Στη δεύτερη θέση

Δεύτερη θέση

Ημερολόγιο Αθήνα

Στέκομαι στην είσοδο του διαμερίσματος, τα φώτα του δειλινού σκορπούν χλωμό φως στο σαλόνι και νιώθω το στομάχι μου να γίνεται κόμπος. Ο Μάριος φοράει ήδη το μπουφάν του, κρατά στο χέρι τα κλειδιά του αυτοκινήτου, έτοιμος να φύγει ξανά. Οι παλάμες μου σφίγγουν λίγο το ξύλο της ντουλάπας, σαν να προσπαθώ να κρατηθώ από κάτι.

Μάριε, φεύγεις πάλι; η φωνή μου βγαίνει σιγανή, γεμάτη αγωνία, χωρίς να το θέλω.

Δεν γυρίζει καν να με κοιτάξει. Ναι. Η Ελένη πρέπει να πάει στο νοσοκομείο, το μωρό της έχει πάλι πυρετό και αυτή ούτε να σταθεί δεν μπορεί.

Όλα μέσα μου μαζεύονται, θέλω να φωνάξω, αλλά το στόμα μου τρέμει όταν κάνω ένα βήμα μπροστά.

Κι εμείς; Είχες τάξει στον Άγγελο να πάτε στην παιδική χαρά σήμερα, στη Δανάη να της διαβάσεις στο κρεβάτι. Σε περίμεναν όλη τη μέρα! Πώς γίνεται να αδιαφορείς τόσο για τα δικά σου παιδιά;

Δεν νιώθει ντροπή, απλώς δεν του αρέσουν οι δικαιολογίες το ξέρω καλά αυτό. Και βέβαια, μέσα του πιστεύει ότι κάνει το σωστό.

Μαρία, το ξέρεις… λέει ξεφυσώντας, χωρίς να με κοιτάζει. Χρειάζεται βοήθεια. Δεν έχει κανέναν άλλο. Τα παιδιά μας είναι καλά, μια άλλη μέρα θα παίξουμε μαζί ή εσύ μπορείς να τους διαβάσεις. Τι έγινε δηλαδή; Το σημαντικό είναι πως είναι υγιή.

Τα λόγια αιωρούνται στον αέρα σαν κάτι βαριά, και νιώθω να με πλημμυρίζει παράπονο. Σφίγγω τις γροθιές μου.

Θα ξεχάσουν πώς μοιάζεις! φωνάζω με τη φωνή να σπάει από τον πόνο. Πότε ήταν η τελευταία φορά που ήσουν πραγματικά μαζί τους;

Στέκεται, κοιτάζει το πάτωμα, σαν να αναζητεί κάποια απάντηση. Τελικά, σιγανά, σχεδόν ψιθυριστά:

Δεν μπορώ να την αφήσω. Είναι σε απόγνωση· τη χρειάζονται πιο πολύ από σένα και τα παιδιά.

Αρχίζω να γελάω μέσα στα δάκρυα, πικρά, χωρίς καμιά χαρά. Κουνάω το κεφάλι, πιέζοντας τα μάτια μου να μείνουν στεγνά, όσο μπορώ.

Φυσικά είπα, η φωνή μου γεμάτη πίκρα που με τρόμαξε. Εμείς, λοιπόν, μπορούμε να περιμένουμε. Όπως πάντα.

Πήγε να μιλήσει, το κατάλαβα από το πώς λύγισαν τα χείλη του, πώς σφίχτηκαν οι ώμοι του. Τελικά, απλώς σήκωσε το χέρι και βγήκε έξω. Η πόρτα έκλεισε απαλά, αφήνοντας μόνο το διακριτικό του άρωμα να αιωρείται λίγο ακόμα στην είσοδο.

Κάθισα αργά στο παγκάκι του διαδρόμου. Τα πόδια μου βάρυναν απότομα· όλη η δύναμή μου έμοιαζε να με εγκαταλείπει. Αγκαλιάζω τον εαυτό μου όπως όταν ήμουν παιδί· έτσι, για να μη διαλυθώ. Έφυγε ξανά. Ένα ξένο παιδί είναι πιο σημαντικό απ τη δική του οικογένεια…

Οι μέρες πέρασαν, σβήνοντας σε έναν άχρωμο κύκλο. Θέλω να πιστεύω πως θα είναι προσωρινό, πως όλα θα αλλάξουν, αλλά κάθε βράδυ γυρίζω στο ίδιο σκοτεινό συμπέρασμα: κι αν δεν είναι; Αν αυτή είναι πια η νέα μας ζωή;

Κάποιο πρωί, πλένοντας τα πιάτα, αισθάνθηκα ότι δεν πάει άλλο. Δεν θέλω πια να σωπαίνω, να προσποιούμαι ότι δεν τρέχει τίποτα. Τα χέρια μου έτρεμαν όταν πήρα το κινητό, σχημάτισα έναν αριθμό που ποτέ δεν τόλμησα να καλέσω ως τώρα. Δεν ήξερα καν τι θα έλεγα.

Καλημέρα… είμαι η Μαρία, η γυναίκα του Μάριου.

Πάγωμα γραμμής. Αιωνιότητα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Σφίγγω το τηλέφωνο τόσο, που πονάνε τα δάχτυλά μου.

Τελικά, η Ελένη απαντάει σχεδόν αδιάφορα, μα συγκρατημένα:

Ναι, κατάλαβα. Πώς μπορώ να βοηθήσω;

Κλείνω τα μάτια για να πάρω δύναμη. Τα λόγια βγαίνουν κοφτά, πιο δυνατά απ όσο ήθελα:

Μπορείς να σταματήσεις να εκμεταλλεύεσαι τη καλοσύνη του; υψώνω λίγο τη φωνή, χωρίς να το συνειδητοποιώ. Έχει οικογένεια, παιδιά. Τον χρειάζονται σπίτι!

Σιγή. Τη φαντάζομαι ν αγναντεύει έξω απ το παράθυρο, χωρίς ν αντιλαμβάνεται το βάρος που κρατώ εγώ μέσα μου.

Καταλαβαίνω ότι ανησυχείς, μου απαντά τελικά ήρεμα, με μια εμμονική σταθερότητα. Αλλά ο Μάριος προσφέρει βοήθεια μόνος του. Και, ειλικρινά, γιατί να αρνηθώ; Το παιδί μου είναι άρρωστο, δεν έχω κανέναν άλλον.

Σφίγγω το κινητό πιο πολύ, το χέρι μου πάει να πετάξει τη συσκευή κάτω.

Σε βολεύει απλώς, έτσι δεν είναι; ψιθυρίζω. Προσπαθώ απεγνωσμένα να μην κλάψω. Απλώς εκμεταλλεύεσαι την καλοσύνη του.

Χρειάζομαι στ αλήθεια στήριξη, απαντά ειρηνικά, χωρίς ν απολογείται. Κι ο Μάριος… είναι αυτό που όλοι θα ήθελαν για σύντροφο.

Πονάω σα να με χτυπάει κύμα. Δεν μπορώ να πιστέψω πως κάποια έτσι, αβίαστα, μιλάει για τον άντρα μου που θα έπρεπε να είναι δίπλα στα παιδιά του.

Σου περνάει απ το μυαλό ότι καταστρέφεις μια οικογένεια; η φωνή μου τρέμει, αλλά πρέπει να το πω.

Η σιωπή κρατά πιο πολύ αυτή τη φορά. Όταν τελικά μιλάει ξανά, η φωνή της είναι παγωμένη:

Δεν καταστρέφω τίποτα. Βοήθεια δέχομαι. Το τι επιλέγει ο Μάριος, είναι δικό του θέμα. Σημαίνει πως εκεί ανήκει. Και σε παρακαλώ, μην ξανακαλέσεις.

Κλείνει το τηλέφωνο απότομα. Το κρατώ λίγα δευτερόλεπτα ακόμα στο αυτί μου, μετά το αφήνω να πέσει.

Πηγαίνω προς το παράθυρο, ακουμπώ το μέτωπο στο ψυχρό τζάμι. Κάτω περνάει ο κόσμος με τα ψώνια του, ακούγεται το γέλιο των παιδιών. Όμως για μένα, κάτι τεράστιο μόλις γκρεμίστηκε.

Φτάνει. Δεν θα αντέξω άλλο.

Το επόμενο πρωί αρχίζω να φτιάχνω βαλίτσες. Χωρίς πανικό, χωρίς βιασύνη σαν να ετοιμάζομαι για ένα μεγάλο ταξίδι. Διπλώνω προσεχτικά τα ρούχα μας, μαζεύω τα παιχνίδια του Άγγελου, τα βιβλία της Δανάης, τα μικρά τους αγαπημένα.

Δεν κλαίω, όχι πλέον. Τα δάκρυα μου τα 'χω κλάψει. Τώρα πρέπει να γίνω δυνατή, για εμένα και τα παιδιά μου.

Όταν το ταξί έρχεται, η Δανάη με κοιτάζει εξεταστικά και ψιθυρίζει:

Μαμά, πού πάμε;

Γονατίζω μπροστά της, πιάνοντας τα χεράκια της:

Στη γιαγιά, καρδούλα μου. Εκεί θα είναι ωραία. Την αγαπάς, δεν είναι έτσι;

Κοιτά τα μάτια μου, ζυγίζει κάτι μέσα της πριν συμφωνήσει.

Ο Άγγελος πλησιάζει. Είναι μεγαλύτερος, νιώθω πως καταλαβαίνει περισσότερα απ όσα θέλω.

Ο μπαμπάς δεν θα έρθει; ρωτάει σιγανά.

Η καρδιά μου στενεύει. Χαϊδεύω το κεφάλι του, φτιάχνω μια τούφα μαλλιών πίσω απ το αυτί του.

Δεν ξέρω, Άγγελε. Αλλά τώρα πρέπει να είμαστε λίγο μόνοι. Να βρούμε ξανά τον εαυτό μας.

Γνέφει με μια σοβαρότητα που δεν ταιριάζει σ ένα παιδί. Κρατά στο χέρι το αγαπημένο του αυτοκινητάκι το μόνο που διάλεξε να πάρει μαζί του.

Ρίχνω μια τελευταία ματιά στο σπίτι. Εδώ γέλασα, αγκάλιασα, ονειρεύτηκα. Μα τώρα δεν νιώθω πως είναι πια το σπίτι μας.

Φεύγοντας δεν γυρίζω πίσω. Κοιτάζω μόνο μπροστά, στη διαδρομή για ένα αβέβαιο, αλλά ελπιδοφόρο μέλλον.

****************

Η μαμά ανοίγει την πόρτα πριν καν χτυπήσουμε. Δεν ρωτά τίποτα, με αγκαλιάζει τη Δανάη, τον Άγγελο και μετά εμένα. Σ εκείνη την αγκαλιά νιώθω μια παλιά ασφάλεια, κάτι που νόμιζα χαμένο.

Ξεσπώ επιτέλους στα κρυφά της αγκαλιά, σκαλώνοντας στο τραπεζομάντηλο, αφήνοντας τα δάκρυα να κυλήσουν όπως τότε που ήμουν μικρή.

Η μαμά με χαϊδεύει αθόρυβα, αργότερα βάζει το τσαγερό στη φωτιά. Ο ήχος του νερού και το άρωμα του φρέσκου τσαγιού με ηρεμούν για πρώτη φορά μετά από καιρό.

Πέντε μέρες περνούν χωρίς ούτε ένα τηλεφώνημα. Ο Μάριος δεν εμφανίζεται καθόλου. Σαν να μην είχε ποτέ εννοήσει το νόημα της απουσίας μας.

Την έκτη μέρα με παίρνει τηλέφωνο. Ταράζομαι όταν βλέπω το όνομά του στην οθόνη, μα απαντώ.

Πού είστε; ακούω τη φωνή του, σχεδόν μπερδεμένη.

Στη μαμά μου. Φύγαμε, Μάριε.

Γιατί; όχι ανησυχία, απλώς απορία, λες και δεν καταλαβαίνει το λόγο.

Παίρνω βαθιά ανάσα. Ήθελα να προετοιμάσω κάτι καλύτερο, αλλά τα λόγια βγαίνουν απλά, αυθόρμητα:

Γιατί εσύ λείπεις από καιρό. Γιατί δεν ήσουν ποτέ εδώ.

Σιωπή. Ακούω τον αναστεναγμό του.

Θα έρθω τώρα, ψιθυρίζει τελικά.

Μην έρθεις, απαντώ. Δεν νομίζω πια πως θέλουμε να σε δούμε.

Κλείνω το τηλέφωνο. Η μαμά κάθεται απέναντί μου, ακούγοντας, και μιλά μόλις ψιθυριστά:

Θα καταλάβει. Ίσως αργήσει, όμως το ερώτημα είναι αν θα αλλάξει ποτέ κάτι.

Το άλλο πρωί πίνω το τσάι μου κοιτώντας το πρώτο φως μέσα απ το λευκό της κουρτίνας. Το φλιτζάνι έχει μια λεπτή κρούστα που μου θυμίζει πόσο πολύ έμεινε το τσάι να κρυώσει.

Το κουδούνι χτυπά και με ταράζει. Πάω κι αντικρίζω από το ματάκι τον Μάριο.

Τον αφήνω να μπει. Είναι τόσο κουρασμένος στα μάτια του ρυτίδες, το δέρμα του χλωμό, σα να μην έχει κοιμηθεί μέρες.

Μόλις τώρα το κατάλαβα, ότι λείπετε, μου λέει.

Γελάω πικρά.

Μια βδομάδα, Μάριε. Μια βδομάδα και δεν το ένιωσες.

Τρίβει τα μαλλιά του, χάνοντας τα λόγια του.

Νόμιζα ότι πήγες στη φίλη σου Δεν ήξερα. Η Ελένη είπε πως της τηλεφώνησες.

Και τι είπε; τον κόβω.

Ότι ζηλεύεις, ότι της λυπάται.

Χαχανίζω ειρωνικά.

Δεν λυπάται καθόλου, απλά σε κρατά. Κι εσύ αφήνεσαι.

Εκεί μπαίνουν τα παιδιά. Η Δανάη μαζεύει δύναμη και τον ρωτά:

Θα φύγεις ξανά;

Ο Άγγελος είναι σιωπηλός, με σφιγμένες γροθιές.

Μας υπόσχεσαι πάντα κάτι, αλλά πάντα φεύγεις, μουρμουρίζει διαπιστωτικά.

Ο Μάριος τους κοιτάζει και κάτι στο βλέμμα του αλλάζει, όμως δε μιλάει. Και καταλαβαίνω πάλι θα φύγει. Για εκείνη.

Στέκομαι στο μεταξύ, παρακολουθώντας αυτή τη σκηνή, ξέροντας πια πως όλα τα λόγια τελείωσαν σ αυτή τη σιγή, σ αυτά τα βλέμματα.

Πάει να πλησιάσει τη Δανάη, εκείνη τραβιέται στη γωνία, κρύβει το πρόσωπο στα μακριά της μαλλιά. Τα μάτια της βουρκώνουν, αλλά μένει σιωπηλή. Προσπαθεί να προσεγγίσει τον Άγγελο, μα κι αυτός κοιτάζει μακριά.

Θα προσπαθήσω να αλλάξω, λέει με τρεμάμενη φωνή. Πείτε μου πως μπορώ να κάνω κάτι, βοηθώ μια φίλη, δεν θα κρατήσει πολύ, δυο-τρείς μήνες, το πολύ μισό χρόνο

Κουνώ το κεφάλι ήρεμα.

Οι ευκαιρίες τελείωσαν, λέω σταθερά. Δεν μπορώ να ζω με έναν άνθρωπο που διαλέγει ξένους αντί για την οικογένειά του. Δεν θα ξαναεξηγήσω στα παιδιά γιατί ο μπαμπάς απουσιάζει ή δεν έρχεται ποτέ.

Σας αγαπώ! βγάζει μια απελπισμένη φωνή.

Και τότε γιατί δεν είσαι ποτέ μαζί μας; Γιατί πάντα προτεραιότητα έχει κάποιος άλλος; Γιατί είμαστε πάντα δεύτερη επιλογή;

Σιωπή. Δεν βρίσκει λόγια.

Φύγε, του λέω σχεδόν άηχα.

Τα παιδιά μένουν ακίνητα, η Δανάη κλαίει, ο Άγγελος με αγκαλιάζει, ξέροντας περισσότερα απ όσα λέει.

Ο Μάριος βγαίνει και η πόρτα κλείνει σιγανά. Αυτό ήταν το τέλος.

*************

Η ζωή κυλά αργά τις επόμενες μέρες, κάθε πρωί λέω στον εαυτό μου ότι σήμερα θα είναι πιο ελαφριά κι όμως δεν είναι. Με το ζόρι κινώ το σώμα μου, φτιάχνω πρωινό, πηγαίνω τα παιδιά, δουλειές στο σπίτι, τίποτα δεν σταματά. Όσο υπάρχει δουλειά, υπάρχει ελπίδα.

Ζητάω δουλειά από το σπίτι μεταφράσεις, μικροδουλειές με το λάπτοπ. Μηχανικά τα μάτια διαβάζουν στίχους, τα χέρια κινούνται, κι η μαμά βοηθάει, χωρίς ερωτήσεις ή συμβουλές. Βοηθάει με το φαγητό, στηρίζει τα παιδιά, διαβάζει παραμύθια τα βράδια. Μερικές φορές απλώς κάθεται κοντά μου, πίνει τσάι, σωπαίνει μαζί μου. Η σιωπή της είναι ζεστή αγκαλιά.

Δύο εβδομάδες μετά, κι ενώ έχω συνηθίσει να λειτουργώ έτσι, χτυπάει το κινητό. Είναι η Ελένη. Δεν το πιστεύω, αλλά το σηκώνω.

Μαρία, ξέρω πως δεν θες να μιλήσουμε, αλλά… Ο Μάριος δεν θα μου ξανασυμπαρασταθεί ο τόνος της ακούγεται πρωτόγνωρα αβέβαιος.

Και λοιπόν;

Έμενε μαζί μου τις τελευταίες μέρες, βοηθούσε, μα χθες μάζεψε τα πράγματά του και είπε ότι νιώθει προδότης.

Χαμογελώ με πίκρα.

Κι αυτό τώρα γιατί μου το λες; Να τον λυπηθώ;

Όχι, μια βαθειά ανάσα. Σου τηλεφωνώ για να σου πω πως ήμουν λάθος. Τον κρατούσα για τη δική μου ασφάλεια στη δύσκολη περίοδο. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να διαλύω τις ζωές άλλων.

Δεν έχει σημασία πια.

Έχει επιμένει σιγανά. Γιατί ακόμα σας αγαπάει.

Κλείνω τα μάτια κι ό,τι υπάρχει μέσα μου τεντώνεται. Αν τον ένοιαζε, δεν θα το καταλάβαινε μια βδομάδα μετά την απουσία μας.

Αν μας αγαπούσε, θα μας είχε πρώτους στη ζωή του.

Η Ελένη σωπαίνει. Τελικά, απλώς ψιθυρίζει: Καταλαβαίνω. Συγγνώμη.

Ώρα να τελειώσω με τις ελπίδες. Κάπου βαθειά ένιωσα ένα αχνό αίσθημα απελευθέρωσης: τέλειωσε η αναμονή.

Ο Μάριος εμφανίστηκε μετά από ένα μήνα. Ήταν απόγευμα: ετοιμάζαμε τραπέζι, η μαμά σέρβιρε ντολμαδάκια, τα παιδιά πλέναν χέρια. Το κουδούνι χτύπησε και τον είδα από το ματάκι.

Μπορώ να μπω; ρώτησε ήσυχα.

Γιατί; ρωτώ απλά.

Χαμήλωσε τα μάτια, μετά με κοίταξε. Ήθελε να πει κάτι σπουδαίο, αλλά όλα βγαίναν σπασμένα.

Κατάλαβα πως έχασα τα πάντα. Είπα στην Ελένη να μην με περιμένει άλλο. Θέλω να γυρίσω, αν το θέλετε κι εσείς.

Η Δανάη κρύφτηκε πίσω μου. Ο Άγγελος κοίταζε το πιάτο του, χωρίς να βγάζει κιχ.

Τα παιδιά δεν θέλουν να σε δουν, του λέω απαλά. Ούτε εγώ θέλω πια να φοβάμαι ότι αύριο θα είσαι πάλι απών. Κάθε μέρα να σε περιμένω.

Δεν θα ξαναφύγω!

Τον σταματώ με το χέρι. Έφυγες ήδη, δεν το κατάλαβες; Τα παιδιά σταμάτησαν να σε περιμένουν. Η Δανάη ζωγραφίζει μόνο μαμά και γιαγιά, ο Άγγελος δεν σου μιλάει για το ποδόσφαιρο. Και δεν έλειπες απλώς έσβησες από τη ζωή μας.

Πάει να απαντήσει, όταν ακούγεται η μαμά απ την κουζίνα: Μαρία, έλα να με βοηθήσεις στα πιάτα!

Καταλαβαίνω το υπονοούμενο. Δεν είμαι μόνη πια.

Κοιτάζω τον Μάριο μια τελευταία φορά, σα να θέλω να αποτυπώσω το πρόσωπό του όπως είναι.

Φύγε, Μάριε. Δεν είμαστε πια η οικογένειά σου.

Μένει για λίγο, αλλά τελικά ανοίγει την πόρτα και φεύγει. Κλείνω πίσω του.

Η Δανάη βγαίνει και με αγκαλιάζει. Ο Άγγελος με περικλείει με τα χέρια του. Η μαμά βάζει ένα χέρι στον ώμο μου. Το σπίτι γεμίζει ησυχία μια ησυχία που μοιάζει με νέα αρχή.

********************

Έξι μήνες πέρασαν. Νόικιασα μικρό διαμέρισμα, πιο κοντά στη δουλειά όχι πολυτελές, αλλά δικό μας. Μπορώ να διαβάζω στα παιδιά τα βράδια, να παίζουμε μαζί, να ζούμε.

Η μαμά έφυγε για το Ηράκλειο, κοντά στη θεία που τη χρειάζεται. Μιλάμε κάθε βράδυ, πάντα πάνω απ’ το τραπέζι να ακούμε νέα για τα παιδιά. Είμαι πια βέβαιη πως δεν είμαι μόνη.

Η Δανάη μπήκε θεατρικό εργαστήρι. Ο Άγγελος γράφτηκε σε όμιλο σκακιού. Η Δανάη γελάει πάλι δυνατά, ο Άγγελος ρωτάει „μαμά, να παίξουμε άλλη μια παρτίδα σκάκι;”, τα μάτια τους για πρώτη φορά λάμπουν ξανά.

Η ρουτίνα δεν είναι εύκολη χαλασμένο ψυγείο, ζόρια στη δουλειά, παιδικά κλάματα, αποτυχίες. Αλλά τώρα, όλα αυτά τα προσπερνάμε μαζί.

Ένα βράδυ, καθώς επιστρέφω από την εργασία, βλέπω τον Μάριο στην είσοδο. Κρατάει σακούλα με πορτοκάλια, στέκεται αμήχανα.

Ήθελα να δω αν είστε καλά, λέει.

Είμαστε καλά, του απαντώ χωρίς να έχω μέσα μου ούτε θυμό, ούτε πίκρα.

Αυτό ήθελα να ακούσω. Θα… με συγχωρέσεις ποτέ;

Σκέφτομαι λίγο, θυμάμαι όλα όσα περάσαμε και του λέω ήρεμα:

Σε έχω ήδη συγχωρέσει. Αλλά δεν γυρνάω πίσω.

Σκύβει το κεφάλι, φεύγει χωρίς διαμαρτυρίες.

Ανεβαίνω· στο σπίτι μυρίζει ξανά γιασεμί και φρεσκόψωμο. Η Δανάη αφηγείται με ενθουσιασμό, ο Άγγελος ήδη στήνει τα πιόνια πάνω στη σκακιέρα του.

Κλείνω την πόρτα πίσω μου. Αυτή η σιγή έχει πια γαλήνη. Εδώ πια οι προσδοκίες, τα δάκρυα, οι ελπίδες, όλα έχουν βρει τη θέση τους στο χθες. Εδώ ανήκουμε πια εγώ, η Δανάη, ο Άγγελος. Στη νέα μας αρχή.

Oceń artykuł
Στη δεύτερη θέση