Σιγά τώρα που θίχτηκες… — Ποιoς σε χρειάζεται πια, γριά καργιόλα; Σε όλους βάρος είσαι. Γυρνάς εδώ μέσα και βρωμάς. Αν ήταν στο χέρι μου… Αλλά τι να κάνω, σε ανέχομαι. Σε μισώ! Η Πωλίνα κόντεψε να πνιγεί με το τσάι. Μόλις μιλούσε με τη γιαγιά της, τη Ζηναΐδα Σεργκέγιεβνα, μέσω βιντεοκλήσης. Η γιαγιά σηκώθηκε για ένα λεπτό. — Περίμενε, παιδάκι μου, επιστρέφω αμέσως, — είπε κα ξανοίχτηκε στο διάδρομο, αγκομαχώντας. Το κινητό έμεινε στο τραπέζι, κάμερα και μικρόφωνο ανοιχτά. Πωλίνα εστίασε στον υπολογιστή, αλλά… Τότε συνέβη αυτό. Μια φωνή από τον διάδρομο. Πίστεψε πως άκουσε λάθος. Θα το πίστευε, αν δεν είχε δει το κινητό. Κάποιος μπήκε στο δωμάτιο, φάνηκαν αρχικά άγνωστα χέρια, μετά πλευρό, μετά πρόσωπο στην κάμερα. Η Όλγα. Η σύζυγος του αδελφού της. Και ήταν και η φωνή της. Η γυναίκα πλησίασε το κρεβάτι της γιαγιάς, σήκωσε το μαξιλάρι, μετά το στρώμα, έψαξε από κάτω. — Κάθεται εδώ και πίνει τα τσάγια της… Άντε να ψοφήσει καμιά ώρα αρχύτερα, ειλικρινά. Γιατί να το τραβάμε; Έτσι κι αλλιώς άχρηστη είσαι, αέρα πας και τρως… — μουρμούρισε η νύφη. Η Πωλίνα πάγωσε. Για λίγα δευτερόλεπτα ξέχασε ν’ αναπνέει… [ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ…] Στο τέλος, η Πωλίνα επιλέγει να προστατέψει η ίδια τη γιαγιά της. Τίτλος: «Ε, και τι έγινε αν εξαγριώθηκα λιγάκι…; — Ποιος σε χρειάζεται πια, γριά; Βάρος είσαι για όλους! Δεν θέλω ούτε να σε βλέπω. Αν ήσουν στο χέρι μου… Αλλά αναγκάζομαι να σε ανέχομαι. Σε μισώ! — Η σκληρή αλήθεια που άκουσα για τη γιαγιά μου και πώς αποφάσισα να μην το αφήσω να περάσει έτσι»

ΚΑΙ ΤΙ ΕΓΙΝΕ ΠΟΥ ΞΕΣΠΑΣΕ…

Σε ποιον να λείπεις πια, γριά; Είσαι βάρος για όλους. Σέρνεσαι εδώ μέσα και βρωμάς. Αν ήταν στο χέρι μου… Αλλά πρέπει να σε αντέχουμε. Σε μισώ!

Λίγο ακόμα και θα πνιγόμουν στον καφέ μου. Πριν λίγο μιλούσα με τη γιαγιά μου, τη Ζωή Λυκούδη, μέσω βιντεοκλήσης. Σηκώθηκε για λίγο.

Περίμενε, αστέρι μου, επιστρέφω αμέσως, είπε, μ έναν αναστεναγμό, και βγήκε στο διάδρομο.

Το κινητό έμεινε στο τραπέζι, κάμερα και μικρόφωνο ανοιχτά. Εγώ, η Ιφιγένεια, είχα στρέψει το βλέμμα μου στον υπολογιστή. Και τότε το άκουσα. Μια φωνή από το διάδρομο.

Για μια στιγμή νόμιζα πως τα φαντάστηκα. Ώσπου βλέπω το κινητό με τη γωνία του ματιού μου. Ακούστηκε το άνοιγμα της πόρτας, μπήκε κάποιος στο δωμάτιο. Στην οθόνη εμφανίστηκαν άγνωστα χέρια, μετά ένα πλάι, ύστερα το πρόσωπο.

Ήταν η Δήμητρα. Η γυναίκα του αδερφού μου, του Πέτρου. Και ναι, ήταν σίγουρα η δική της φωνή.

Πλησίασε το κρεβάτι της γιαγιάς, ανέβασε το μαξιλάρι, μετά σήκωσε το στρώμα, ψάχνοντας κάτω.

κάθεται εδώ και πίνει καφέ… Μακάρι να ψόφαγε επιτέλους, φτου και βγαίνει. Τι να το σέρνεις, χαραμίζεις αέρα και χώρο, έλεγε μέσα απ’ τα δόντια της.

Πάγωσα για λίγα δευτερόλεπτα ένιωθα ότι σταμάτησα να αναπνέω.

Η Δήμητρα έφυγε χωρίς να δει την κάμερα του κινητού. Σε δυο λεπτά επέστρεψε και η γιαγιά. Χαμογέλασε, αλλά εκείνο το χαμόγελο δεν άγγιζε τα μάτια της.

Ορίστε, εγώ και πάλι! Πώς πάει η δουλειά; Όλα καλά; ρώτησε ήσυχα.

Έγνεψα κοφτά. Ένιωθα ακόμα τα όσα άκουσα να στριφογυρίζουν στο μυαλό μου, ενώ μέσα μου βράζω ήθελα απλώς να τρέξω και να πετάξω έξω αυτή τη βρωμερή γυναίκα. Τώρα κιόλας.

Η γιαγιά μου η Ζωή έμοιαζε πάντα βράχος ακλόνητος. Δεν μίλαγε ποτέ δυνατά, είχε όμως εκείνο το αυστηρό ύφος των παλιών δασκάλων, κουβαλάει τη σοφία σαράντα χρόνων μέσα σε σχολικές τάξεις.

Σαράντα χρόνια δίδασκε φιλολογικά. Τα παιδιά τη λάτρευαν ακόμα και τους πιο βαρετούς κλασικούς έκανε ενδιαφέροντες.

Όταν πέθανε ο παππούς, δεν λύγισε, αλλά η στάση της σκύφτηκε λίγο. Βγήκε σπάνια απ το σπίτι, αρρώσταινε συχνότερα. Το χαμόγελό της στένεψε. Παρ’ όλα αυτά, όμως, ποτέ δεν έχασε την αξιοπρέπειά της. Πίστευε πως η κάθε ηλικία έχει τη χάρη της και χαιρόταν ακόμα και το τώρα.

Πάντα την αγαπούσα γι αυτό δίπλα της αισθανόσουν ασφάλεια, ό,τι κι αν γινόταν. Κάποτε έδωσε το εξοχικό στον εγγονό, για να πληρώσει τις σπουδές του, κι εμένα τις τελευταίες οικονομίες της, για να βάλω την προκαταβολή στο διαμέρισμα.

Όταν ο αδερφός μου, ο Πέτρος, μετά το γάμο του παραπονέθηκε για το νοίκι, η γιαγιά μόνη της πρότεινε δωμάτιο.

Τριάρι είναι, μια χαρά χωράμε όλοι, κι εγώ θα χω παρέα, κι αν τύχει και χρειαστώ τίποτα, εξήγησε με χαρά.

Ο Πέτρος έπρεπε να βοηθάει, ενώ εγώ βοηθούσα με τα ψώνια, τα φάρμακα, ακόμα και τα κοινόχρηστα. Η δουλειά το επέτρεπε η συνείδησή μου δεν ανέχονταν να μένω αμέτοχη. Άλλοτε έδινα μετρητά, άλλοτε έκανα κατάθεση, και επειδή ήξερα πως τα κράταγε για ώρα ανάγκης, συχνά της πήγαινα απευθείας ό,τι καλύτερο έβρισκα ψάρι, κρέας, γαλακτοκομικά, φρούτα. Ήθελα να τρώει σωστά.

Είναι η υγεία σου, και με το ζάχαρο που χεις ειδικά, της έλεγα.

Η γιαγιά πάντα ευχαριστούσε, αποστρέφοντας το βλέμμα. Σαν να αισθανόταν άβολα που «έφερνε βάρος» στους άλλους.

Η Δήμητρα, η γυναίκα του Πέτρου, από την αρχή μου φαινόταν κάπως. Γλυκιά στην κουβέντα, υπερβολικά ευγενική, αλλά στα μάτια παγερή. Κοίταζε πάντα τόσα μετρημένα, χωρίς καθόλου ζεστασιά. Δεν ανακατευόμουν δικό τους θέμα ήταν. Μόνο ρωτούσα τη γιαγιά αν όλα καλά.

Όλα καλά, χρυσό μου. Μαγειρεύει, κρατάει το σπίτι, είναι και μικρή ακόμα, ο καιρός θα τη φτιάξει.

Τώρα, όμως, καταλάβαινα πως τα λόγια της ήταν ψεύτικα. Μπροστά σε άλλους η Δήμητρα ήταν άγγελος. Όταν δεν υπήρχε κανείς

Γιαγιά, τα άκουσα όλα Τι πράγματα ήταν αυτά;

Η γιαγιά έμεινε για λίγο ακίνητη, σάμπως να μην κατάλαβε, ύστερα χαμήλωσε το βλέμμα.

Δεν είναι τίποτα, Ιφιγένεια, είπε ήσυχα. Η Δήμητρα απλώς έχει ζοριστεί τελευταία, περνάει δύσκολα, ο Πέτρος τρέχει στις δουλειές ξεσπάει έτσι.

Την παρατηρούσα καλά, τώρα με άλλον τρόπο. Έβλεπα κάθε ρυτίδα και καταλάβαινα: μέσα στα μάτια της είχε μείνει μόνο πείσμα και κούραση αλλά και κάτι καινούργιο, φόβος.

Ξεσπάει; Άκουσες τι σου είπε; Δεν είναι ξεσπάσματα αυτά, είναι

Ιφιγένεια, μη δίνεις σημασία. Δεν με πειράζει να υπομένω. Εγώ γριά είμαι, λίγα θέλω.

Γιαγιά, δεν θα με κοροϊδέψεις. Ή θα τα πεις όλα, ή έρχομαι τώρα. Διαλέγεις.

Σώπασε για λίγο. Ύστερα έβγαλε έναν αναστεναγμό, έριξε τους ώμους και έφτιαξε τα γυαλιά της. Η ψευδαίσθηση έσπασε: δεν ήταν πια η γνωστή δυνατή γυναίκα ήταν μια παρατημένη γριά.

Δεν ήθελα να σε φορτώσω, είπε επιτέλους. Έχεις δουλειές, τη ζωή σου Εγώ έλπιζα πως θα αλλάξει

Η ιστορία με τη Δήμητρα αποδείχθηκε πολύ χειρότερη απ όσο φανταζόμουν.

Ήρθαν φορτωμένοι με βαλίτσες κι όνειρα να μαζέψουν σε λίγους μήνες τα χρήματα για δικό τους σπίτι. Στην αρχή η γιαγιά χάρηκε ζωντάνεψε το σπίτι, υπήρχε γέλιο και φωνές, έστω παράξενες. Η Δήμητρα στην αρχή έδειχνε πρόθυμη: έκανε πίτες, άπλωνε το τσάι στη γιαγιά, την πήγε και δυο φορές στο νοσοκομείο.

Μετά έφυγε ο Πέτρος και όλα άλλαξαν.

Στην αρχή απλώς μούτρωσε, είπε η γιαγιά. Το απέδωσα στο ότι της έλειπε ο Πέτρος. Ύστερα άρχισε να παίρνει τα ψώνια. Μου λεγε ότι σου φέρνει πολλά, ότι τα χρειάζεται περισσότερο, ειδικά γιατί είναι νέα, θα κάνει οικογένεια κι ότι πρέπει να προσέξει. Εγώ τι να πω; Μεγάλη είμαι, καλά μου κάνει να χάσω και λίγα κιλά.

Ζήταγε λεφτά μαζί, δανεικά, από αυτά που εγώ της άφηνα για φάρμακα. Με αυτά αγόρασε ψυγείο το έβαλε στο δωμάτιό της, με λουκέτο στην πόρτα! Ό,τι καλό της πήγαινα κατέληγε εκεί.

Τα λεφτά δεν τα γύρισε. Κι άρχισε να ψάχνει σε ντουλάπια, τσέπες για να βρει και τις τελευταίες δραχμές της γιαγιάς μέχρι και την τηλεόραση πήρε, ότι της χαλούσε τα μάτια. Το ίντερνετ το έκοβε καταπότε κι εγώ να χάνω επαφή, ούτε ειδήσεις, ούτε συνταγές, ούτε παρέα Σαν φυλακή.

Στον Πέτρο είπες τίποτα;

Τίναξε το κεφάλι αρνητικά.

Μου είπε πως αν μιλήσω, θα πει σε όλους πως, εξαιτίας μου, έχασε το παιδί της χάλασα τα νεύρα. Ούτε ξέρω αν ήταν καν έγκυος. Είπε, όμως, ότι όλοι θα τη λυπηθούν κι εμένα θα με μισούν.

Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Ήθελα να φωνάξω, να την πάρει ο διάολος αυτή τη γυναίκα. Τελικά της είπα:

Γιαγιά, κανείς δεν έχει δικαίωμα να σου φέρεται έτσι. Ούτε νέος, ούτε γέρος, ούτε δικός σου, ούτε ξένος.

Η γιαγιά έβαλε τα κλάματα. Την ηρέμησα τρυφερά, αλλά είχα ήδη αποφασίσει: δεν θα το αφήσω έτσι.

Μισή ώρα αργότερα φεύγαμε με τον άντρα μου, τον Μανώλη, για το σπίτι της γιαγιάς. Του τα είπα όλα στο δρόμο. Δυσκολεύτηκε να το πιστέψει, αλλά δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει.

Η γιαγιά άνοιξε αμέσως τριβέλιζε τα δάχτυλά της μια παλιά πετσέτα, δεν με κοίταζε στα μάτια.

Τι κάνετε εσείς εδώ δίχως ειδοποίηση; Να βαζα τσάι…

Δεν ήρθαμε για καφέ, γιαγιά, ήρθαμε για δικαιοσύνη. Πού είναι η Δήμητρα;

Πού να ξέρω, δεν μου δίνει λογαριασμό

Μπήκα κατ ευθείαν στην κουζίνα. Το ψυγείο σχεδόν άδειο: λίγα ληγμένα γάλατα, αυγά, παρατημένες ελιές με μούχλα. Στην κατάψυξη μόνο πάγος.

Κοίταξα τον Μανώλη, συμφώνησε με νεύμα. Κινηθήκαμε γρήγορα. Το δωμάτιο της Δήμητρας ασφαλισμένο, το λουκέτο γελοίο το άνοιξε ο Μανώλης με κατσαβίδι.

Βρήκα το ψυγείο της εκεί είχε τα γιαούρτια που είχα φέρει για τη γιαγιά πριν μέρες, τυρί, λουκάνικα, ντομάτες, σπιτικά καλούδια.

Ήμουν έξαλλη, αλλά κρατήθηκα. Με τον άντρα μου στήσαμε «καρτέρι» στο δωμάτιο της γιαγιάς.

Η Δήμητρα γύρισε μισή ώρα αργότερα.

Ποιος άγγιξε την πόρτα μου! φώναξε, έτοιμη να ξεσπάσει.

Βγήκα εγώ.

Εγώ.

Σταμάτησε, σάστισε. Προσπάθησε να βγει από πάνω, όπως συνήθιζε.

Ποια νομίζεις ότι είσαι; Στο δωμάτιό μου θα μπεις;

Πήγα κοντά της, ένα κεφάλι πάνω.

Εγώ είμαι εγγονή της κυρίας του σπιτιού. Εσύ ποια είσαι; Έχεις δέκα λεπτά να μαζέψεις τα πράγματά σου. Αλλιώς θα τα πετάξω από το παράθυρο.

Θα το πω στον Πέτρο!

Πες το όπου θες! Πέτρος δεν είναι εδώ. Και να χρειαστεί θα σε τραβήξω με τα μαλλιά.

Σκύλιασε, αλλά στρίμωξε τα πράγματα στη βαλίτσα και τους σακούλες της. Έβριζε, με προκαλούσε, αλλά της απάντησα μόνο με το βλέμμα μου.

Η γιαγιά, στην είσοδο, έκλαιγε.

Ιφιγένεια, τι ήταν αυτό τώρα; Θα μας πάρει χαμπάρι και η γειτονιά…

Τότε μόνο πήγα και την αγκάλιασα.

Γιαγιά, δεν είναι σκάνδαλο. Καθαρίζουμε τα σκουπίδια.

Μείναμε εκείνο το βράδυ μαζί της. Την άλλη μέρα της γεμίσαμε το ψυγείο ως τα πάνω, και το φαρμακείο της με φάρμακα. Στην πόρτα, όταν μας αποχαιρέτησε, πάλι δάκρυζε. Ελπίζω αυτή τη φορά να ήταν μόνο συγκίνηση, όχι φόβος ή μοναξιά. Σαφής οδηγία: η Δήμητρα να μη ξαναπατήσει.

Το ίδιο βράδυ με πήρε ο Πέτρος. Ούρλιαζε σχεδόν.

Είσαι τρελή; Την έδιωξες; Πού θα μείνει; Επειδή εσύ έχεις λεφτά νομίζεις ότι μπορείς να κάνεις ό,τι θες;

Του έκλεισα το τηλέφωνο. Λίγες ώρες μετά του έστειλα μήνυμα:

Καλό θα ήταν να μάθεις πρώτα τι συνέβη. Η Δήμητρα σου φερόταν χυδαία στη γιαγιά, την άφηνε να πεινάει. Και να ξερες πως κάποτε σου έδωσε τα πάντα. Αν τολμήσετε να ξανάρθετε, θα σας βγάλω κι εσάς σηκωτούς.

Δεν απάντησε. Δεν χρειάζεται.

Έμαθα ότι η Δήμητρα τρύπωσε σε σπίτι φίλης της. Γέμισε το facebook με status περί «τοξικής οικογένειας» και «διπρόσωπων ανθρώπων». Ο Πέτρος πάτησε like. Από τότε χάθηκαν.

Στο σπίτι της γιαγιάς ησυχία, επιτέλους ζεστασιά και θαλπωρή. Σε λίγες εβδομάδες μου ζήτησε να της μάθω να βλέπει σειρές απ το κινητό. Ξεκινήσαμε από το «Ο Μεγαλέξανδρος», μετά πήγαμε σε κωμωδίες. Πολλές φορές τα βλέπαμε παρέα.

Είχα χρόνια να γελάσω έτσι, μου είπε κάποια στιγμή. Με πόνεσαν τα μάγουλα.

Κλείνοντας το σημερινό μου ημερολόγιο, κρατώ μόνο ένα: κάποτε με προστάτευε εκείνη. Και ήρθε ο καιρός να την προστατέψω εγώ. Αυτό θα πει οικογένεια.

Oceń artykuł
Σιγά τώρα που θίχτηκες… — Ποιoς σε χρειάζεται πια, γριά καργιόλα; Σε όλους βάρος είσαι. Γυρνάς εδώ μέσα και βρωμάς. Αν ήταν στο χέρι μου… Αλλά τι να κάνω, σε ανέχομαι. Σε μισώ! Η Πωλίνα κόντεψε να πνιγεί με το τσάι. Μόλις μιλούσε με τη γιαγιά της, τη Ζηναΐδα Σεργκέγιεβνα, μέσω βιντεοκλήσης. Η γιαγιά σηκώθηκε για ένα λεπτό. — Περίμενε, παιδάκι μου, επιστρέφω αμέσως, — είπε κα ξανοίχτηκε στο διάδρομο, αγκομαχώντας. Το κινητό έμεινε στο τραπέζι, κάμερα και μικρόφωνο ανοιχτά. Πωλίνα εστίασε στον υπολογιστή, αλλά… Τότε συνέβη αυτό. Μια φωνή από τον διάδρομο. Πίστεψε πως άκουσε λάθος. Θα το πίστευε, αν δεν είχε δει το κινητό. Κάποιος μπήκε στο δωμάτιο, φάνηκαν αρχικά άγνωστα χέρια, μετά πλευρό, μετά πρόσωπο στην κάμερα. Η Όλγα. Η σύζυγος του αδελφού της. Και ήταν και η φωνή της. Η γυναίκα πλησίασε το κρεβάτι της γιαγιάς, σήκωσε το μαξιλάρι, μετά το στρώμα, έψαξε από κάτω. — Κάθεται εδώ και πίνει τα τσάγια της… Άντε να ψοφήσει καμιά ώρα αρχύτερα, ειλικρινά. Γιατί να το τραβάμε; Έτσι κι αλλιώς άχρηστη είσαι, αέρα πας και τρως… — μουρμούρισε η νύφη. Η Πωλίνα πάγωσε. Για λίγα δευτερόλεπτα ξέχασε ν’ αναπνέει… [ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ…] Στο τέλος, η Πωλίνα επιλέγει να προστατέψει η ίδια τη γιαγιά της. Τίτλος: «Ε, και τι έγινε αν εξαγριώθηκα λιγάκι…; — Ποιος σε χρειάζεται πια, γριά; Βάρος είσαι για όλους! Δεν θέλω ούτε να σε βλέπω. Αν ήσουν στο χέρι μου… Αλλά αναγκάζομαι να σε ανέχομαι. Σε μισώ! — Η σκληρή αλήθεια που άκουσα για τη γιαγιά μου και πώς αποφάσισα να μην το αφήσω να περάσει έτσι»