίγο είπε ο Μανώλης.

Είναι παιδιά, να κινηθούν πρέπει! Τι, δεν αντέχουμε τα παιδιά τώρα;

Τότε κάτι έσπασε μέσα του. Θυμήθηκε τη δεκαπενταετία που η Ειρήνη μαγείρευε, καθάριζε και χαμογελούσε με το ζόρι χωρίς να της πουν ούτε ένα ευχαριστώ.

Μαμά, Δήμητρα, δεν μπορώ έκατσε στο σκαμπό. Δεν ξέρω να μαγειρεύω, κουράστηκα. Πάμε να παραγγείλουμε ή βγείτε σε ταβέρνα.

Ταβέρνα; η μαμά σήκωσε τα χέρια ψηλά.

Στην επέτειό σου; Μανώλη, όλα εξαιτίας της Ειρήνης. Σε τρέλανε!

Δεκαπέντε χρόνια σας υπηρετούσε! Ένα ευχαριστώ είπατε; Μια φορά βοηθήσατε;

Είμαστε φιλοξενούμενοι!

Δεν είστε φιλοξενούμενοι… Είστε βάρος.

Η μαμά άλλαξε χρώμα. Άρπαξε την τσάντα.

Δήμητρα, μαζεύε τα παιδιά. Φεύγουμε. Τώρα να δούμε αν θα μείνει με τη γυναίκα του. Κι εγώ δεν ξανάρχομαι!

Η Δήμητρα του έριξε ένα βλέμμα δηλητήριο.

Θα το μετανιώσεις, Μανώλη.

Η πόρτα έκλεισε με δύναμη. Ο Μανώλης έμεινε μόνος, να κοιτάει το μισοτελειωμένο σαλάμι. Κατάλαβε τότε δεν τον ευχήθηκαν καν. Ήρθαν για το φαγητό· και όταν δεν υπήρχε φαγητό, έφυγαν.

Το βράδυ μπήκε στο αυτοκίνητο, κατευθύνθηκε προς το εξοχικό των γονέων της Ειρήνης, ένα παλιό σπίτι με βεράντα κοντά στη Μαραθώνα. Έφτασε στην αυλή, είδε φως στα παράθυρα. Χτύπησε την πόρτα.

Η Ειρήνη άνοιξε. Μαλλιά λυτά, παλιό πουλόβερ. Χωρίς ίχνος μακιγιάζ. Είχε ξεχάσει πώς ήταν έτσι.

Καλησπέρα.

Καλησπέρα.

Μπορώ να μπω;

Τον κοιτάζει για ώρα. Τελικά κουνάει το κεφάλι. Μανώλης βγάζει τα παπούτσια, μπαίνει μέσα. Ο Νίκος στον καναπέ με τάμπλετ, η μητέρα της Ειρήνης στην κουζίνα μαγειρεύει.

Καλησπέρα, Μανώλη ούτε χαμόγελο, ούτε γλύκα. Θέλεις τσάι;

Όχι ευχαριστώ.

Η Ειρήνη κάθεται στη γωνία, αγκαλιάζει τα γόνατα της.

Έφυγαν;

Έφυγαν. Με φασαρία.

Χωρίς ευχές;

Χωρίς τίποτα.

Σιωπή. Το χιόνι έξω στριφογύριζε.

Ειρηνούλα, συγγνώμη.

Δεν απάντησε.

Πραγματικά δεν είχα καταλάβει. Νόμιζα, οικογένεια είναι, έτσι πρέπει Αλλά είχες δίκιο. Δεν ήμουν αναγκαίος εγώ, ήταν απαραίτητος ο δικός σου κόπος, το δικό σου τραπέζι.

Όχι ο κόπος, η σιωπή γύρισε προς το μέρος του. Έμαθαν απλά να ανέχομαι. Κι εσύ το ίδιο.

Είμαι ανόητος.

Μόνο τώρα το πήρες χαμπάρι;

Ο Μανώλης κάθεται δίπλα χωρίς να την αγγίζει.

Μπορώ να μείνω; Μέχρι την Πρωτοχρονιά;

Η Ειρήνη τον κοιτάει προσεκτικά.

Μπορείς. Αλλά αύριο καθαρίζεις πατάτες και πλένεις πιάτα. Μόνος σου.

Σύμφωνοι.

Ένα μήνα αργότερα η κ. Παπαδοπούλου τηλεφώνησε: ήθελε να έρθει για ένα Σαββατοκύριακο. Ο Μανώλης απάντησε ήρεμα:

Μαμά, θα είμαστε σε ιαματικά. Αν θες, έλα, τα κλειδιά τα έχει η κυρία Βέρα. Μαζεύεις και καθαρίζεις μόνη σου.

Τι είναι αυτά τα πράγματα!

Είναι οι νέοι κανόνες, μαμά.

Έκλεισε το τηλέφωνο. Ο Μανώλης χαμογέλασε. Η Ειρήνη σήκωσε το φρύδι.

Λες να το αντέξει;

Κι αν όχι, δικό της πρόβλημα.

Η μαμά δεν ξαναπήρε για απαιτήσεις. Έμαθε πως οι καιροί αλλάζουν: μπορείς να δίνεις εντολές, να ζητάς υπηρεσίες, μα μόνο όσο κάποιος σωπαίνει. Όταν το «σώπα» τελειώσειτελειώνει κι η εξουσία σου.

Η Ειρήνη δεν έγινε ηρωίδα. Απλά σταμάτησε να αντέχει. Κι αυτό έφτανε, για να γυρίσει ο κόσμος.

Oceń artykuł
«Στις 31 του μήνα η μαμά και η αδερφή θα έρθουν, ορίστε το μενού — τρέξε στην κουζίνα», είπε ο άντρας. Όμως η σύζυγος τους ξεπέρασε όλους!