Τηγάνι για Κρέπες
Όλα έδειχναν ότι η Ειρήνη θα αργούσε πάλι στη δουλειά σήμερα. Το τελευταίο που χρειαζόταν ήταν ένα ακόμα πρόστιμο και ο κατσούφης προϊστάμενος να της κάνει παρατήρηση για την ασυνέπεια. Όλο το πρωινό είχε πάει στραβά. Ο μικρός γιος, ο Νικόλας, δεύτερη δημοτικού, ούτε να ακούσει για φιδέ, παραπονιόταν γκρινιάζοντας ότι τον πονάει ο λαιμός του. Φόρεσε τα γυαλιά της, τον κοίταξε καλά-καλά στο φως προσπαθώντας να εντοπίσει ερυθρότητα ή πρήξιμοτίποτα. Ήταν άλλο ένα δραματικό τέχνασμα του Νικόλα. Τον απείλησε με τιμωρία και με το ζόρι του φόρεσε την τσάντα στη πλάτη. Την ώρα που το έκανε, ο μεγάλος της γιος, ο Μάριος, έτρεχε πάνω κάτω στο διαμέρισμα ψάχνοντας όπου να 'ναι το τετράδιό του. Αυτή η αναστάτωση της προκάλεσε πονοκέφαλο. Φώναξε δυνατά στον απρόσεκτο Μάριο, έπιασε τον μικρό ψευτό-άρρωστο και βγήκε μαζί του τρέχοντας στην είσοδο. Ούτε το αμάξι δεν ήταν έτοιμο ο σύζυγός της, ο Παναγιώτης, καθυστερούσε επειδή το έπλενε στον δρόμο! Όταν τελικά, με χίλιες δυο καθυστερήσεις μπήκαν όλοι στο Fiat και βγήκαν στη λεωφόρο Κηφισίας, έπεσαν φυσικά στην αιώνια πρωινή μποτιλιαρισμένη κόλαση της Αθήνας, και τα όνειρα της Ειρήνης για έγκαιρη προσέλευση στη δουλειά χάθηκαν οριστικά.
Τρέχοντας προς το γραφείο προπώλησης σιδηροδρομικών εισιτηρίων που εργαζόταν, λίγο έλειψε να χάσει την ισορροπία της και να φάει τα μούτρα της στο γλιστερό πεζοδρόμιο. Την κράτησε όρθια μόνο η τύχη και το τεράστιο βαλιτσάκι μιας ηλικιωμένης που της έφραζε τον δρόμο· σχεδόν γραπώθηκε από αυτό για να μην πέσει. Συνειδητοποιώντας ότι τη γλίτωσε φτηνά, με ένα χαμόγελο αμηχανίας κύλησε το βαλιτσάκι προς την γλυκιά γιαγιά και μπήκε μέσα. Μέσα, η είδηση ότι ο προϊστάμενος άργησε έφερε προσωρινή ανακούφιση ήπιε μονορούφι ένα ποτήρι νερό κι έκατσε να ξεκινήσει τη βάρδια της.
Η ρουτίνα και η κίνηση στο πρακτορείο έκαναν γρήγορα το χάος του πρωινού να φαντάζει μακρινό. Το μεσημέρι, την ώρα του διαλείμματος, κοίταξε έξω από το τζάμι. Εκεί ήταν πάλι η γιαγιά με το τεράστιο βαλιτσάκι, στο παγκάκι της αποβάθρας. Υπήρχε κάτι το βαθύ στη μορφή της γυναίκας· στο βλέμμα της έβλεπες παραίτηση, καρτερία, αποξένωση. Το εισιτήριο που κρατούσε στο χέρι φτερούγιζε στον αέρα, λες και ήθελε να της ξεφύγει. Εκείνη ευτυχώς δεν το πρόσεχε. Τίποτα γύρω της δεν φαινόταν να την αγγίζει.
Πολύ ώρα κάθεται εκεί η γιαγιά; ρώτησε τη συνάδελφο η Ειρήνη.
Από χθες το απόγευμα, λένε, απάντησε η άλλη.
Ξέρεις πού πάει;
Στη Λάρισα.
Περίεργο, έχει τουλάχιστον τρία τρένα για Λάρισα την ημέρα. Γιατί δεν έφυγε;
Γέμισε ένα ποτήρι τσάι, πήρε και ένα κομμάτι σπιτική πίτα, βγήκε και κάθισε δίπλα στην ηλικιωμένη κυρία.
Μάλλον με θυμάστε, της λέει με χαμόγελο. Σήμερα το πρωί με σώσατε με το βαλιτσάκι σας, να το ξέρετε! Πού ταξιδεύετε;
Στη Λάρισα, απάντησε εκείνη νωχελικά, πίνοντας μια γουλιά από το τσάι.
Η Ειρήνη κοίταξε το εισιτήριο.
Αυτό το εισιτήριο έχει λήξει προχθές. Γιατί δεν φύγατε;
Η γιαγιά ίσιωσε το καπέλο της, πήρε βαθιά ανάσα.
Νιώθω ότι ενοχλώ όπου κι αν είμαι. Μην ανησυχείς κορίτσι μου, να φύγω αμέσως αν σε ενοχλώ.
Όχι, όχι, εσείς να μείνετε όπου νιώθετε άνετα. Απλώς κάνει ψύχρα, είναι υγρό το μέρος.
Δεν αισθάνομαι πια τίποτα Μάλλον μου 'χουν τελειώσει τα αισθήματα. Ξέρεις, η αλήθεια είναι ότι δεν έχω που να πάω. Τα γνωστά… οικογενειακά. Δεν τα βρήκα ποτέ με τη νύφη μου όμορφη αλλά δύσκολη, συμφεροντολόγα. Ο γιος μου, τυφλός από τον έρωτα, άκουγε μόνο εκείνη και όχι εμένα. Προσπάθησε να με ξεφορτωθεί μου πήρε εισιτήριο για τη Λάρισα να πάω στην αδερφή μου, τα πράγματα, όλα έτοιμα. Δεν ήξερε ότι η αδερφή μου έχει πεθάνει τρία χρόνια τώρα και το σπίτι έχει πουληθεί. Δεν είχα κουράγιο να του το πω κατάματα. Άφησα τη μοίρα να με πάει όπου θέλει. Ίσως να είναι καλύτερα για τα παιδιά. Κι έτσι, έμεινα εδώ. Περιμένοντας… ίσως να με μαζέψει το ασθενοφόρο ή να με πάρουν γι άλλη μια φορά στο γηροκομείο. Σ’ ευχαριστώ, κόρη μου, για το φαγητό. Τώρα κατάλαβα πόσο πεινούσα…
«Κόρη μου» Ένα ευχαριστώ από μια ξένη, μα τόσο ανθρώπινο, πήγε την Ειρήνη πολλά χρόνια πίσωστην παιδική της ηλικία, σε ορφανοτροφείο στη Θεσσαλονίκη, γεμάτη ζήλεια για τα τυχερά παιδιά που έβρισκαν οικογένεια. Εκείνη, η κοκκινομάλλα που κανείς δεν ξεχώριζε, που ούτε ποιήματα δεν έλεγε καλά στην παράσταση, έμεινε πάντα μακριά από τα ζεστά σπίτια. Μετά το ίδρυμα, τη βάλανε στη βιοτεχνία υφασμάτων, της έδωσαν μικρό δωμάτιο σε μια πολυκατοικία, μέχρι που γνώρισε τον Παναγιώτη κι άρχισε να λέει «δόξα τω Θεώ» για τη ζωή της.
«Κόρη μου» Για πρώτη φορά, η στοργή αυτή διαπέρασε τα τοιχώματα της Eιρήνης και ζέστανε κάτι μέσα της. Ήταν σαν γλυκιά φλόγα συμπόνιας που γαλήνεψε την ψυχή της.
Της έπιασε μαλακά τον ώμο.
Παρακαλώ, μείνετε εδώ. Όταν τελειώσω τη δουλειά, θα έρθετε σπίτι μας. Είναι μεγάλο, χωράει όλους. Αν δε σας αρέσει, γυρίζετε πίσω. Συμφωνούμε;
Η ηλικιωμένη, δακρυσμένη, έγνεψε σιωπηλά· το σαγόνι της τρεμόπαιζε.
Στο αυτοκίνητο γνωριστήκαν καλύτερα.
Εγώ είμαι η Ειρήνη, ο άντρας μου ο Παναγιώτης, τα παιδιά μας ο Μάριος κι ο Νικόλας. Εσάς πώς να σας φωνάζουμε;
Φωνάξτε με γιαγιά Αριάδνη, απάντησε αφού ζεστάθηκε.
Την άλλη μέρα, Κυριακή, η Ειρήνη ξύπνησε και άκουσε ευωδιές να ξεπηδάνε από τη μικρή αυλή. Φόρεσε τη ρόμπα και βγήκε στη βεράντα. Το τραπέζι ήταν στρωμένο μ έναν σωρό από λεπτές κρέπες και η γιαγιά Αριάδνη στο πόστο της, με το τηγάνι ανά χείρας, έψηνε διαρκώς, γεμίζοντας πιάτα στη μεγάλη αντροπαρέα. Μόλις είδε την Ειρήνη, προσπάθησε να απολογηθεί:
Μη με μαλώσεις, κόρη μου! Βρήκα το καλό αντικολλητικό τηγάνι στο φούρνο και είπα να κάνω κάτι χρήσιμο, να προσφέρω ένα πρωινό. Έλα, κάτσε μαζί μας να δοκιμάσεις.
Μετά το φαγητό, όλη η οικογένεια βγήκε και μάζευαν τα φύλλα της αυλής, τα έκαψαν, έριξαν και λίγες πατάτες στη φωτιά για παιχνίδι. Παρατηρούσα τη γιαγιά Αριάδνη με έκπληξη δεν σταματούσε, ροδοκόκκινη, τραγουδούσε μες στο τσάκισμα των φύλλων.
Μη σου φαίνεται παράξενο, κόρη μου, είμαι ανθεκτική. Στον πόλεμο, με έλεγαν Αριάδνη-Άλογο όλους τους τραυματίες κουβαλούσα στην πλάτη. Πέρασα πολλά, αλλά τα κατάφερα. Ο άντρας μου χάθηκε γρήγορα από βρογχίτιδα και με τα χίλια ζόρια σήκωσα μόνη τον γιο μου. Αλλά επιβίωσα. Τον σπούδασα, τον είδα να προκόβει.
Σταμάτησε για λίγο η γιαγιά, άπλωσε το βλέμμα στον κήπο, μετά εντάχθηκε ξανά στη δουλειά.
Τη Δευτέρα, το γνώριμο χάος ξεκίνησε κιόλας απ το πρωί. Ο Νικόλας γκρίνιαζε, ο Μάριος έψαχνε βιβλία, ο Παναγιώτης τακτοποιούσε το αυτοκίνητο. Καθώς η Ειρήνη με τα παιδιά ετοιμαζόταν να φύγει, βλέπει την Αριάδνη ντυμένη στην πόρτα με τη βαλίτσα της.
Ευχαριστώ, κόρη μου, πέρασα όμορφα. Ήρθε η ώρα να σηκωθώ να φύγω
Γιαγιά Αριάδνη! Δεν σας άρεσε εδώ;
Μου άρεσε πολύ αλλά ποιος χρειάζεται μια ξένη στο σπίτι του;
Μα ποιος θα μας κάνει τέτοιες κρέπες αν φύγετε; Δεν θα μας καταδεχτεί άλλη νοικοκυρά! Μείνετε μαζί μας σας παρακαλώ είστε πια δική μας.
Η Ειρήνη άρπαξε τη βαριά βαλίτσα, που την ένιωσε φτερό στο χέρι της, πήρε τη γιαγιά Αριάδνη από το μπράτσο και ανέβηκαν μαζί στη βεράντα.
Η οικογένεια μπήκε στο αυτοκίνητο όταν ακούστηκε η χιουμοριστική φωνή της Αριάδνης:
Κόρη μου, να αγοράσεις ένα ακόμα τηγάνι σε παρακαλώ. Με δύο, πάνε γρηγορότερα τα κρέπες!
Η Ειρήνη, αχνά, ψιθύρισε:
Ό,τι πεις, μαμά Αριάδνη
Από εκείνη τη μέρα κατάλαβα, όπως λέει και η γιαγιά μου η Σοφία: το σπίτι γεμίζει από ψυχές, όχι από αίμα. Οικογένεια είναι αυτοί που διαλέγεις, κι εκείνοι που σου χαρίζουν απλόχερα μια θέση στην κουζίνα τους κι ένα ζεστό πιάτο.





