– Πώς θα ζήσω τώρα χωρίς εσένα; Τι να κάνω; Γιατί να συνεχίσω τη ζωή μου; – Τα δάκρυά του κυλούσαν στα μάγουλα, ενώ μέσα του υπήρχε μόνο ένα κενό, μια μαύρη τρύπα αντί για καρδιά Ο Βαγγέλης ήταν ερωτευμένος με την Ειρήνη από τότε που ήταν μαθητές. Μικρόσωμη, λεπτεπίλεπτη, με φακίδες σαν καλοκαιρινό πρωινό στη μύτη της. Έτσι τη θυμόταν από την πρώτη στιγμή, κι από την έκτη τάξη είχε αγαπήσει παράφορα αυτή τη γλυκιά ύπαρξη. Η Ειρήνη ήταν τρία χρόνια μικρότερή του. Ήταν πάντα άριστη μαθήτρια, η καλύτερη στην τάξη, σεμνή και ντροπαλή. Κάθε χρόνο, ο Βαγγέλης την αγαπούσε και πιο βαθιά. Την παρατηρούσε στα διαλείμματα, να παίζει με τις φίλες της σχοινάκι στην αυλή, ελαφριά σαν πολύχρωμη πεταλούδα. Ονειρευόταν πως μια μέρα θα παντρεύονταν σίγουρα. Όταν γύρισε από τον στρατό, την ίδια μέρα πήγε στην Ειρήνη με μια ανθοδέσμη να της ζητήσει το χέρι. Ο πατέρας της Ειρήνης ήταν αυστηρός, σοβαρός άνθρωπος. Έκλεισε διακριτικά τον Βαγγέλη σ’ ένα δωμάτιο για κουβέντα, κι έπειτα, χαμογελαστός, του έδωσε το χέρι της κόρης του. Ο γάμος ήταν πάνδημος και τόσο χαρούμενος, που ήρθαν μέχρι και μακρινοί συγγενείς. Τρεις μέρες γλεντούσαν τη χαρά των νιόπαντρων. Τα μάτια της Ειρήνης έλαμπαν από ευτυχία κι ο Βαγγέλης ένιωθε περήφανος που είχε την ομορφότερη νύφη του χωριού. Μέσα σε δύο χρόνια, με τη στήριξη των γονιών, ο Βαγγέλης έφτιαξε το δικό του σπίτι. Η Ειρήνη πέταγε από χαρά – τρεις μήνες πριν γίνει πρώτη φορά μητέρα, μετακόμισαν στο δικό τους σπιτικό. Οικογενειακές στιγμές. Γεννήθηκε το κοριτσάκι τους, που το ονόμασαν Ξένια, απ’ τη γιαγιά της Ειρήνης. Ήταν γερή και ζωηρή, αλλά οι γέννες ήταν σκληρή δοκιμασία για την Ειρήνη. Έναν ολόκληρο χρόνο έμενε χλωμή και εξαντλημένη. Ο Βαγγέλης την πήγαινε σε γιατρούς, μα όλοι έλεγαν ένα πράγμα: ήθελε χρόνο να συνέλθει ο οργανισμός. Όταν η Ξένια έγινε ενάμιση, η Ειρήνη ανακάλυψε πως ήταν ξανά έγκυος. Οι γιατροί συνιστούσαν να διακόψει την εγκυμοσύνη – δεν είχε πια δυνάμεις, ίσως να μην άντεχε ούτε η ίδια ούτε το μωρό. Ο Βαγγέλης παρακαλούσε μαζί με τους γιατρούς, αλλά η Ειρήνη ανένδοτη. – Το παιδί μου δεν θα το θυσιάσω! Δεν φταίει να μην έρθει στον κόσμο. Ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει, είπε. Εξάλλου όλα είναι στα χέρια του Θεού! Ο τελευταίος μήνας ήταν βαρύς και η Ειρήνη νοσηλεύτηκε. Στο σπίτι ανυπομονούσε η μικρή κι ένας άνδρας που την αγαπούσε όσο τίποτε. Διαισθανόταν το κακό που ερχόταν. Και, δυστυχώς, δεν διαψεύστηκε. Στη γέννα η Ειρήνη δεν τα κατάφερε, σταμάτησε η καρδιά της. Μα πρόλαβε να φέρει στον κόσμο υπέροχα δίδυμα κοριτσάκια. Ο Βαγγέλης βυθίστηκε στη θλίψη. Στο κοιμητήριο έβλεπε το μαύρο χώμα με άδειο και σβησμένο βλέμμα. Όλη του η ζωή με την Ειρήνη περνούσε από τα μάτια του, οι ευτυχισμένες μέρες, το γέλιο της. Στα αυτιά του αντηχούσε η αγαπημένη της φωνή. Ο Βαγγέλης γονάτισε και άρχισε να κλαίει σπαρακτικά. – Πώς, πώς να ζήσω τώρα χωρίς εσένα; Τι να κάνω; Γιατί να συνεχίσω τη ζωή μου; – Τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του, ενώ στην ψυχή του χάσκει το κενό, εκεί που ήταν η καρδιά πήρε θέση μια μαύρη τρύπα. Μετά την κηδεία, βυθίστηκε στο ποτό. Βαρύ, ασταμάτητο, για να μην θυμάται, για να μην ακούει στο μυαλό του τη φωνή και το γέλιο της. Οι γονείς της Ειρήνης πήραν τα κορίτσια κοντά τους. Πίστευαν πως ο Βαγγέλης δεν θα έβγαινε ποτέ απ’ τη θλίψη και δεν θα μπορούσε να είναι καλός πατέρας. Οικογενειακές στιγμές. Στα σαράντα της Ειρήνης, μεθυσμένος πάλι, ο Βαγγέλης κοιμήθηκε στο χωλ. Και είδε ένα όνειρο. Ερχόταν χαμογελαστή στην πόρτα η Ειρήνη, με λευκό φόρεμα, μαλλιά χάλκινα, χυμένα στους ώμους να αστράφτουν στο φως του ήλιου. Ήρθε κοντά του, του χάιδεψε το κεφάλι, και τρυφερά του είπε όπως παλιά: – Βαγγέλη μου, αγάπη μου, τι είναι αυτά που κάνεις; Δεν ντρέπεσαι; – Τα πράσινα μάτια μισόκλειστα, αυστηρά τον μάλωσε με το δάχτυλο. – Τα κορίτσια μας, δεν βλέπουν πια τον πατέρα, στεναχωριούνται. Είσαι απαραίτητος για εκείνες, όπως ήμουν εγώ για σένα. Αν με αγαπάς ακόμα, μην τις εγκαταλείψεις. Αγάπα τες, όπως αγάπησες εμένα! Ξύπνησε ο Βαγγέλης, το μεθύσι έφυγε λες και δεν υπήρχε, ο ήλιος έμπαινε από το παράθυρο και φώτιζε το πρόσωπό του. Μόλις ανέτειλε, πήγε στο σπίτι των γονιών της Ειρήνης, ξυρισμένος, καθαρός, σοβαρός πολύ – με βλέμμα πενήντα χρόνια πιο ώριμο. Φίλησε το χέρι της πεθεράς του, αγκάλιασε τον πεθερό, πήρε τα κορίτσια και τα γύρισε πίσω στο σπίτι του. Από τότε έζησαν οι τέσσερίς τους. Έγινε για τα κορίτσια και μάνα και πατέρας. Έμαθε να μαγειρεύει, να πλένει, να ράβει. Κι όταν έπλεκε κοτσιδάκια, ήταν καλύτερος από κάθε μαμά. Στο σχολείο τις επαινούσαν, άριστες μαθήτριες, πειθαρχημένες, τακτικές. Κι αν ποτέ κάποιος τις πείραζε, ο Βαγγέλης γινόταν γεράκι να τις προστατέψει. Οι γείτονες συχνά ρωτούσαν: – Γιατί δεν ξαναπαντρεύεσαι, Βαγγέλη; Νέος είσαι, όμορφος, γερός. Δες πόσες σε παρακολουθούν. Κι εκείνος απαντούσε έκπληκτος: – Εγώ είμαι παντρεμένος χρόνια τώρα. – Κοιτάξτε, στο σπίτι έχω ήδη τρεις νύφες, και να φέρω άλλη μία; Με τέσσερις δεν τα βγάζω πέρα… Έτσι, ανάμεσα σε αστεία, άγρυπνες νύχτες, άδειο πιάτο και σκληρή δουλειά, μεγάλωσε ο Βαγγέλης τις κόρες του – κούκλες. Κι όταν μεγάλωσαν κι άρχισαν το πανεπιστήμιο, ποτέ δεν ξέχασαν τον πατέρα τους. Σαββατοκύριακα και γιορτές πήγαιναν πάντα όλες μαζί στο πατρικό, να τον βοηθήσουν μέσα–έξω στο σπίτι. Μετά, πάντρεψε τις κόρες του μία–μία. Με κάθε γαμπρό μιλούσε ξεχωριστά, όπως κάποτε είχε κάνει ο πεθερός του με αυτόν. Πάντα ευχόταν στις τρεις του πριγκίπισσες μόνο ευτυχία. Κι όταν πια έγιναν όλες μεγάλες, με τις δικές τους οικογένειες και παιδιά, δεν τον ξέχασαν ποτέ! Σε κάθε γιορτή πήγαιναν όλοι μαζί στο χωριό, να γιορτάσουν με τον πατέρα. Τον αγάπησαν κόρες, εγγόνια και δισέγγονος. Όταν ο Βαγγέλης έκλεισε τα ογδόντα ένα, ήρθε στον ύπνο του ξανά όνειρο. Στεκόταν στο χωράφι, νέος, όμορφος, με μαύρα μαλλιά. Κι έτρεχε προς το μέρος του η Ειρήνη του! Με λευκό φόρεμα, ξυπόλυτη, στο μαλλί της ήλιος λαμπερός, σαν να θέλει να φύγει και να χορέψει στο φως. Άνοιξε τα χέρια του διάπλατα, η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, έτρεμε έτοιμη να σπάσει από χαρά. Συναντήθηκαν, αγκαλιάστηκαν, τον κοίταξε στα μάτια κι απαλά του είπε: – Βαγγέλη μου, ήσουν υπέροχος! Έκανες τα κορίτσια μας να ζήσουν ευτυχισμένες. Όλα τα είδα, κάθε μέρα προσευχόμουν για σένα. Πάμε. Τώρα θα είμαστε πια μαζί. Πήραν ο ένας το χέρι του άλλου κι έφυγαν μες στην πράσινη πυκνή χλόη. Όλη η οικογένεια ήρθε στο χωριό για να τιμήσει τη μνήμη του Βαγγέλη. Οι κόρες έκλαψαν πολύ, ήταν δύσκολο το αντίο, αλλά ήξεραν πως τώρα είναι μαζί με τη μοναδική του αγάπη! Αυτή είναι μια αληθινή ιστορία ενός σπουδαίου πατέρα. Μιας μεγάλης ψυχής! Την έμαθα από τη δική μου γιαγιά. Όλο το χωριό τον ήξερε. Έτσι γίνεται με κάποιους άντρες που διαλέγουν να ζήσουν για τις κόρες τους, κι όχι για τους εαυτούς τους. Ας είναι αιώνια η μνήμη του! Γράψτε στα σχόλια τι πιστεύετε γι’ αυτή την ιστορία. Πατήστε like και ακολουθήστε τη σελίδα για να διαβάζετε νέες ιστορίες!

Πώς να ζήσω χωρίς εσένα τώρα; Τι να κάνω; Γιατί να συνεχίσω να υπάρχω; Τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του, κι η ψυχή του είχε γεμίσει κενό. Εκεί που κάποτε βρισκόταν η καρδιά του, μια μαύρη τρύπα είχε απλωθεί.

Ο Αλέκος είχε ερωτευτεί τη Μαργαρίτα από τα σχολικά του χρόνια. Μικροκαμωμένη, ντελικάτη, με λίγες φωτεινές φακίδες στη μύτη της. Έτσι την είδε για πρώτη φορά, στην έκτη τάξη, και τότε έπεσε στα δίχτυα της αγάπης του βαθιά.

Η Μαργαρίτα ήταν τρία χρόνια μικρότερή του. Πάντα αριστούχος, το φωτεινό αστέρι της τάξης, σεμνή και ντροπαλή.

Χρόνο με τον χρόνο, η καρδιά του Αλέκου πλησίαζε ακόμη περισσότερο προς τη Μαργαρίτα. Την παρατηρούσε στα διαλείμματα, καθώς έπαιζε με τις φίλες της στη σχολική αυλή. Ανέμελη σαν πολύχρωμη πεταλούδα. Ονειρευόταν πως μια μέρα θα γίνονταν ζευγάρι.

Γυρίζοντας από τη θητεία του στο ναυτικό, την ίδια κιόλας μέρα πήγε στη Μαργαρίτα φέρνοντας λουλούδια για να της ζητήσει το χέρι.

Ο πατέρας της Μαργαρίτας ήταν αυστηρός και σοβαρός άνθρωπος. Μίλησε πολλή ώρα με τον Αλέκο στο σαλόνι, ώσπου τελικά, με ένα αχνό χαμόγελο, έδωσε το χέρι της κόρης του στον Αλέκο.

Ο γάμος τους έγινε με κόσμο πολύ και γλέντι δυνατό, όπως τα παλιά χρόνια. Μέχρι και τα πιο μακρινά σόγια κατέφτασαν. Τρεις μέρες διαρκούσαν τα γλέντια και τα τραγούδια. Τα μάτια της Μαργαρίτας έλαμπαν από χαρά, κι ο Αλέκος περηφανευόταν πως τού 'τυχε η πιο όμορφη νύφη του χωριού.

Δυο χρόνια μετά, με τη βοήθεια των γονιών, ο Αλέκος ολοκλήρωσε δικό του σπίτι. Η Μαργαρίτα δεν κρατούσε τη χαρά της τρεις μήνες πριν φέρουν στον κόσμο το πρώτο τους παιδί, μετακόμισαν στο νοικοκυριό τους.

Η κορούλα τους γεννήθηκε και τη βάφτισαν Ειρήνη, στη μνήμη της γιαγιάς της Μαργαρίτας. Το κορίτσι γεννήθηκε γερό κι εύρωστο, μα για τη Μαργαρίτα η γέννα στάθηκε σκληρή δοκιμασία.

Ολόκληρο χρόνο μετά τον τοκετό, η Μαργαρίτα ήταν χλωμή και αδύναμη. Ο Αλέκος την έτρεχε σε γιατρούς, μα όλοι του έλεγαν το ίδιο: ήθελε χρόνο για να δυναμώσει ξανά.

Όταν η μικρή τους έγινε ενάμισι χρόνων, η Μαργαρίτα έμαθε ότι ξανάκυοφορούσε. Οι γιατροί τη συμβούλεψαν να μην κρατήσει το μωρό. Το σώμα της δεν ήταν έτοιμο, ήταν επικίνδυνο για τη ζωή της και το παιδί.

Ο Αλέκος με τους γιατρούς την παρακαλούσαν, αλλά εκείνη έμεινε ανυποχώρητη.

Δικό μου παιδί δεν θα αποχωριστώ! Δεν φταίει η ψυχούλα, που θέλει να 'ρθει στον κόσμο. Ό,τι είναι να γενεί, ας γίνει έλεγε η Μαργαρίτα, η μοίρα είναι στα χέρια του Θεού!

Ο τελευταίος μήνας ήταν μαρτύριο, κι η Μαργαρίτα έμεινε στο νοσοκομείο. Στο σπίτι η μικρή Ειρήνη ανυπομονούσε για τη μητέρα, και ο Αλέκος δεν εύρισκε ησυχία από την αγωνία του.

Ένιωθε πως έρχεται μεγάλη συμφορά. Δεν άργησε να επιβεβαιωθεί. Η Μαργαρίτα δεν άντεξε τη γέννα, κι η καρδιά της σταμάτησε. Όμως την ύστατη στιγμή γεννήθηκαν δίδυμες κορούλες, πανέμορφες.

Ο Αλέκος βυθίστηκε στο πένθος του. Στο νεκροταφείο κοιτούσε το χώμα με βλέμμα γυάλινο, χαμένο.

Όλη του η ζωή με τη Μαργαρίτα περνούσε φευγαλέα μπροστά του: οι ευτυχισμένες μέρες, το χαμόγελό της. Στο αυτί του αντηχούσε το γέλιο της, γλυκό κι ατίθασο. Ο Αλέκος έπεσε στα γόνατα και ξέσπασε σε λυγμούς, σαν πληγωμένο θηρίο.

Πώς να ζήσω χωρίς εσένα τώρα; Τι να κάνω; Γιατί να συνεχίσω; Τα δάκρυά του κυλούσαν κι η ψυχή του κενό.

Μετά την κηδεία, το πένθος τον κυρίευσε για τα καλά. Έπινε για να μην θυμάται, για να σβήσει τη φωνή της, το ελεύθερο γέλιο της.

Οι γονείς της Μαργαρίτας πήραν τις τρεις εγγονές μαζί τους, φοβούμενοι μήπως ο Αλέκος δεν αντέξει και δεν καταφέρει να σταθεί πατέρας.

Στις σαράντα μέρες, ο Αλέκος ξενύχτησε πάλι και, παραμιλώντας από τη στενοχώρια, αποκοιμήθηκε στο κατώφλι. Τότε είδε ένα όνειρο ζωντανό: η Μαργαρίτα μπαίνει στο σπίτι, με άσπρο φόρεμα, τα μαλλιά της χάλκινα και λαμπερά σαν το ηλιοβασίλεμα.

Τον πλησίασε, τον χάιδεψε στο κεφάλι και του μίλησε τρυφερά, όπως παλιά:

Αλέκο, αγάπη μου, τι κάνεις εσύ τώρα; Δεν ντρέπεσαι; Τα μεγάλα πράσινα μάτια της τον καρφώνουν, και το δάχτυλό της τον υποδεικνύει.

Οι κόρες μας έχουν ανάγκη τον πατέρα τους, λείπεις. Τις χρειάζεσαι όσο με ήθελες κι εμένα. Αν με αγαπάς ακόμη, μην αφήσεις τα παιδιά μας δώσε τους την αγάπη σου όπως μου την έδωσες.

Ξύπνησε ο Αλέκος, νηφάλιος, με μια θέρμη στο μάγουλό του απ’ τις αχτίδες του ήλιου που έμπαιναν απ’ το παράθυρο.

Μόλις χάραξε, πήγε στους γονείς της Μαργαρίτας, ξυρισμένος, φροντισμένος, με σοβαρή έκφραση γεμάτη ωριμότητα, σαν γέρος πια.

Φίλησε το χέρι της πεθεράς, αγκάλιασε σφιχτά τον πεθερό του, πήρε τα κορίτσια και γύρισαν στο σπίτι.

Από τότε έμειναν οι τέσσερίς τους. Εκείνος προσπαθούσε να γίνει για τα παιδιά του και πατέρας και μάνα: Έμαθε να μαγειρεύει, να πλένει και να μπαλώνει ρούχα.

Μάλιστα, τα μαλλιά τους τα έπλεκε καλύτερα κι από τις μανάδες! Στο σχολείο μόνο καλούς λόγους είχαν για τα κορίτσια του, κάθε χρόνο άριστες, φρόνιμες κι επιμελείς.

Κι αν ποτέ τις πείραζε κανείς, ο Αλέκος ήταν πάντα εκεί να τις προστατεύσει.

Οι γείτονες τον ρωτούσαν συχνά:

Γιατί δεν ξαναπαντρεύεσαι, Αλέκο; Έχεις τη νιότη, την ομορφιά σου, και την υγεία! Βλέπεις τόσες κοπέλες, όλες σε κοιτούν.

Εκείνος τους κοιτούσε παραξενεμένος κι απαντούσε:

Εγώ είμαι παντρεμένος χρόνια τώρα.

Βλέπετε, στο σπίτι μου έχω ήδη τρεις νύφες· αν φέρω και τέταρτη, πού να τα βγάλω πέρα;

Έτσι, με χαμόγελα, πειράγματα, ξενύχτια, στερήσεις και δουλειά σκληρή, μεγάλωσε ο Αλέκος τις τρεις του πριγκίπισσες.

Όταν τα χρόνια πέρασαν και τα κορίτσια μπήκαν στο λύκειο, η γειτόνισσά του, η Δήμητρα, άρχισε να του κάνει συχνές επισκέψεις: Πότε έφερνε λιαστά μανιτάρια, πότε καπνιστό σκουμπρί. Με κάθε τρόπο προσπαθούσε να τον προσεγγίσει.

Εκείνος κατάλαβε πως δεν θα τον άφηνε ήσυχο με το καλό, αλλά ήθελε να αποφύγει να τη στενοχωρήσει. Μια μέρα την κάλεσε μέσα και της λέει:

Ποιο από τα κορίτσια μου αγαπάς πιο πολύ;

Κι εκείνη του λέει:

Τα παιδιά σου δεν τα χρειάζομαι! Σε λίγο τελειώνουν το σχολείο και θα φύγουν. Εσύ θες να μείνεις για πάντα μόνος; Εγώ εσένα αγαπώ, όχι τις κόρες σου!

Ο Αλέκος σοβάρεψε:

Να, ορίστε τη φωτογραφία μου, της λέει, πάρε να με αγαπάς στο σπίτι όσο θέλεις!

Έφυγε η Δήμητρα, με τη φωτογραφία στον κόρφο και την καρδιά γεμάτη απογοήτευση.

Τα κορίτσια τέλειωσαν το λύκειο και πέρασαν στο πανεπιστήμιο, όμως τον πατέρα δεν τον ξέχασαν ποτέ. Κάθε Σαββατοκύριακο γυρνούσαν στο χωριό να τον βοηθήσουν στη γη και στο σπίτι.

Ύστερα, ήρθε ο καιρός να παντρέψει τα παιδιά του. Για κάθε γαμπρό μιλούσε χωριστά, όπως ο πεθερός του είχε κάνει με εκείνον. Πάντα ευχόταν στις τρεις του πριγκίπισσες μονάχα χαρά και αγάπη.

Έγιναν γυναίκες ώριμες, με δικά τους νοικοκυριά, παιδιά και προβλήματα. Όμως, τον πατέρα τους δεν τον ξέχασαν ποτέ.

Κάθε γιορτή, κάθε μεγάλη μέρα, έπαιρναν τα δικά τους παιδιά, και όλοι μαζί επισκέπτονταν τον Αλέκο στο πατρικό. Τον αγαπούσαν οι κόρες του, τα εγγόνια και ο μικρός δισέγγονος.

Όταν ο Αλέκος έκλεισε τα ογδόντα του ένα χρόνια, του φανερώθηκε η Μαργαρίτα στο όνειρο.

Στεκόταν σ ένα λιβάδι, νέος, λεβέντης, τα μαλλιά του μαύρα και πλατιά οι ώμοι του. Απέναντί του έτρεχε η Μαργαρίτα του!

Με άσπρο φόρεμα, ξυπόλητη, κι οι μπούκλες της γεμάτες ήλιο φωτεινό.

Άνοιξε τα χέρια του διάπλατα, κι η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, έτοιμη να σπάσει. Συναντήθηκαν, αγκαλιάστηκαν, κι η Μαργαρίτα σήκωσε τα μάτια της και του είπε:

Αλέκο, αγαπημένε μου, μπράβο σου! Έδωσες στα κορίτσια μας ευτυχισμένη ζωή. Όλα τα είδα. Κάθε μέρα προσευχόμουν από ψηλά για σένα τον πήρε γλυκά απ το χέρι.

Έλα. Από τώρα για πάντα μαζί.

Περπάτησαν μεσ το χορτάρι, χέρι-χέρι, στο φως.

Όλη η οικογένεια μαζεύτηκε να τιμήσει τη μνήμη του Αλέκου. Οι κόρες του πόνεσαν βαθιά για το χαμό, όμως κάθε μία ένιωσε πως βρήκε πια τον δρόμο του ο πατέρας της στο πλευρό της αγάπης του!

Αυτή είναι η αληθινή ιστορία ενός σπουδαίου πατέρα που έδωσε τα πάντα για τις κόρες του. Όλο το χωριό τον θυμάται με τιμή. Έτσι γίνεται καμιά φορά: ο άνθρωπος διαλέγει μια ζωή θυσίας για την οικογένεια, όχι για τον εαυτό του. Ας είναι αιωνία του η μνήμη!

Oceń artykuł
– Πώς θα ζήσω τώρα χωρίς εσένα; Τι να κάνω; Γιατί να συνεχίσω τη ζωή μου; – Τα δάκρυά του κυλούσαν στα μάγουλα, ενώ μέσα του υπήρχε μόνο ένα κενό, μια μαύρη τρύπα αντί για καρδιά Ο Βαγγέλης ήταν ερωτευμένος με την Ειρήνη από τότε που ήταν μαθητές. Μικρόσωμη, λεπτεπίλεπτη, με φακίδες σαν καλοκαιρινό πρωινό στη μύτη της. Έτσι τη θυμόταν από την πρώτη στιγμή, κι από την έκτη τάξη είχε αγαπήσει παράφορα αυτή τη γλυκιά ύπαρξη. Η Ειρήνη ήταν τρία χρόνια μικρότερή του. Ήταν πάντα άριστη μαθήτρια, η καλύτερη στην τάξη, σεμνή και ντροπαλή. Κάθε χρόνο, ο Βαγγέλης την αγαπούσε και πιο βαθιά. Την παρατηρούσε στα διαλείμματα, να παίζει με τις φίλες της σχοινάκι στην αυλή, ελαφριά σαν πολύχρωμη πεταλούδα. Ονειρευόταν πως μια μέρα θα παντρεύονταν σίγουρα. Όταν γύρισε από τον στρατό, την ίδια μέρα πήγε στην Ειρήνη με μια ανθοδέσμη να της ζητήσει το χέρι. Ο πατέρας της Ειρήνης ήταν αυστηρός, σοβαρός άνθρωπος. Έκλεισε διακριτικά τον Βαγγέλη σ’ ένα δωμάτιο για κουβέντα, κι έπειτα, χαμογελαστός, του έδωσε το χέρι της κόρης του. Ο γάμος ήταν πάνδημος και τόσο χαρούμενος, που ήρθαν μέχρι και μακρινοί συγγενείς. Τρεις μέρες γλεντούσαν τη χαρά των νιόπαντρων. Τα μάτια της Ειρήνης έλαμπαν από ευτυχία κι ο Βαγγέλης ένιωθε περήφανος που είχε την ομορφότερη νύφη του χωριού. Μέσα σε δύο χρόνια, με τη στήριξη των γονιών, ο Βαγγέλης έφτιαξε το δικό του σπίτι. Η Ειρήνη πέταγε από χαρά – τρεις μήνες πριν γίνει πρώτη φορά μητέρα, μετακόμισαν στο δικό τους σπιτικό. Οικογενειακές στιγμές. Γεννήθηκε το κοριτσάκι τους, που το ονόμασαν Ξένια, απ’ τη γιαγιά της Ειρήνης. Ήταν γερή και ζωηρή, αλλά οι γέννες ήταν σκληρή δοκιμασία για την Ειρήνη. Έναν ολόκληρο χρόνο έμενε χλωμή και εξαντλημένη. Ο Βαγγέλης την πήγαινε σε γιατρούς, μα όλοι έλεγαν ένα πράγμα: ήθελε χρόνο να συνέλθει ο οργανισμός. Όταν η Ξένια έγινε ενάμιση, η Ειρήνη ανακάλυψε πως ήταν ξανά έγκυος. Οι γιατροί συνιστούσαν να διακόψει την εγκυμοσύνη – δεν είχε πια δυνάμεις, ίσως να μην άντεχε ούτε η ίδια ούτε το μωρό. Ο Βαγγέλης παρακαλούσε μαζί με τους γιατρούς, αλλά η Ειρήνη ανένδοτη. – Το παιδί μου δεν θα το θυσιάσω! Δεν φταίει να μην έρθει στον κόσμο. Ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει, είπε. Εξάλλου όλα είναι στα χέρια του Θεού! Ο τελευταίος μήνας ήταν βαρύς και η Ειρήνη νοσηλεύτηκε. Στο σπίτι ανυπομονούσε η μικρή κι ένας άνδρας που την αγαπούσε όσο τίποτε. Διαισθανόταν το κακό που ερχόταν. Και, δυστυχώς, δεν διαψεύστηκε. Στη γέννα η Ειρήνη δεν τα κατάφερε, σταμάτησε η καρδιά της. Μα πρόλαβε να φέρει στον κόσμο υπέροχα δίδυμα κοριτσάκια. Ο Βαγγέλης βυθίστηκε στη θλίψη. Στο κοιμητήριο έβλεπε το μαύρο χώμα με άδειο και σβησμένο βλέμμα. Όλη του η ζωή με την Ειρήνη περνούσε από τα μάτια του, οι ευτυχισμένες μέρες, το γέλιο της. Στα αυτιά του αντηχούσε η αγαπημένη της φωνή. Ο Βαγγέλης γονάτισε και άρχισε να κλαίει σπαρακτικά. – Πώς, πώς να ζήσω τώρα χωρίς εσένα; Τι να κάνω; Γιατί να συνεχίσω τη ζωή μου; – Τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του, ενώ στην ψυχή του χάσκει το κενό, εκεί που ήταν η καρδιά πήρε θέση μια μαύρη τρύπα. Μετά την κηδεία, βυθίστηκε στο ποτό. Βαρύ, ασταμάτητο, για να μην θυμάται, για να μην ακούει στο μυαλό του τη φωνή και το γέλιο της. Οι γονείς της Ειρήνης πήραν τα κορίτσια κοντά τους. Πίστευαν πως ο Βαγγέλης δεν θα έβγαινε ποτέ απ’ τη θλίψη και δεν θα μπορούσε να είναι καλός πατέρας. Οικογενειακές στιγμές. Στα σαράντα της Ειρήνης, μεθυσμένος πάλι, ο Βαγγέλης κοιμήθηκε στο χωλ. Και είδε ένα όνειρο. Ερχόταν χαμογελαστή στην πόρτα η Ειρήνη, με λευκό φόρεμα, μαλλιά χάλκινα, χυμένα στους ώμους να αστράφτουν στο φως του ήλιου. Ήρθε κοντά του, του χάιδεψε το κεφάλι, και τρυφερά του είπε όπως παλιά: – Βαγγέλη μου, αγάπη μου, τι είναι αυτά που κάνεις; Δεν ντρέπεσαι; – Τα πράσινα μάτια μισόκλειστα, αυστηρά τον μάλωσε με το δάχτυλο. – Τα κορίτσια μας, δεν βλέπουν πια τον πατέρα, στεναχωριούνται. Είσαι απαραίτητος για εκείνες, όπως ήμουν εγώ για σένα. Αν με αγαπάς ακόμα, μην τις εγκαταλείψεις. Αγάπα τες, όπως αγάπησες εμένα! Ξύπνησε ο Βαγγέλης, το μεθύσι έφυγε λες και δεν υπήρχε, ο ήλιος έμπαινε από το παράθυρο και φώτιζε το πρόσωπό του. Μόλις ανέτειλε, πήγε στο σπίτι των γονιών της Ειρήνης, ξυρισμένος, καθαρός, σοβαρός πολύ – με βλέμμα πενήντα χρόνια πιο ώριμο. Φίλησε το χέρι της πεθεράς του, αγκάλιασε τον πεθερό, πήρε τα κορίτσια και τα γύρισε πίσω στο σπίτι του. Από τότε έζησαν οι τέσσερίς τους. Έγινε για τα κορίτσια και μάνα και πατέρας. Έμαθε να μαγειρεύει, να πλένει, να ράβει. Κι όταν έπλεκε κοτσιδάκια, ήταν καλύτερος από κάθε μαμά. Στο σχολείο τις επαινούσαν, άριστες μαθήτριες, πειθαρχημένες, τακτικές. Κι αν ποτέ κάποιος τις πείραζε, ο Βαγγέλης γινόταν γεράκι να τις προστατέψει. Οι γείτονες συχνά ρωτούσαν: – Γιατί δεν ξαναπαντρεύεσαι, Βαγγέλη; Νέος είσαι, όμορφος, γερός. Δες πόσες σε παρακολουθούν. Κι εκείνος απαντούσε έκπληκτος: – Εγώ είμαι παντρεμένος χρόνια τώρα. – Κοιτάξτε, στο σπίτι έχω ήδη τρεις νύφες, και να φέρω άλλη μία; Με τέσσερις δεν τα βγάζω πέρα… Έτσι, ανάμεσα σε αστεία, άγρυπνες νύχτες, άδειο πιάτο και σκληρή δουλειά, μεγάλωσε ο Βαγγέλης τις κόρες του – κούκλες. Κι όταν μεγάλωσαν κι άρχισαν το πανεπιστήμιο, ποτέ δεν ξέχασαν τον πατέρα τους. Σαββατοκύριακα και γιορτές πήγαιναν πάντα όλες μαζί στο πατρικό, να τον βοηθήσουν μέσα–έξω στο σπίτι. Μετά, πάντρεψε τις κόρες του μία–μία. Με κάθε γαμπρό μιλούσε ξεχωριστά, όπως κάποτε είχε κάνει ο πεθερός του με αυτόν. Πάντα ευχόταν στις τρεις του πριγκίπισσες μόνο ευτυχία. Κι όταν πια έγιναν όλες μεγάλες, με τις δικές τους οικογένειες και παιδιά, δεν τον ξέχασαν ποτέ! Σε κάθε γιορτή πήγαιναν όλοι μαζί στο χωριό, να γιορτάσουν με τον πατέρα. Τον αγάπησαν κόρες, εγγόνια και δισέγγονος. Όταν ο Βαγγέλης έκλεισε τα ογδόντα ένα, ήρθε στον ύπνο του ξανά όνειρο. Στεκόταν στο χωράφι, νέος, όμορφος, με μαύρα μαλλιά. Κι έτρεχε προς το μέρος του η Ειρήνη του! Με λευκό φόρεμα, ξυπόλυτη, στο μαλλί της ήλιος λαμπερός, σαν να θέλει να φύγει και να χορέψει στο φως. Άνοιξε τα χέρια του διάπλατα, η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, έτρεμε έτοιμη να σπάσει από χαρά. Συναντήθηκαν, αγκαλιάστηκαν, τον κοίταξε στα μάτια κι απαλά του είπε: – Βαγγέλη μου, ήσουν υπέροχος! Έκανες τα κορίτσια μας να ζήσουν ευτυχισμένες. Όλα τα είδα, κάθε μέρα προσευχόμουν για σένα. Πάμε. Τώρα θα είμαστε πια μαζί. Πήραν ο ένας το χέρι του άλλου κι έφυγαν μες στην πράσινη πυκνή χλόη. Όλη η οικογένεια ήρθε στο χωριό για να τιμήσει τη μνήμη του Βαγγέλη. Οι κόρες έκλαψαν πολύ, ήταν δύσκολο το αντίο, αλλά ήξεραν πως τώρα είναι μαζί με τη μοναδική του αγάπη! Αυτή είναι μια αληθινή ιστορία ενός σπουδαίου πατέρα. Μιας μεγάλης ψυχής! Την έμαθα από τη δική μου γιαγιά. Όλο το χωριό τον ήξερε. Έτσι γίνεται με κάποιους άντρες που διαλέγουν να ζήσουν για τις κόρες τους, κι όχι για τους εαυτούς τους. Ας είναι αιώνια η μνήμη του! Γράψτε στα σχόλια τι πιστεύετε γι’ αυτή την ιστορία. Πατήστε like και ακολουθήστε τη σελίδα για να διαβάζετε νέες ιστορίες!