15 Οκτωβρίου 2025
Σήμερα ξύπνησα με βαριά καρδιά μετά τη σκύβαλο με την Ιωάννα. Η διαζύγιο μου από τη Μαρία είχε αφήσει μια σκιά, και η Ιωάννα η συνάδελφος που πάντα έβρισκε μια αφορμή για τσαρτ-σπιν. Στο δρόμο για το γραφείο, με το αυτοκίνητό μου ένα παλιό Fiat σκεφτόμουν: «Μπορούσα να μην ασχοληθώ με αυτήν τη διαμάχη, μα τα κενόνια της με έχουν κουράσει». Στο γραφείο της εταιρείας στην περιοχή Παγκράτη δεν θέλω να φωνάξουμε, αλλά οι συνάδελφοι, σαν πουλιά, γέλιζαν για την «σχέση» μας. Στο τέλος, μάζεψα το τηλέφωνό της και το διέγραψα.
Τη νύχτα, μετά από ένα ελαφρύ δείπνο, ξάπλωσα στον καναπέ, με το τηλέφωνο στο χέρι, και κοίταξα τυχαία το τηλεοπτικό πρόγραμμα. Η διάθεση μου ήταν κάπως βαρετή.
Ξαφνικά, το τηλέφωνό μου ήρθε δαχτυλομένο. Ένας άγνωστος αριθμός. Απαντώντας με νύστα, άκουσα μια θλιμμένη φωνή:
«Ναι;»
«Γεια σου», είπε ένας άτομο ανδρικής φωνής. «Είσαι ακόμα θυμωμένη;»
Δεν ήμουν εντελώς ξύπνια, αλλά ήξερα ότι δεν ήμουν η Ιωάννα. Πίστεψα ότι έκανα λάθος αριθμό.
«Συγγνώμη, ξεσπάθηκα», είπε ο άνδρας. «Αλλά να ξέρεις, να δίνουμε διαμάχες μπροστά σε όλους δεν είναι ωραίο, κι εγώ νιώθω προσβεβλημένος. Απλώς διέγραψα το τηλέφωνό σου, αλλά θυμάμαι τον αριθμό σας από άκρη. Θα έρθω στο σπίτι σου».
«Τώρα;», σκέφτηκα. Ήταν η πρώτη ώρα της νύχτας. Η Καλλιόπη, η συνάδελφος που κοιμούνταν στο γραφείο, είχε ακόμα τα μάτια κλειστά και δεν ήθελε να μου εξηγήσει το λάθος. Απλώς είπε «Έλα», και κλείσε τη γραμμή.
Την επόμενη μέρα, ενώ έπινα τον καφέ μου στο μικρό φούρνο στο Κολωνάκι, ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνό μου.
«Πω πω, ποιος είναι εκεί το πρωί;», σκέφτηκα. Ήταν ξανά ο ίδιος αριθμός.
«Γεια», ακούστηκε η ίδια φωνή.
«Γεια», απάντησα.
«Αχ, η κοπέλα μου με πέταξε έξω από το σπίτι και άνοιξε την πόρτα στο πρόσωπό μου», είπε γελώντας.
«Και φαίνεται ότι δεν απογοητεύθηκες», του απάντησα.
«Συγγνώμη, αλλά πρέπει να μου αποζημιώσεις το ηθικό κακό».
Αρχίσαμε να μιλάμε ως «εσύ-εσύ», κάτι που έμεινα έκπληκτος.
«Εντάξει, πρέπει να μου ταλαιπωρήσεις λίγο», είπε.
Ήταν νύχτα, όμως, και ήμουν κουρασμένος. «Τι λες να βρεθούμε στο καφενείο «Τύχη» στις έξι το απόγευμα», πρότεινα.
«Γεια μου, δεν σε έχω δει ποτέ, είσαι κάτι σκυμμένο», απάντησε, λέγοντας ότι ήταν μια «παλιά και τσαρτ-σπιν» γυναίκα.
«Με τη φωνή σου ακούγομαι νεαρή και ωραία», έλεγα. «Είμαι και εγώ στην ακμή της ζωής μου. Είμαι μαντικός, βλέπω τα πάντα… μου αρέσει ήδη».
Καθώς γελούσαμε, η Καλλιόπη ρώτησε γιατί ρωτούσα όνομα.
«Οι μάντες και πάλι κάνουν λάθη», αποκρίθηκα. «Τότε θα σε συναντήσω στο «Τύχη»».
Απλήρως αρνήθηκε: «Δεν θα πάω, είσαι πολύ αυθόρμητος».
Αυτή η κουβέντα με άφησε με σκέψη. Στο δρόμο για τη δουλειά, αναρωτιόμουν τι συνέβη.
Η ημέρα πέρασε με άφθονα έγγραφα, όπως η καθημερινή ζωή ενός σκληρές πυρήνα. Η Καλλιόπη, 33 ετών και δύο μήνες από το διαζύγιο, δεν είχε παιδιά, γιατί ο πρώην σύζυγός της δεν ήθελε. Όταν η μικρή της αδερφή έφερε τα δίδυμα της, ο άντρας της έφυγε από το σπίτι. Η διαζύγιο ήρθε αβίαστη.
Στο γραφείο, ο αρχηγός μας, ο κύριος Μιχάλης, μου ζήτησε να του φέρω ένα φάκελο. Είμαι πιστοποιημένος ως αξιόπιστος υπάλληλος, αλλά οι συνάδελφοι ψιθυρίζουν:
«Τι κάνει η Καλλιόπη, που ο Μιχάλης την φέρνει»
Η Ρίτα, η πιο καυτηριδική, σχολίαζε: «Η ζηλιάρα, δεν μπορεί να υπολογίσει τίποτα χωρίς σφάλματα». Ο Τιμόθεος, ο διευθυντής, απαντούσε: «Η ζηλιάρα δεν ξέρει, ο Μιχάλης βλέπει τα πάντα».
Τελείωσε η δουλειά, και πήγα στο αυτοκίνητό μου. Μόλις βγήκα από το πάρκινγκ, προχωρώντας προς το δρόμο, το κεφάλι μου ξεγέλασε να κάνει ένα περιστροφικό γύρισμα και να σταθώ μπροστά στο καφενείο «Τύχη». Έκανα παύση, και γύρισα το αυτοκίνητό μου.
Μέσα στο καφενείο, ένα νεαρό αγόρι με μπουκέτο λευκών τριαντάφυλλων στεκόταν σαν φυλακή. Κοίταζε τον διάδρομο, προσπαθώντας να βρει την Καλλιόπη. Όταν η είδε, το πρόσωπό του άναψε.
«Αυτή είναι η Καλλιόπη, η πρώτη μου αγάπη!», φώναξε, σαν να ήταν ένας θόρυβος εκτός χρόνου.
Από τότε, δεν την είδα ξανά. Στο λύκειο, ήμουν στην 11η τάξη, αυτή στην 9η. Ήμασταν φανατικά εραστές των αθλημάτων: εκείνη η κορυφαία βολίστρια, εγώ ο μάγος των μαθηματικών. Η Λίζα, η φίλη της, ήταν η αδελφή της δημάρχου, και η αχόρταστη της κοινωνικής σκηνής. Εγώ ποτέ δεν την προσέγνωσα, επειδή ήταν νεότερη. Τώρα, όμως, οι μνήμες επανήλθαν.
Την επόμενη βράδυ, κάναμε παρέα στο «Τύχη», μιλήσαμε για το παρελθόν, γελάσαμε, και αποφασίσαμε να βρεθούμε ξανά. Μετά από έξι μήνες, παντρευτήκαμε, και μια χρονιά αργότερα γεννήθηκε η μικρή μας κόρη, η Άννα, και μετά ο γιος, ο Νίκος. Η ζωή μας έκλεισε το παρελθόν, αλλά η νύχτα που μας έφερε μαζί παραμένει το πιο τυχερό σύμπτωμα.
Μαθήμα που πήρα: Μην αφήνεις τις πρώτες εντυπώσεις ή τις παλιές αδυναμίες να καθορίσουν το μέλλον· η τύχη μπορεί να εμφανιστεί με έναν τυχαίο αριθμό και να αλλάξει όλη σου τη ζωή.






