Στάχυα: Ένα ταξίδι στη σύγχρονη ελληνική γη

ΚΑΛΑΜΠΟΚΙ

Περίπου πριν από είκοσι πέντε χρόνια, τότε που ήμουν νέος και ανώριμος, ο γιατρός της γειτονιάς, παρά τις αντιρρήσεις μου, με έστειλε στο παθολογικό τμήμα του νοσοκομείου.

Τότε είχα μόλις κλείσει τα είκοσι τρία μου, και ο άντρας μου, ο Νίκος, ήταν στα είκοσι έξι. Ο Νίκος δούλευε μηχανικός σε τεχνικό γραφείο, ενώ εγώ τελείωνα τη σχολή μου. Ήμασταν ήδη δύο χρόνια παντρεμένοι, αλλά παιδιά δεν είχαμε αποκτήσει ακόμα δεν ήταν στα σχέδιά μας οι πάνες και τα φορμάκια. Πίστευα για τον εαυτό μου πως ήμουν σωστός και καλός σύζυγος, σχεδόν χωρίς ελαττώματα. Αντίθετα, κάθε μέρα έβλεπα όλο και περισσότερα «μαύρα σημεία» στον Νίκο, σαν σε καθρέφτη. Με ενοχλούσε, για παράδειγμα, που αφιέρωνε τόσο χρόνο στη μοτοσυκλέτα του αντί να ασχολείται μαζί μου. Ήμουν σίγουρος πως θα τον έκανα να αλλάξει όλα αυτά που με ενοχλούσαν, αλλά τελικά έκανα λάθος εκείνος δεν χρειαζόταν να αλλάξει, εγώ έπρεπε να αλλάξω.

Μετά από μια δύσκολη εξεταστική, κατέρρευσα: το στομάχι μου άρχισε να πονάει φριχτά, ένιωθα ναυτία, δεν άντεχα ούτε φαγητό ούτε νερό.

Παιδί μου, μου είπε ο σεβάσμιος γιατρός Στέλιος Λυγερός, τακτοποιώντας τα γυαλιά του στη μύτη, πρόσεχε την υγεία σου από νωρίς· και μη διανοηθείς να μου φέρεις αντιρρήσεις, Μυρτώ μου. Πρέπει να κάνεις εξετάσεις, να μείνεις εδώ να σε παρακολουθήσουν. Ως εδώ, από δω και μπρος θα ασχοληθούν οι άξιοι συνάδελφοί μου.

Μου έδωσε το χαρτί εισαγωγής κι εγώ μούσκεμα στα δάκρυα τράβηξα να γραφτώ στο νοσοκομείο.

Στο δωμάτιο ήμασταν τέσσερις δύο κυρίες γύρω στα πενήντα, μια μικροσκοπική γριούλα με άσπρο μαντίλι με μπλε βούλες, που την έλεγαν Σοφία, και εγώ. Τα ονόματα των άλλων τα ξέχασα.

Δεν είχα καμία διάθεση για κουβέντα· ένιωθα προδομένος απ όλους, μα περισσότερο απ τον άντρα μου, που κατά την άποψή μου εκείνες τις μέρες ήθελε να ξεφορτωθεί τη φροντίδα μου και δεν επέμεινε να μείνω σπίτι με αγωγή.

Μαζεμένος, με τα γόνατα στο στήθος και γυρισμένος στον τοίχο, απόλαυσα τη μιζέρια μου και κατηγόρησα τους πάντες στο μυαλό μου.

Πάρε τα τάπερ και τα βαζάκια σου, δεν θα φάω τίποτα έλεγα στον Νίκο κάθε φορά που έφερνε φαγητό.

Μυρτώ μου, ο γιατρός είπε πως το ψάρι στον ατμό είναι ό,τι πρέπει. Τουλάχιστον δοκίμασε λίγο, τον παρακαλούσε εκείνος μαγείρεψα και λίγη πατατούλα!

Μη μου ζητάς, του απαντούσα θυμωμένα. Δώσε το στα αδέσποτα, ούτε αυτά δεν θα το φάνε.

Ο Νίκος έφευγε στενοχωρημένος, κι εγώ ήθελα να τον πονέσω κι άλλο, του φώναζα άσχημα λόγια μέχρι να χαθεί απ το διάδρομο.

Μη ξανάρθεις! επαναλάμβανα.

Παρόλα αυτά, ερχόταν καθημερινά, πριν και μετά τη δουλειά, δίχως να δίνει σημασία στη γκρίνια μου. Κάθε πρωί το κομοδίνο μου ήταν γεμάτο με φρέσκο φαγητό που είχε μαγειρέψει εκείνος. Τύλιγε τα βάζα προσεκτικά σε μάλλινες κουβέρτες για να μένουν ζεστά. Κι εγώ, αν και δεν εκτιμούσα ούτε την υπομονή ούτε την αγάπη του, τώρα καταλαβαίνω πόσο δύσκολα περνούσε κι εκείνος μαζί μου.

Χάπια, ενέσεις, ορούς τίποτα δεν έπιανε. Μαράζωνα, αδυνάτιζα, μάτια μου βυθίζονταν και μαύροι κύκλοι φώλιασαν από κάτω. Αφού με έψαξαν από κάθε πλευρά, έκαναν διάγνωση: χρόνια γαστρίτιδα. Δεν σας ακούγεται τραγικό; Εμένα, όμως, μου φάνηκε προειδοποίηση για τη ζωή μου.

Έπαιρνα τις θεραπείες μου και ξάπλωνα σε τρίζον κρεβάτι, βλέποντας το κενό. Κανείς δεν με πλησίαζε, κι ας το καταλάβαινα ότι έβγαζα αρνητική αύρα· δεν μπορούσα όμως να το αλλάξω.

Μια βραδιά, που οι δυο κυρίες του δωματίου είχαν πάρει άδεια να κοιμηθούν σπίτι τους, μείναμε μόνες με τη Σοφία.

Δεν κοιμάσαι, Μυρτώ; με ρώτησε ήσυχα.

Δεν μπορώ. Πονάω, απάντησα απότομα.

Ξέρεις, κορίτσι μου, εγώ έρχομαι εδώ τρεις φορές το χρόνο για προληπτική θεραπεία. Όπως κι εσένα, έχω απλό γαστρίτιδα, που θα μπορούσα και σπίτι να τον προσέξω.

Δηλαδή θα μου κάνεις διάλεξη για τη διατροφή τώρα; Μην κουράζεσαι, τα ξέρω όλα αυτά ήδη, της πετούσα απότομα.

Δεν θέλω να σε προσβάλω, απάντησε ήρεμα. Απλά μου θυμίζεις εμένα, πέντε κι άλλα πέντε χρόνια πριν. Ήμουν και εγώ έτσι, σκληρή και αδιάλλακτη.

Άρχισα να δίνω προσοχή. Η γιαγιά κάθισε οκλαδόν στο κρεβάτι και με παρατήρησε με αυτά τα γαλάζια της μάτια που έλαμπαν ζεστασιά. Ήταν κοντή, αδύναμη, με καμπούρα, θύμιζε κάποιο ξωτικό από παραμύθι, κι όμως, έβγαζε μια βαθιά καλοσύνη. Ξαφνικά θυμήθηκα πόσοι ασθενείς από άλλα δωμάτια έρχονταν να της μιλήσουν, γιατροί, νοσοκόμοι, ασθενείς όλοι κάτι της εμπιστεύονταν, αυτή άκουγε σιωπηλά, στο τέλος έλεγε δυο κουβέντες και αυτοί έφευγαν άλλοτε κλαίγοντας, πιο συχνά με ένα χαμόγελο.

Πριν πάρουν εξιτήριο, της άφηναν πάντα ένα μικρό δωράκι μια σακούλα μπισκότα, ένα γιαούρτι, μερικές φορές σοκολάτες, ακόμα και μαρμελάδα ή βάζα με παιδικές κρέμες.

Δεν μάλωσε ποτέ κανέναν. Τους αγκάλιαζε κι ύστερα, όταν έμενε μόνη, σκούπιζε διακριτικά τα δάκρυά της.

Αν θέλεις, μου λέει, θα σου πω μια ιστορία που δεν έχω μοιραστεί με κανέναν.

Μόνο τα χείλη της χαμογέλασαν, τα μάτια της όμως έμειναν θλιμμένα, γεμάτα μελαγχολία. Ένιωσα ντροπή για τη συμπεριφορά μου και ζήτησα συγγνώμη, λέγοντας πόσο ήθελα να ακούσω το διήγημά της.

Μήπως θες λίγο σουπάκι με μπαλίτσες; μου δείχνει τη βάζο τυλιγμένη με κουβέρτα.

Γύρισα το βλέμμα, πήρα το κουτάλι, ετοιμάστηκα να στραβομουτσουνιάσω όπως πάντα, αλλά κράτησα τον εαυτό μου. Με τα πρώτα κουταλάκια ανακουφίστηκα. Έφαγα σχεδόν τη μισή σούπα και μάλιστα μου άρεσε!

Σου άρεσε, Μυρτώ; Νόστιμο, ε; με ρώτησε.

Πολύ, της απάντησα.

Να προσέχεις, να τρως λίγο-λίγο, αλλά συχνά. Θα δεις, όλα θα πάνε καλά, αν μάθεις να εκτιμάς τους άλλους, ειδικά τον άντρα σου. Σε αγαπάει. Μη τον σπρώχνεις μακριά. Αλλά αρκετά με αυτά Άκου τώρα κάτι που δε λέω συχνά.

Ήπιε μια γουλιά τσάι από μεταλλικό φλυτζάνι και άρχισε:

Εγώ γεννήθηκα σ ένα χωριό έξω από τη Λαμία. Η μάνα μου ντυνόταν όλους, έραβε, ο πατέρας δούλευε στο εργοστάσιο, επτά παιδιά ήμασταν. Από το σχολείο μου άρεσε να διαβάζω, ήμουν παθιασμένη με τη μάθηση. Τελείωσα τη σχολή νηπιαγωγών και γύρισα στο χωριό να δουλέψω. Οι μνηστήρες πολλοί, αλλά κανέναν δεν ήθελα.

Και τι να τον κάνω τον Γιώργο τον τσοπάνη; έλεγα της μάνας μου, γυναίκα βοσκού εγώ; Και τον Σταύρο, γείτονάς μας, πάντα στις ταβέρνες, ή τον Λάζαρο που ξημεροβραδιάζεται στο καφενείο; Όχι, δεν μπορώ μαζί τους!

Η μάνα μου επέμενε. «Πρόσεχε, κόρη μου, μην είσαι απότομη μαζί του, δείξε τρυφερότητα». Εγώ όμως το δικό μου.

Ώσπου, μια μέρα μας έφεραν καινούριο διευθυντή σχολείου από τη Θεσσαλονίκη ωραίος, ψηλός, γαλανομάτης, γεμάτος καλοσύνη για τα παιδιά. Παντρευτήκαμε γρήγορα.

Η μάνα μου με συμβούλεψε: «Βγάλε την περηφάνια, να σέβεσαι, Μιρέλα, μην υψώνεις τη μύτη». Μα εγώ μονάχα τα δικά μου.

Τρία χρόνια μετά, γεννήθηκε η κόρη μας, Άννα. Ήταν αδύναμη, καρδιοπαθής, έφυγε πριν τα έντεκά της, λίγο πριν ξεκινήσει ο πόλεμος. Η δεύτερη κόρη μου, η Ελένη, ίδια ο πατέρας της. Πανέξυπνη και όμορφη. Ο άντρας μου, ο Χρήστος, συχνά πήγαινε στην Αθήνα για δουλειές, πάντα μου έφερνε κομμάτια ύφασμα για φορέματα. Κανείς στο χωριό δεν είχε τα φουστάνια που είχα εγώ! Κι όμως εγώ πάλι γκρίνια: «δεν μου αρέσει το σχέδιο», «δε μου κάνει η ποιότητα».

Το 47 ήρθαν τα δύσκολα. Πείνα μεγάλη. Μετρούσαμε τρόφιμα να φτάσουν για όλο το μήνα δυο τρεις πατάτες τη μέρα, μια χούφτα φακές, ένα κρεμμύδι, λίγα κουκούτσια από καρπούζι, μια κουταλιά λίπος, ένα ποτήρι μαύρο αλεύρι. Άμα δεν προσέχαμε, θα κάναμε ό,τι πολλοί, θα τρώγαμε ο,τι βρούμε και μετά ούτε μιλιά.

Πίσω από το χωριό ήταν χωράφια σιταριού, με φύλακες νύχτα μέρα. Τόσο πολύ πεινούσαμε που αποφασίσαμε με τον Χρήστο να πάμε μια νύχτα να κόψουμε στάχυα, να χωθούμε μες στο χωράφι σαν τους κλέφτες. Με το που αρχίσαμε να μαζεύουμε, ακούσαμε καλπασμούς έφτανε ο χωροφύλακας με το άλογο! Τρέξαμε, πετάξαμε τα στάχυα, κρυφτήκαμε στα πουρνάρια και ευτυχώς δε μας εντόπισε.

Γυρίσαμε σπίτι με άδεια χέρια, κι εκεί κατάλαβα ότι έχασα τη φούστα μου προφανώς στη βιασύνη έπεσε και ανακαλύψαμε πως όλοι στο χωριό ήξεραν αυτό το ύφασμα.

Άρχισα να κλαίω απελπισμένη. Φοβόμουν ότι αν έβρισκε κανείς τη φούστα μου, θα με κατέδιδε και θα με έκλειναν φυλακή για κλοπή.

Τα παιδιά ξύπνησαν, κλάψαμε όλοι μαζί.

Ήσυχα! είπε ο Χρήστος αυστηρά, Πέστε για ύπνο, χωρίς κλάματα, μη μας ακούσει κανας γείτονας. Μόλις ξημερώσει θα τη βρω εγώ!

Όντως, το πρωί βρήκε τη φούστα κρυμμένη ανάμεσα στα στάχυα και μου την έφερε. Μου έσωσε κυριολεκτικά τη ζωή.

Από τότε, κατάλαβα πόσο σπουδαίο είναι να σέβομαι και να εκτιμώ τον άντρα μου. Σταμάτησα να γκρινιάζω και να τον μειώνω. Περάσαμε δύσκολα, ήρθε ο πόλεμος, ο Χρήστος πήγε στο μέτωπο. Οι Γερμανοί έκαψαν το σπίτι μας γιατί αρνήθηκα να συνεργαστώ μαζί τους. Την κόρη μου τη βασάνισαν και έφυγε· εγώ που ήμουν τότε έγκυος, έχασα το παιδί.

Μετά τον πόλεμο, πήγαινα από χωριό σε χωριό, δούλευα σε σχολεία. Όταν βγήκα στη σύνταξη, με πήρε η ανιψιά μου, η Ταμαρούλα, στην Αθήνα. Εδώ στο νοσοκομείο έρχομαι συχνά με φροντίζουν και δεν κουράζω πολύ το παιδί. Από τη σύνταξη της δίνω λίγες σοκολατίτσες, χαίρεται τόσο που λες κι είναι διαμάντια. Κι ας μου λέει να μη σπαταλάω τα λεφτά μου για εκείνη.

Τη θαύμαζα αυτή τη γυναίκα τόσα βάσανα, τόση καλοσύνη! Πώς άντεξε, κι όμως να βοηθά και τους άλλους Κι εγώ, με όλα στη θέση τους, πάντα κάτι να μου φταίει.

Σιγά σιγά, άρχισα να τρώω και να συνέρχομαι. Μετά από ένα χρόνο, ο Νίκος και εγώ αποκτήσαμε τον πρώτο μας γιο, τον Μιχάλη, και τέσσερα χρόνια μετά τη μικρή μας. Τη βγάλαμε Σοφία. Από τότε, σαν να μου άνοιξε τα μάτια το σύμπαν. Είδα πόσο χρυσός άντρας ήταν ο Νίκος: εργατικός, τρυφερός, υπομονετικός. Εγώ ήμουν αυτή που έπρεπε να αλλάξω.

Όποτε με πιάνει θυμός, θυμάμαι της γιαγιάς Σοφίας την ιστορία με τα στάχυα πόσες κακουχίες, πόση αγάπη, που δεν λύγισε μπροστά σε κανένα κακό. Σταμάτησα να παραπονιέμαι και, βοηθώντας κι εγώ άλλους, έγινα πραγματικά πιο ευτυχισμένος.

Καμιά φορά σκέφτομαι μήπως αρρώστησα τότε από τον κακό μου χαρακτήρα; Ίσως, τελικά, αυτό ήταν το μεγαλύτερο μάθημα που έπρεπε να πάρω.

Oceń artykuł
Στάχυα: Ένα ταξίδι στη σύγχρονη ελληνική γη