Σήμερα το βράδυ, καθώς γύριζα σπίτι από το φαρμακείο, σκεφτόμουν μια γνωστή μου, την κυρία Αφροδίτη Παπαγεωργίου. Έχει μεγάλο βάρος στην ψυχή της ο γιος της αποφάσισε να παντρευτεί μια κοπέλα εντελώς έξω από τον δικό τους κόσμο. Της συμπαραστέκομαι, μιας και έχω παιδιά και ξέρω πώς είναι να το παίρνεις κατάκαρδα…
Δεν γίνεται όμως να μη θυμηθώ μια παλιά ιστορία της Παπαγεωργίου. Ο γιος έφτασε ένα μεσημέρι και της ανακοίνωσε: «Αυτή είναι η Μαριώ, και παντρευτήκαμε». Η Παπαγεωργίου είχε μια οικογένεια γεμάτη με ανθρώπους διαπρεπείς: καθηγητές πανεπιστημίου, χορογράφους, αρχιμηχανικούς, συγγραφείς, κορυφαίους καρδιολόγους ό,τι μπορείς να φανταστείς.
Κι εκεί, ξαφνικά, εμφανίζεται μια κοπέλα άγνωστης προέλευσης, σίγουρα αμφίβολης διαπαιδαγώγησης ο πατέρας άφαντος, η μάνα αγελαδοτρόφος, μόρφωση «ελαιοχρωματίστρια», ούτε εμφάνιση, ούτε φινέτσα. Σα να σημάδευε η μοίρα και της πέταξε μια απίθανη ζαριά.
Η Μαριώ πάντως στεκόταν πολύ διακριτικά στο σπίτι· δεν την άκουγες καθόλου, μόνο ένα αχνό ψιθύρισμα στον διάδρομο. Η κολλητή της Παπαγεωργίου, η Χρυσάνθη, προσπαθούσε να την παρηγορήσει: «Άσε να περάσει λίγος καιρός. Θα δεις, θα μετανιώσεις που την κράτησες».
Το φθινόπωρο ο γιος της αναχώρησε για δουλειά στη Νέα Υόρκη. Η Παπαγεωργίου να φανταστείς, έλεγε στη Χρυσάνθη: «Μόνο που σκέφτομαι πως εκείνη τριγυρνάει στο σπίτι, δεν αντέχω να επιστρέψω…».
Μέχρι που ήρθε η Πρωτοχρονιά κι ο γιος γύρισε για λίγο πίσω. Το Μάρτιο ανακοινώνει: πρώτον, του έκαναν πρόταση για συμβόλαιο στην Αμερική. Δεύτερον, εκεί γνώρισε τη Νικόλ. Τρίτον, την Πέμπτη θα βγει το διαζύγιο με τη Μαριώ και την Παρασκευή φεύγει, να μη στενοχωριέται, θα παίρνει τηλέφωνο.
Έκλαψε η Παπαγεωργίου, τον χαιρέτησε, του κούνησε το μαντίλι. Η Μαριώ μάζεψε τα λιγοστά της πράγματα μία ταξιδιωτική τσάντα και μία σακούλα σούπερ μάρκετ και είχε ύφος σα βρεγμένο σκυλί.
Με πολύ κόπο, η Παπαγεωργίου τη ρώτησε:
Έχεις πού να μείνεις;
Η Μαριώ χαμηλόφωνα απάντησε:
Σε ένα μήνα αδειάζει ένα κρεβάτι στο φοιτητικό, μέχρι τότε θα με βολέψουν τα κορίτσια στο δωμάτιό τους, σε μια πτυσσόμενη ξαπλώστρα.
Η Παπαγεωργίου τη σκέφτηκε καλά και είπε:
Όταν βρεις δωμάτιο, φεύγεις. Προς το παρόν, ξεπακετάρισε τα πράγματά σου. Και αναρωτήθηκα μόνος μου: «Είμαι χαζός;» Η Χρυσάνθη συμφώνησε μαζί μου.
Κάθε πρωί η Μαριώ έφευγε για μεροκάματο βάψιμο, σοβατίσματα. Γύριζε αργά βράδυ, καταπονημένη, γκρίζα από την κούραση. Προσπάθησε να μου αφήσει λεφτά για το νοίκι, λέγοντας με υπερηφάνεια ότι βγάζει αρκετά.
Έτσι κύλησαν τρεις βδομάδες και ξαφνικά με πονάει η μέση άγρια μπήκα στο νοσοκομείο για ενάμιση μήνα. Οριακά γλίτωσα τα χειρότερα.
Ο γιος πήρε λίγες φορές τηλέφωνο:
Μάνα, κράτα γερά. Σου στέλνω φωτό με τη Νικόλ εγώ, η Νικόλ και οι Καταρράκτες του Νιαγάρα.
Χρυσάνθη ερχόταν αραιά, όλο τρεχάματα με την οικογένειά της. Η Μαριώ μου μαγείρευε ζωμούς και χυμούς, έφτιαχνε ψητό κοτόπουλο στον ατμό και επέμενε να φάω μια κουταλιά ακόμα.
Πολύ καλόκορη, κάτι μου βρωμάει μ αυτό το «φιλανθρωπικό» είπε η Χρυσάνθη. Είσαι σίγουρος ότι δεν έβαλε το όνομά της στο σπίτι; Μήπως σου παίρνει τα μισά; Θες λίγο μπιφτέκι; Δεν πεινάς; Σίγουρα; Γιατί εγώ μόλις σχολάρισα και πεινάω σα λύκος.
Όταν γύρισα σπίτι, η Μαριώ με πήγε μέχρι τον επάνω όροφο, μα δεν μπήκε, είχε άλλη δουλειά. Καθαριότητα παντού· τίποτα πουθενά να μου λείπει. Βρήκα στο τραπέζι της κουζίνας ένα σημείωμα:
«Κυρία Αφροδίτη, ευχαριστώ. Το φαγητό είναι στο ψυγείο. Περαστικά. Μ».
Άνοιξα να δω τα διάφορα κρυμμένα σ όλο το σπίτι όλα στη θέση τους. Πήγα και στο δωμάτιο του γιου λες και δεν είχε υπάρξει ποτέ αυτή η κοπέλα.
Μια βδομάδα μετά περπάτησα μες τη σιγή του διαδρόμου του φοιτητικού, χτύπησα την πόρτα. Τρία κρεβάτια, τραπεζάκι, μια πτυσσόμενη κάτω απ το γραφείο.
Όταν χτίσεις το δικό σου σπίτι, τότε να φύγεις. Προς το παρόν, μαζεύεις τα πραγματά σου, έχω καλέσει ταξί, και το ταξίμετρο τρέχει.
Το Σεπτέμβρη πήγαμε να της αγοράσω ένα φθινοπωρινό παλτό ντρέπομαι να δω με τι φοράει τα στενοσόκακα της Αθήνας. Χρειαζόταν και ζευγάρι καλά μποτάκια. Στο Μall συναντήσαμε τη Χρυσάνθη που σχολίασε:
Καλή βοηθό δεν βρίσκεις ούτε με σβηστό φανάρι, εσύ έπιασες την καλή, τζάμπα εργατικό χέρι, βρε Αφροδίτη!
Εσύ υπηρέτρια, εγώ νύφη, απάντησα. Πάμε, Μαριώ, έχουμε να ψάξουμε και μια τσάντα και παντελόνια, να πάρω κι εγώ ένα κασκόλ.
Και λέω παρακάτω ήσυχα:
Τα λεφτά για την προκαταβολή τα μάζεψε μόνη της, ούτε ένα ευρώ δεν πήρε από μένα, το σπίτι πλησιάζει να τελειώσει, ψάχνω και για καλάπερί εξαιρετικό, αλλά δεν προλαβαίνει ούτε να με βοηθήσει στο διάλεγμα γυρνάει πτώμα. Πριν λίγες μέρες άνετα με έπιασε ο ύπνος στον καναπέ, γύρισα να της μιλήσω κι αυτή κοιμόταν καθιστή.
Να σας πω την αλήθεια, έχω φάει μεγάλη σκοτούρα νέα, όμορφη, πρακτική, κι από πάνω με δικό της σπίτι. Η Μαριώ, κορίτσι μυαλωμένο, αλλά και οι έξυπνοι την πατάνε. Ξαγρυπνώ, μην πάει και μπλέξει με κάποιον που θα τη ρημάξει, γεννημένο απατεώνα ή τυχοδιώκτη κάποιον εκτός «κύκλου»…
Καταλήγω στο εξής τέλος της μέρας: Όσο κι αν μας ενοχλούν όσα ξεφεύγουν από τη «σειρά μας», η ομορφιά της ζωής είναι στους ανθρώπους που μεγαλώνουν μπροστά στα μάτια μας κι όταν αγαπάς αληθινά, μαθαίνεις να αναγνωρίζεις αξία μόλις τη ζήσεις.






