Σταγόνες
Και καθόλου άσχημη δεν είναι! Όμορφη είναι! Πέτρο, πες τους!
Η Αλεξάνδρα κρατούσε σφιχτά μια τσακισμένη, αδύνατη γάτα και έκλαιγε τόσο δυνατά, που οι γείτονες, συγκεντρωμένοι γύρω της, κάλυπταν τ αυτιά τους.
Με τη βαθιά, ηχηρή φωνή της, όπως όλοι στην οικογένειά της, η Αλεξάνδρα, πεντάχρονη ακόμα, ήξερε να περνάει το δικό της, αν όχι με λόγια, τουλάχιστον με θόρυβο. Κανένα παιδί στη γειτονιά δεν μπορούσε να ουρλιάξει σαν κι αυτή, τόσο δυνατά που να τρέμουν τα τζάμια.
Οι γείτονες την είχαν μάθει πια, όπως και τα αδέλφια της. Κανείς δεν έδινε σημασία στις φασαρίες τους, γνωρίζοντας ότι η Ειρήνη, η μητέρα τους, με τόσα παιδιά, έκανε ό,τι μπορούσε. Δούλευε σε βάρδιες τέτοιες που κάθε άλλη στη θέση της θα χε πάρει τα βουνά.
Ο φράκτης, περίτεχνα σιδερένιος και παλιός, χωνόταν γύρω από το κάποτε αρχοντικό που είχε γίνει πολύκατοικία. Ήταν καμάρι του σπιτιού. Η Ειρήνη, μαζί με τους γείτονες, τον έβαφε κάθε άνοιξη, κι είχε το δικαίωμα να καθήσει πάνω του, αν το επιθυμούσε.
Αλλά αρνιόταν αυτό το προνόμιο, λέγοντας με πικρό χαμόγελο:
Όλοι μας άλογα, παιδιά! Όμορφα, δυνατά, φορτωμένα άλογα. Κανείς δεν θα πάρει το φορτίο σου, όλα μόνη σου τα κουβαλάς. Εγώ όμως, κορίτσια, είμαι αθάνατο πόνι. Τρέχω κυκλικά, χωρίς να ξέρω καλά-καλά πού πάω. Ξέρω μονάχα το γιατί να φτάσει το βράδυ, να μπουν όλοι στα κρεβάτια καθαροί και γελαστοί, να μην έχει βρώμικο πιάτο στο νεροχύτη… Να είναι άδεια αυτή η άδεια σημαίνει ευτυχία…
Η Ειρήνη ήταν φιλόσοφη κι όμορφη γυναίκα, μα με έξι παιδιά, μικρά και μεγάλα, κι ελάχιστη βοήθεια, ποιος να της ρίξει δεύτερη ματιά; Τον προσωπικό της βίο τον είχε ξεγράψει χωρίς πόνο. Είχε αφήσει τους έρωτες πίσω είχε άλλη δουλειά.
Μητέρα σε έξι δεν είναι παίξε-γέλασε!
Παράπονο κανένα κανείς για τούτο όλοι γνώριζαν καλά τι είχε περάσει η οικογένεια.
Η Αλεξάνδρα, όπως και άλλα τρία από τα παιδιά της, ήταν υιοθετημένα.
Όχι, η Ειρήνη δεν τα πήρε από ορφανοτροφείο για να τα «σώσει» είχε τη δύναμη τούτη; Ίσως, αλλά όχι τότε, σίγουρα όχι μόνη. Είχε αλλιώς φανταστεί τη ζωή της. Δεν είχε ονειρευτεί τον ρόλο μοναχικής μάνας με έξι παιδιά ούτε κατά διάνοια.
Η ζωή, όμως, είναι παντοδύναμη χορεύτρια. Τους φέρνει δοκιμασίες χωρίς να ρωτά.
«Ορίστε! Για σκέψου, τι άνθρωπος είσαι;»
Έτσι βρέθηκε κι η Ειρήνη να αποφασίζει. Μα από την αρχή ήξερε ως τι θα κάνει.
Όλα τα παιδιά που μεγάλωνε ήταν «κληρονομιά» της.
Κι η κληρονομία, ή την αποδέχεσαι ή όχι. Η Ειρήνη ήξερε: σ’ εκείνην, το όχι ήταν αδύνατο. Δεν την άφησαν γιατί να εγκαταλείψει εκείνη; Πόσο μάλλον που ήταν δικοί της αδέλφια, ανίψια συγγενείς.
Δεν τη διέφεραν πολλά οι λόγοι. Αρκούσε που υπήρχαν.
Η Ειρήνη μεγάλωσε στη δεκαετία του 90.
Η μάνα της, Λίζα, ήταν βασίλισσα ομορφιάς, το ωραιότερο κορίτσι στην πόλη της βόρειας Αττικής. Μόλις ενηλικιώθηκε, ντύθηκε νύφη με φόρεμα ονειρικό, σύζυγος ανθρώπου τόσο «δραστήριου» που αρκούσε να μην ρωτάς για τις δουλειές του.
Η Ειρήνη δεν θυμόταν τους γονείς της.
Τους επισκεπτόταν με τη γιαγιά της, Καλλιόπη, στο νεκροταφείο. Ένα γυαλιστερό μνήμα με φωτογραφίες. Το μικρό της δαχτυλάκι χάιδευε το γυαλί, μουρμούριζε να μην ακούει η γιαγιά, νέα από το σχολείο, το καινούριο κασκόλ που είχε πλέξει εκείνη.
Τι ακριβώς είχε συμβεί στους γονείς της, το έμαθε όταν έκλεισε τα δεκαέξι.
Νταής ήταν ο πατέρας σου, παιδί μου. Έφυγε νωρίς κι έσυρε και τη μάνα σου μαζί. Δεν κατηγορώ, μα συγχωρέσω δεν μπόρεσα ποτέ τον άντρα εκείνο για τη μάνα σου. Τον είχε ερωτευτεί… Είπαν πως τη σκέπασε όταν ήρθαν να τον βρουν. Ίσως να την αγάπησε στ αλήθεια. Ποιος ξέρει; Η χαρά μου είσαι, ένα απομεινάρι από εκείνη…
Τότε κατάλαβε η Ειρήνη γιατί πήγαιναν κάποιοι μουγγοί τύποι στο σπίτι. Καθόντουσαν στην κουζίνα με τσάι, άκουγαν για τα κατορθώματα στη μουσική, άφηναν φακέλους με χρήματα κι έφευγαν σιωπηλοί.
Η γιαγιά τα έβαζε στην άκρη. Μ’ αυτά της αγόρασε, με το που τελείωσε το λύκειο, ένα μεγάλο, φωτεινό διαμέρισμα.
Να! Κληρονομιά σου. Από μαμά… και μπαμπά…
Μα η Ειρήνη δεν ήθελε να μείνει μόνη εκεί. Έμεινε με τη γιαγιά.
Γιατί, Ειρηνάκι; Μια χαρά σπίτι! Κοντά στο κέντρο, στη σχολή σου! Γιατί αρνείσαι;
Δεν σε αφήνω! Ή έρχεσαι μαζί μου, ή μένουμε εδώ!
Η γιαγιά δίστασε. Αποφάσισε μόνο όταν εμφανίστηκε η ξαδέρφη της, η Χριστίνα:
Ρηνιώ, άσε μας να μείνουμε έχεις παιδιά, δεν μένεις εσύ, πάει χαμένο! Θα πληρώνω, μη νοιάζεστε! Χρειάζομαι διεύθυνση για τα παιδιά…
Η Χριστίνα ήταν γυναίκα επιβλητική και η γιαγιά έλεγε:
Μην την εμπιστεύεσαι, Ειρηνάκι! Είναι πονηρή σαν αλεπού!
Καλέ γιαγιά, έχει παιδιά…
Μητέρα τους είναι! Να τα φροντίσει η ίδια! Εγώ να σκεφτώ εσένα!
Η Ειρήνη άκουγε τη γιαγιά αλλά δεν μπορούσε να στρέψει πλάτη στα μικρά παιδιά. Ο Πέτρος και η Έλενα κολλούσαν πάνω της, ένιωθαν τη ζεστασιά της.
Μη κλαίτε, η Ρηνιώ δεν είναι νταντά σας!
Η Ειρήνη αγαπούσε τα παιδιά αλλά σκεφτόταν κιόλας πόσο παράξενο ήταν να έχει κάποιος ένα μεγάλο διαμέρισμα ενώ άλλοι ταλαιπωρούνται στα νοίκια. Κι η Χριστίνα της έλεγε διαρκώς: «Είμαστε συγγενείς, δε γίνεται να αφήσεις τους δικούς σου».
Η γιαγιά, όμως, άλλαξε γνώμη.
Δεν είναι έτσι, Ειρήνη! Να θυμάσαι το παραμύθι με την έξυπνη αλεπού και το παγωμένο σπιτάκι. Δεν θα ζήσει η Χριστίνα στο σπίτι εκεί θα μείνουμε εμείς.
Μα γιαγιά, εσύ δεν ήθελες να μετακινηθείς!
Αλλά πρέπει. Καμία ανάγκη να δώσεις ό,τι σου ζητούν. Η Χριστίνα είναι δυνατή, θα τα καταφέρει. Δεν θέλεις εσύ να τους κάνεις υποχρεώσεις για πάντα. Θέλει σπίτι, θέλει όνειρα τώρα μα δεν δίνεις το ψάρι, δίνεις καλάμι! Να το θυμάσαι, αγάπη μου: το πολύ καλό δεν είναι πάντα καλό.
Γιατί;
Γιατί ο άνθρωπος παύει να προσπαθεί. Θα μείνουμε εμείς. Αν έχει δυσαρέσκεια, τουλάχιστον δεν θα σ αφορά εσένα. Για τα παιδιά της το λέω να έχουν θεία που τα αγαπά. Είναι θησαυρός κι η παραμικρή σταγόνα αγάπης, Ειρηνάκι!
Και είχε δίκιο η γιαγιά όλα έγιναν όπως είπε.
Η Χριστίνα αναστέναξε, απλώς, όταν άκουσε το τελικό όχι.
Ήξερα ότι θα προστατεύατε την Ειρήνη.
Εμείς οικογένεια είμαστε. Μείνε κοντά. Στο παλιό σπίτι, μικρό αλλά ζεστό! Τα υπόλοιπα, όλα θα γίνουν.
Η μετακόμιση έγινε, κι η Ειρήνη με τη γιαγιά άρχισαν να φτιάχνουν το νέο σπιτικό. Μα ο χρόνος δεν σταματά, τρέχει χωρίς να ρωτά.
Η γιαγιά πήγαινε συχνά στο ιατρικό της κέντρο.
Σαν να πάω δουλειά! αστειευόταν, μελετώντας συνταγές.
Η υγεία της δεν ήταν στα καλά της. Η Ειρήνη ανησυχούσε, ήθελε να την συνοδεύει, αλλά η γιαγιά γελούσε:
Τι είμαι, κουρασμένο στιβάνι; Έχω δυο βήματα, κάτσε να ασχοληθείς με τα δικά σου, κοπέλα μου!
Ύστερα ήρθε ο χειμώνας του ονείρου. Δρόμοι ολισθηροί, το χιόνι τσιγκλάει τη μύτη. Κάτω από το στρώμα του, πάγος. Η γιαγιά έπεσε κοντά στο κέντρο υγείας, χτύπησε το κεφάλι και λιποθύμησε. Οι περαστικοί έτρεχαν στις δουλειές τους. Κανείς δεν στάθηκε.
Ένας ταξιτζής βρήκε το σημειωματάριό της και κάλεσε το ασθενοφόρο και την Ειρήνη. Μα ήταν αργά…
Χάθηκε μέσα σε μια μέρα. Η Ειρήνη πέρασε την νύχτα στους διαδρόμους της κλινικής, αγκαλιασμένη με τη Χριστίνα, που είχε αφήσει τα παιδιά στη γειτόνισσα.
Πώς θα γίνω εγώ τώρα, Χριστίνα;
Δεν είσαι μόνη, κορίτσι μου! Πρέπει να σταθείς όρθια! Εκείνη δυνατή ήταν, έτσι σε μεγάλωσε, σωστά;
Σωστά…
Την επόμενη ημέρα η ζωή της Ειρήνης άλλαξε ξανά.
Ήρθε στη ζωή της ο Μάριος. Έζησαν μαζί πέντε χρόνια κι έφυγε ήσυχα, βρίσκοντας νέα αγάπη. Της είπε πάντα θα βοηθά.
Θα είμαστε φίλοι, Ειρήνη; έλεγε κεφαλοκλινής, φτιάχνοντας βαλίτσα.
Είσαι αστείο πλάσμα, Μάριε…
Τι να τον κατηγορήσει; Για την ειλικρίνεια; Που βρήκε άλλη; Έτσι είναι η ζωή! Τουλάχιστον τα παιδιά είχαν ακόμα πατέρα.
Όταν της είπε πως θα γίνει ξανά πατέρας, το δέχτηκε ψύχραιμα:
Καλοδεχούμενο…
Σε ευχαριστώ, Ειρήνη!
Για ποιο;!
Γιατί είσαι σπουδαία γυναίκα.
Η Χριστίνα δούλευε στο νοσοκομείο. Ένα βράδυ, τελειώνοντας να φτιάχνει χειροτεχνίες με την Έλενα, χτύπησε το τηλέφωνο.
Χριστίνα, έλα… η φωνή της Ειρήνης τώρα έτρεμε.
Έρχομαι!
Σε μισή ώρα έσφιγγε στην αγκαλιά της τη διαλυμένη Ειρήνη, βρίζοντας ψιθυριστά κάθε σόι του Μάριου.
Μην κλαις! Φτου κι απ την αρχή όλα! Πίστεψέ με, για καλό… Και τουλάχιστον ο Μάριος δεν αρνήθηκε ποτέ τα παιδιά!
Εγώ τι φταίω;
Δεν φταις! Κάποιοι άντρες είναι… όπως είναι! Θα βοηθήσει ο Μάριος, το πιστεύω. Κι εγώ με τον δικό μου τα ίδια. Πατέρας ποτέ δεν έγινε. Πληρώνει κάτι λίγα, αλλά μόνο στα χαρτιά… Εγώ και μάνα και πατέρας. Όχι πως είναι σωστό, μα έτσι τα έφερε η ζωή!
Χριστίνα, τι να κάνω·
Να μην τσακωθείς! Μόνο αυτό μπορώ να σου πω. Ο καιρός ν απαλύνει τα υπόλοιπα.
Θα μου πεις ότι όλα τα γιατρεύει ο χρόνος;
Ψέματα είναι! Δεν γιατρεύει, όμως φέρνει άλλα, κι έτσι απλώς πνίγει η παλιά πληγή τη νέα.
Σιγά σιγά η Ειρήνη ησύχαζε. Δουλειές και παιδιά δεν άφηναν περιθώριο για κατάθλιψη.
Ο Μάριος έβλεπε τα παιδιά, τα έπαιρνε τα Σαββατοκύριακα, προσπαθούσε να μην λείπει τίποτα απ τη ζωή τους.
Όταν της είπε πως θα γίνει ξανά μπαμπάς με τη νέα του σύζυγο, το πήρε ήσυχα.
Ύστερα ήρθε άλλη αναπάντεχη είδηση.
Χριστίνα, πώς;!
Όπως έγινε κι εσύ μάνα δυο φορές! Να σου πω λεπτομέρειες; προσπαθούσε να το παίξει αστεία, μα φαινόταν ο φόβος.
Πατέρας;
Σημασία καμία! Από τη στιγμή που έμαθε για τα δίδυμα, εξαφανίστηκε. Να ήταν ακόμα εδώ, να τον τρόμαζα…
Πώς;
Ότι θα κάνω δίδυμα! Να τώρα, Ειρήνη… Τι να τα κάνω; Πού να τα βάλω; Μεγαλώνω και τον Πέτρο και την Έλενα…
Η Χριστίνα έπιασε το στόμα της και έτρεξε στην τουαλέτα. Η Ειρήνη κοιτούσε τα παιδιά να αδειάζουν τις καραμέλες.
Ήσαστε δίκαιοι στο μοίρασμα; ο Πέτρος επέβλεπε. Της θείας Ειρήνης της δώσατε; Κάνει καλό στη διάθεση, ξέρετε!
Κοιτάζοντάς τον, η Ειρήνη αποφάσισε κάτι που όλοι θα έλεγαν τρέλα.
Είσαι τρελή; η Χριστίνα κρατούσε στα χέρια τον τίτλο ιδιοκτησίας. Δεν μπορώ…
Μπορείς και παραμπορείς! της χαμογέλασε η Ειρήνη. Έτσι είναι σωστό. Κι η γιαγιά μας θα ήταν υπερήφανη. Θα’ χουν σπίτι τα παιδιά σου. Κι αυτά και τα άλλα…
Το παλιό διαμέρισμα πέρασε στη Χριστίνα και όλη αυτή η παράξενη οικογένεια άρχισε να περιμένει τα δίδυμα.
Η Αλεξάνδρα κι η Μαρία ήρθαν κανονικά στην ώρα τους. Μικρές σαν κουκλίτσες, φώναξαν αμέσως πως ήρθαν να μείνουν!
Τρανταχτά κορίτσια! Κι ονόματα;
Μία της μάνας μου, Αλεξάνδρα, κι η άλλη της θείας, Μαρία.
Υπέροχο! Σπουδαία πρέπει να ήταν η θεία σας…
Θαυμαστή! Χάρη σ αυτήν υπάρχουν αυτά τα παιδιά!
Μες απ’ το μαιευτήριο τις υποδέχτηκε όλη η οικογένεια.
Να! Είμαστε λίγο περισσότεροι! η Ειρήνη ψιθύρισε αποκαλύπτοντας τα μωρά. Κούκλες είναι!
Να είναι ευτυχισμένες… αγκαλιάζοντας τα παιδιά η Χριστίνα κρατούσε τον φόβο κρυφό.
Αν είχε ζητήσει βοήθεια, ίσως και να ζούσε.
Μια βδομάδα μετά, ανέβασε πυρετό. Φώναξε τον Πέτρο.
Να τα προσέχεις, κάλεσα ασθενοφόρο. Πάρε την Ειρήνη, μη φοβάσαι…
Δεν την έσωσαν.
Μέσα σε ένα όνειρο θολό, η Ειρήνη έμεινε η μοναδική συγγενής των τεσσάρων παιδιών της Χριστίνας.
Είναι τεράστια ευθύνη. Έχετε κι εσείς τα δικά σας! η υπάλληλος της Πρόνοιας άκουσε. Θέλει σκέψη…
Τι να πει κι η Ειρήνη; Ήξερε μόνο ένα: να χωρίσει τα παιδιά ήταν αδιανόητο. Στην οικογένεια όλα πρέπει να μένουν μαζί.
Ο Μάριος βοηθούσε. Βρήκε δικηγόρο, κάθισε με τα παιδιά, έστελνε δικαιολογητικά. Όλα περνούσαν δύσκολα.
Η γυναίκα σου δεν έχει αντίρρηση;
Όχι. Είναι και η ίδια μητέρα. Κι έμαθε το σημαντικό.
Ποιο;
Ότι πίσω δεν γυρνάω. Σωστά;
Σωστά.
Τότε γιατί να ανησυχεί; σήκωσε τους ώμους. Είσαι σίγουρη, Ειρήνη;
Σίγουρη δεν είμαι για τίποτα! Φοβάμαι, πανικοβάλλομαι! Μα δεν γίνεται αλλιώς. Είναι όλα μου τα παιδιά…
Από τι φοβάσαι;
Αν δεν τα καταφέρω; Μόνη μου είμαι…
Όχι μόνη! Αν θες βοήθεια, θα βοηθώ. Σου το χρωστάω! της σκούπισε τα δάκρυα. Θα δεις, όλα θα πάνε καλά. Κανένας άλλος δεν θα τα καταφέρει όσο εσύ. Και τέλος, αν υπάρχει Θεός, σιγουρα ακούει εκεί πάνω θα τα εξηγήσει όλα η γιαγιά σου!
Έτσι να είναι! η Ειρήνη πρώτη φορά χαμογέλασε από τότε που χάθηκε η Χριστίνα.
Και μετά, όλα κύλησαν δύσκολα.
Η Ειρήνη άντεξε, μα τα βράδια κρυφοέκλαιγε, σαν παιδί. Χτυπούσε το μαξιλάρι, μουρμούριζε στην γιαγιά:
Γιαγιά, πού να πάω, τι να κάνω τώρα; Εσύ τα ήξερες όλα… Βοήθα με!
Και σαν από όνειρο, της ερχόταν μια λακωνική απάντηση. Συνήθως υπαινιγμός, άλλες φορές ψίθυρος. Της έδινε θάρρος τα παιδιά της ήταν όλος της ο κόσμος.
Όλα έτρεχαν σ’ αυτήν, ό,τι κι αν συνέβαινε. Ήξεραν: θα ακούσει, θα συγχωρήσει, θα αγαπήσει.
Κι έτσι, σήμερα, η Αλεξάνδρα κρατούσε σφιχτά μια κατακαημένη γατούλα. Ο γείτονας της έλεγε:
Θα σε διώξει, Ειρήνη μαζί με τη γάτα! Κοίτα πόσο λερωμένη είναι! Κι έχει ψώρα μάλλον! Πετάξ τη!
Όχι! κοιτούσε απελπισμένα τον Πέτρο, μετά την πόρτα της πολυκατοικίας.
Η Ειρήνη ετοίμαζε να τα πάει στο Αττικό Ζωολογικό Πάρκο. Είχε ξυπνήσει νωρίς, μα το βγάλε-βάλε κράτησε λίγο παραπάνω.
Πάρ τα στα παιχνίδια, Πέτρο! Μισό λεπτό. Πού έχω βάλει το κουτί με τα παλιά αθλητικά;
Ψάξε στην ντουλάπα της Έλενας! Εμείς έξω! έβγαλε τις αδελφές του. Μαμά, βάψε και το άλλο μάτι! Περίεργο φαίνεται.
Η Ειρήνη βρήκε τα παπούτσια, αλλά βαφτικά πήρε και τα χείλη, κάτι που δεν συνήθιζε τα σαββατοκύριακα. Όσο έβαζε κραγιόν, σκέφτηκε ναι, έχει παιδιά πολλά, τόσα βάσανα, αλλά τι πειράζει να είναι κι εκείνη όμορφη; Να κάνει τη μέρα χαρά, όπως παλιά με τη γιαγιά.
Μπορείς να παρακολουθείς τα παιδιά και να γκρινιάζεις, ή να αγοράσεις μαλλί της γριάς και να πεις:
Εγώ πάω να δω τον ελέφαντα! Ποιος έρχεται;
Το ίδιο έκανε όταν ήταν μικρή. Καθόταν με την γιαγιά στον ζωολογικό, έπινε κομπόστα, έτρωγε σάντουιτς σε ένα παγκάκι και ευχόταν να μην τελειώσει ποτέ η μέρα. Τώρα βράζει η ίδια κομπόστα, πακετάρει σάντουιτς για τα παιδιά της.
Κοίταξε ξανά στον καθρέφτη, πήρε το σακίδιο και βγήκε έξω.
Στον διάδρομο η γειτόνισσα της χαμογέλασε πονηρά.
Άντε, Ειρήνη! Έκπληξη σ περιμένει!
Η Αλεξάνδρα έτρεξε, τεντώνοντας τη γάτα.
Μαμά! Μαμά! Κοίτα! Δεν είναι πανέμορφη;
Τι να πει η Ειρήνη;
Τίποτα.
Πήρε τη γάτα απαλά, την εξέτασε και αναστέναξε:
Το πάρκο ακυρώνεται. Έχουμε δικό μας τίγρη τώρα. Πέτρο, που είναι το κοντινότερο κτηνιατρείο; Πάμε!
Θα ήταν ωραία μέρα, ακόμα και χωρίς ζωολογικό πάρκο. Κι η λερή και καραφλή γάτα που η Αλεξάνδρα έφερε υπερήφανη στο σπίτι, σε λίγους μήνες θα γινόταν όμορφη, υγιής, τρυφερή. Θα φέρει στο σπίτι άλλη μια σταγόνα χαράς, κι έναν ωκεανό ευτυχίας.
Και δεν θα εκπλαγεί κανείς. Ούτε η Ειρήνη, ούτε τα παιδιά. Όλοι ξέρουν πια: όπου υπάρχει αγάπη, ποτέ δεν είναι αρκετή.





