Σε γνωστής κυρίας το σπίτι: ο γιος αποφάσισε να παντρευτεί κοπέλα εκτός κύκλου μας. Τη συμπονώ, έχω κι εγώ παιδιά, θα αγχωνόμουν… Θυμάμαι όμως μια Ιβανόβα. Ο γιος της, χωρίς πολλά-πολλά, της σύστησε τη Μαρίνα, είπαν πως παντρεύτηκαν. Στο σόι της Ιβανόβα, όλοι με βαρύγδουπα πτυχία – γιατρός, δύο διδάκτορες, χορογράφος, μηχανικός, κριτικός λογοτεχνίας, καρδιολόγος και ό,τι βάλει ο νους σου. Κι η κοπέλα, αμφιβόλου καταγωγής, σίγουρα κακής ανατροφής, πατέρας πουθενά, μάνα αγελαδοτρόφος, πτυχίο «ελαιοχρωματίστρια», χωρίς εμφάνιση ή τρόπους. Μοιάζει σαν να την επέλεξε η μοίρα επίτηδες. Η ελαιοχρωματίστρια όμως διακριτική, αθόρυβη, έσβηνε στους διαδρόμους. – Περίμενε, της έλεγε η φίλη της, η Αρίνα, θα συνηθίσει, θα κλάψεις μετά. Ο γιος, ένα φθινόπωρο, έφυγε για Αμερική. «Σκέφτομαι πώς αυτή η φιγούρα τριγυρνά στο σπίτι κι ούτε θέλω να γυρίσω πίσω», έλεγε η Ιβανόβα στην Αρίνα. Γυρίζει για Πρωτοχρονιά, τον Μάρτιο λέει: του ‘καναν επαγγελματική πρόταση στις ΗΠΑ, εκεί γνώρισε τη Nicole, την Πέμπτη παίρνει διαζύγιο, την Παρασκευή φεύγει. «Μαμά, μην ανησυχείς, θα σε παίρνω τηλέφωνο.» Έριξε το δάκρυ της, τον αποχαιρέτησε. Η ελαιοχρωματίστρια μάζεψε τα λιγοστά της. Μια τσάντα και μια σακούλα σούπερ μάρκετ, με ύφος αδέσποτης που την έδιωξαν. «Έχεις πού να πας;» τη ρώτησε η Ιβανόβα. «Σε ένα μήνα αδειάζει κρεβάτι στη φοιτητική εστία, προς το παρόν θα μείνω σε φίλες, σε ράντζο» απάντησε δειλά. Η Ιβανόβα το ξανασκέφτηκε: «Κάτσε ένα μήνα και βλέπουμε.» Και μετά αυτοαποκαλέστηκε ηλίθια, το ίδιο είπε κι η Αρίνα. Η ελαιοχρωματίστρια δούλευε ατέλειωτες ώρες, έφευγε νωρίς, γύριζε βράδυ εξαντλημένη, πρόσφερε χρήματα για τη φιλοξενία – περήφανα, έβγαζε τα προς το ζην. Εκεί τελείωσε η ιστορία; Όχι. Μια μέρα η Ιβανόβα αρρώστησε ξαφνικά. Έμεινε ενάμιση μήνα στο νοσοκομείο. Την επισκεπτόταν σπάνια η Αρίνα – οικογένεια, δουλειές. Η ελαιοχρωματίστρια έβραζε φαγητό, ετοίμαζε σούπες, καθημερινά φρόντιζε την Ιβανόβα να τρώει. «Μήπως μετακόμισε για τα καλά;» έλεγε καχύποπτα η Αρίνα. «Τουλάχιστον, σου μαγείρεψε ένα μπιφτέκι! Τρως; Όχι; Να φάω εγώ τότε.» Βγαίνοντας από το νοσοκομείο, η Ιβανόβα βρήκε το σπίτι της πεντακάθαρο, με ευχαριστήριο σημείωμα: «Κα Σβετλάνα, ευχαριστώ. Το φαγητό είναι στο ψυγείο. Περαστικά. Μ.» Τα πράγματά της όλα άθικτα. Στο δωμάτιο του γιου, σαν να μην πέρασε ποτέ η ελαιοχρωματίστρια. Μετά από λίγες μέρες, επισκέφθηκε την εστία, πήρε την κοπέλα μαζί. «Όταν αποκτήσεις δικό σου σπίτι, τότε φεύγεις. Για την ώρα, πάμε σπίτι μας, σε περιμένει ταξί.» Τον Σεπτέμβρη αγόρασαν μαζί παλτό για το φθινόπωρο και μπότες. Στο εμπορικό, συναντούν την Αρίνα: «Τέτοια καλή κοπέλα, ούτε για υπηρέτρια δε βρίσκεις, και μάλιστα τζάμπα! Μπράβο σου, Ιβανόβα!» «Εσύ έχεις υπηρέτρια, εγώ έχω νύφη. Έλα, Μαρίσα, να πάρουμε και μια τσάντα, να κοιτάξουμε παντελόνια, εσύ ήθελες κι ένα φουλάρι.» Η Ιβανόβα λέει μετά: «Μάζεψε μόνη της τα λεφτά για προκαταβολή, δεν έπαιρνε δεκάρα από μένα, τώρα παραλαμβάνει το δικό της σπίτι, όλη μέρα στη δουλειά, ζήτημα να σταθεί όρθια.» «Κι έτσι, ακόμα ανησυχώ», λέει, «νιάτα, όμορφη, νοικοκυρά, με σπίτι δικό της πια, καλή κοπέλα η Μαρίσα, αλλά ξέρεις πώς είναι, εύκολο να μπλέξει με κανέναν αχρείο ή κάποιον που δεν είναι του κύκλου μας…»

Σήμερα το βράδυ, καθώς γύριζα σπίτι από το φαρμακείο, σκεφτόμουν μια γνωστή μου, την κυρία Αφροδίτη Παπαγεωργίου. Έχει μεγάλο βάρος στην ψυχή της ο γιος της αποφάσισε να παντρευτεί μια κοπέλα εντελώς έξω από τον δικό τους κόσμο. Της συμπαραστέκομαι, μιας και έχω παιδιά και ξέρω πώς είναι να το παίρνεις κατάκαρδα…

Δεν γίνεται όμως να μη θυμηθώ μια παλιά ιστορία της Παπαγεωργίου. Ο γιος έφτασε ένα μεσημέρι και της ανακοίνωσε: «Αυτή είναι η Μαριώ, και παντρευτήκαμε». Η Παπαγεωργίου είχε μια οικογένεια γεμάτη με ανθρώπους διαπρεπείς: καθηγητές πανεπιστημίου, χορογράφους, αρχιμηχανικούς, συγγραφείς, κορυφαίους καρδιολόγους ό,τι μπορείς να φανταστείς.

Κι εκεί, ξαφνικά, εμφανίζεται μια κοπέλα άγνωστης προέλευσης, σίγουρα αμφίβολης διαπαιδαγώγησης ο πατέρας άφαντος, η μάνα αγελαδοτρόφος, μόρφωση «ελαιοχρωματίστρια», ούτε εμφάνιση, ούτε φινέτσα. Σα να σημάδευε η μοίρα και της πέταξε μια απίθανη ζαριά.

Η Μαριώ πάντως στεκόταν πολύ διακριτικά στο σπίτι· δεν την άκουγες καθόλου, μόνο ένα αχνό ψιθύρισμα στον διάδρομο. Η κολλητή της Παπαγεωργίου, η Χρυσάνθη, προσπαθούσε να την παρηγορήσει: «Άσε να περάσει λίγος καιρός. Θα δεις, θα μετανιώσεις που την κράτησες».

Το φθινόπωρο ο γιος της αναχώρησε για δουλειά στη Νέα Υόρκη. Η Παπαγεωργίου να φανταστείς, έλεγε στη Χρυσάνθη: «Μόνο που σκέφτομαι πως εκείνη τριγυρνάει στο σπίτι, δεν αντέχω να επιστρέψω…».

Μέχρι που ήρθε η Πρωτοχρονιά κι ο γιος γύρισε για λίγο πίσω. Το Μάρτιο ανακοινώνει: πρώτον, του έκαναν πρόταση για συμβόλαιο στην Αμερική. Δεύτερον, εκεί γνώρισε τη Νικόλ. Τρίτον, την Πέμπτη θα βγει το διαζύγιο με τη Μαριώ και την Παρασκευή φεύγει, να μη στενοχωριέται, θα παίρνει τηλέφωνο.

Έκλαψε η Παπαγεωργίου, τον χαιρέτησε, του κούνησε το μαντίλι. Η Μαριώ μάζεψε τα λιγοστά της πράγματα μία ταξιδιωτική τσάντα και μία σακούλα σούπερ μάρκετ και είχε ύφος σα βρεγμένο σκυλί.

Με πολύ κόπο, η Παπαγεωργίου τη ρώτησε:
Έχεις πού να μείνεις;
Η Μαριώ χαμηλόφωνα απάντησε:
Σε ένα μήνα αδειάζει ένα κρεβάτι στο φοιτητικό, μέχρι τότε θα με βολέψουν τα κορίτσια στο δωμάτιό τους, σε μια πτυσσόμενη ξαπλώστρα.

Η Παπαγεωργίου τη σκέφτηκε καλά και είπε:
Όταν βρεις δωμάτιο, φεύγεις. Προς το παρόν, ξεπακετάρισε τα πράγματά σου. Και αναρωτήθηκα μόνος μου: «Είμαι χαζός;» Η Χρυσάνθη συμφώνησε μαζί μου.

Κάθε πρωί η Μαριώ έφευγε για μεροκάματο βάψιμο, σοβατίσματα. Γύριζε αργά βράδυ, καταπονημένη, γκρίζα από την κούραση. Προσπάθησε να μου αφήσει λεφτά για το νοίκι, λέγοντας με υπερηφάνεια ότι βγάζει αρκετά.

Έτσι κύλησαν τρεις βδομάδες και ξαφνικά με πονάει η μέση άγρια μπήκα στο νοσοκομείο για ενάμιση μήνα. Οριακά γλίτωσα τα χειρότερα.

Ο γιος πήρε λίγες φορές τηλέφωνο:
Μάνα, κράτα γερά. Σου στέλνω φωτό με τη Νικόλ εγώ, η Νικόλ και οι Καταρράκτες του Νιαγάρα.

Χρυσάνθη ερχόταν αραιά, όλο τρεχάματα με την οικογένειά της. Η Μαριώ μου μαγείρευε ζωμούς και χυμούς, έφτιαχνε ψητό κοτόπουλο στον ατμό και επέμενε να φάω μια κουταλιά ακόμα.

Πολύ καλόκορη, κάτι μου βρωμάει μ αυτό το «φιλανθρωπικό» είπε η Χρυσάνθη. Είσαι σίγουρος ότι δεν έβαλε το όνομά της στο σπίτι; Μήπως σου παίρνει τα μισά; Θες λίγο μπιφτέκι; Δεν πεινάς; Σίγουρα; Γιατί εγώ μόλις σχολάρισα και πεινάω σα λύκος.

Όταν γύρισα σπίτι, η Μαριώ με πήγε μέχρι τον επάνω όροφο, μα δεν μπήκε, είχε άλλη δουλειά. Καθαριότητα παντού· τίποτα πουθενά να μου λείπει. Βρήκα στο τραπέζι της κουζίνας ένα σημείωμα:

«Κυρία Αφροδίτη, ευχαριστώ. Το φαγητό είναι στο ψυγείο. Περαστικά. Μ».

Άνοιξα να δω τα διάφορα κρυμμένα σ όλο το σπίτι όλα στη θέση τους. Πήγα και στο δωμάτιο του γιου λες και δεν είχε υπάρξει ποτέ αυτή η κοπέλα.

Μια βδομάδα μετά περπάτησα μες τη σιγή του διαδρόμου του φοιτητικού, χτύπησα την πόρτα. Τρία κρεβάτια, τραπεζάκι, μια πτυσσόμενη κάτω απ το γραφείο.

Όταν χτίσεις το δικό σου σπίτι, τότε να φύγεις. Προς το παρόν, μαζεύεις τα πραγματά σου, έχω καλέσει ταξί, και το ταξίμετρο τρέχει.

Το Σεπτέμβρη πήγαμε να της αγοράσω ένα φθινοπωρινό παλτό ντρέπομαι να δω με τι φοράει τα στενοσόκακα της Αθήνας. Χρειαζόταν και ζευγάρι καλά μποτάκια. Στο Μall συναντήσαμε τη Χρυσάνθη που σχολίασε:

Καλή βοηθό δεν βρίσκεις ούτε με σβηστό φανάρι, εσύ έπιασες την καλή, τζάμπα εργατικό χέρι, βρε Αφροδίτη!

Εσύ υπηρέτρια, εγώ νύφη, απάντησα. Πάμε, Μαριώ, έχουμε να ψάξουμε και μια τσάντα και παντελόνια, να πάρω κι εγώ ένα κασκόλ.

Και λέω παρακάτω ήσυχα:

Τα λεφτά για την προκαταβολή τα μάζεψε μόνη της, ούτε ένα ευρώ δεν πήρε από μένα, το σπίτι πλησιάζει να τελειώσει, ψάχνω και για καλάπερί εξαιρετικό, αλλά δεν προλαβαίνει ούτε να με βοηθήσει στο διάλεγμα γυρνάει πτώμα. Πριν λίγες μέρες άνετα με έπιασε ο ύπνος στον καναπέ, γύρισα να της μιλήσω κι αυτή κοιμόταν καθιστή.

Να σας πω την αλήθεια, έχω φάει μεγάλη σκοτούρα νέα, όμορφη, πρακτική, κι από πάνω με δικό της σπίτι. Η Μαριώ, κορίτσι μυαλωμένο, αλλά και οι έξυπνοι την πατάνε. Ξαγρυπνώ, μην πάει και μπλέξει με κάποιον που θα τη ρημάξει, γεννημένο απατεώνα ή τυχοδιώκτη κάποιον εκτός «κύκλου»…

Καταλήγω στο εξής τέλος της μέρας: Όσο κι αν μας ενοχλούν όσα ξεφεύγουν από τη «σειρά μας», η ομορφιά της ζωής είναι στους ανθρώπους που μεγαλώνουν μπροστά στα μάτια μας κι όταν αγαπάς αληθινά, μαθαίνεις να αναγνωρίζεις αξία μόλις τη ζήσεις.

Oceń artykuł
Σε γνωστής κυρίας το σπίτι: ο γιος αποφάσισε να παντρευτεί κοπέλα εκτός κύκλου μας. Τη συμπονώ, έχω κι εγώ παιδιά, θα αγχωνόμουν… Θυμάμαι όμως μια Ιβανόβα. Ο γιος της, χωρίς πολλά-πολλά, της σύστησε τη Μαρίνα, είπαν πως παντρεύτηκαν. Στο σόι της Ιβανόβα, όλοι με βαρύγδουπα πτυχία – γιατρός, δύο διδάκτορες, χορογράφος, μηχανικός, κριτικός λογοτεχνίας, καρδιολόγος και ό,τι βάλει ο νους σου. Κι η κοπέλα, αμφιβόλου καταγωγής, σίγουρα κακής ανατροφής, πατέρας πουθενά, μάνα αγελαδοτρόφος, πτυχίο «ελαιοχρωματίστρια», χωρίς εμφάνιση ή τρόπους. Μοιάζει σαν να την επέλεξε η μοίρα επίτηδες. Η ελαιοχρωματίστρια όμως διακριτική, αθόρυβη, έσβηνε στους διαδρόμους. – Περίμενε, της έλεγε η φίλη της, η Αρίνα, θα συνηθίσει, θα κλάψεις μετά. Ο γιος, ένα φθινόπωρο, έφυγε για Αμερική. «Σκέφτομαι πώς αυτή η φιγούρα τριγυρνά στο σπίτι κι ούτε θέλω να γυρίσω πίσω», έλεγε η Ιβανόβα στην Αρίνα. Γυρίζει για Πρωτοχρονιά, τον Μάρτιο λέει: του ‘καναν επαγγελματική πρόταση στις ΗΠΑ, εκεί γνώρισε τη Nicole, την Πέμπτη παίρνει διαζύγιο, την Παρασκευή φεύγει. «Μαμά, μην ανησυχείς, θα σε παίρνω τηλέφωνο.» Έριξε το δάκρυ της, τον αποχαιρέτησε. Η ελαιοχρωματίστρια μάζεψε τα λιγοστά της. Μια τσάντα και μια σακούλα σούπερ μάρκετ, με ύφος αδέσποτης που την έδιωξαν. «Έχεις πού να πας;» τη ρώτησε η Ιβανόβα. «Σε ένα μήνα αδειάζει κρεβάτι στη φοιτητική εστία, προς το παρόν θα μείνω σε φίλες, σε ράντζο» απάντησε δειλά. Η Ιβανόβα το ξανασκέφτηκε: «Κάτσε ένα μήνα και βλέπουμε.» Και μετά αυτοαποκαλέστηκε ηλίθια, το ίδιο είπε κι η Αρίνα. Η ελαιοχρωματίστρια δούλευε ατέλειωτες ώρες, έφευγε νωρίς, γύριζε βράδυ εξαντλημένη, πρόσφερε χρήματα για τη φιλοξενία – περήφανα, έβγαζε τα προς το ζην. Εκεί τελείωσε η ιστορία; Όχι. Μια μέρα η Ιβανόβα αρρώστησε ξαφνικά. Έμεινε ενάμιση μήνα στο νοσοκομείο. Την επισκεπτόταν σπάνια η Αρίνα – οικογένεια, δουλειές. Η ελαιοχρωματίστρια έβραζε φαγητό, ετοίμαζε σούπες, καθημερινά φρόντιζε την Ιβανόβα να τρώει. «Μήπως μετακόμισε για τα καλά;» έλεγε καχύποπτα η Αρίνα. «Τουλάχιστον, σου μαγείρεψε ένα μπιφτέκι! Τρως; Όχι; Να φάω εγώ τότε.» Βγαίνοντας από το νοσοκομείο, η Ιβανόβα βρήκε το σπίτι της πεντακάθαρο, με ευχαριστήριο σημείωμα: «Κα Σβετλάνα, ευχαριστώ. Το φαγητό είναι στο ψυγείο. Περαστικά. Μ.» Τα πράγματά της όλα άθικτα. Στο δωμάτιο του γιου, σαν να μην πέρασε ποτέ η ελαιοχρωματίστρια. Μετά από λίγες μέρες, επισκέφθηκε την εστία, πήρε την κοπέλα μαζί. «Όταν αποκτήσεις δικό σου σπίτι, τότε φεύγεις. Για την ώρα, πάμε σπίτι μας, σε περιμένει ταξί.» Τον Σεπτέμβρη αγόρασαν μαζί παλτό για το φθινόπωρο και μπότες. Στο εμπορικό, συναντούν την Αρίνα: «Τέτοια καλή κοπέλα, ούτε για υπηρέτρια δε βρίσκεις, και μάλιστα τζάμπα! Μπράβο σου, Ιβανόβα!» «Εσύ έχεις υπηρέτρια, εγώ έχω νύφη. Έλα, Μαρίσα, να πάρουμε και μια τσάντα, να κοιτάξουμε παντελόνια, εσύ ήθελες κι ένα φουλάρι.» Η Ιβανόβα λέει μετά: «Μάζεψε μόνη της τα λεφτά για προκαταβολή, δεν έπαιρνε δεκάρα από μένα, τώρα παραλαμβάνει το δικό της σπίτι, όλη μέρα στη δουλειά, ζήτημα να σταθεί όρθια.» «Κι έτσι, ακόμα ανησυχώ», λέει, «νιάτα, όμορφη, νοικοκυρά, με σπίτι δικό της πια, καλή κοπέλα η Μαρίσα, αλλά ξέρεις πώς είναι, εύκολο να μπλέξει με κανέναν αχρείο ή κάποιον που δεν είναι του κύκλου μας…»