Πώς να ζήσω χωρίς εσένα τώρα; Τι να κάνω; Γιατί να συνεχίσω να υπάρχω; Τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του, κι η ψυχή του είχε γεμίσει κενό. Εκεί που κάποτε βρισκόταν η καρδιά του, μια μαύρη τρύπα είχε απλωθεί.
Ο Αλέκος είχε ερωτευτεί τη Μαργαρίτα από τα σχολικά του χρόνια. Μικροκαμωμένη, ντελικάτη, με λίγες φωτεινές φακίδες στη μύτη της. Έτσι την είδε για πρώτη φορά, στην έκτη τάξη, και τότε έπεσε στα δίχτυα της αγάπης του βαθιά.
Η Μαργαρίτα ήταν τρία χρόνια μικρότερή του. Πάντα αριστούχος, το φωτεινό αστέρι της τάξης, σεμνή και ντροπαλή.
Χρόνο με τον χρόνο, η καρδιά του Αλέκου πλησίαζε ακόμη περισσότερο προς τη Μαργαρίτα. Την παρατηρούσε στα διαλείμματα, καθώς έπαιζε με τις φίλες της στη σχολική αυλή. Ανέμελη σαν πολύχρωμη πεταλούδα. Ονειρευόταν πως μια μέρα θα γίνονταν ζευγάρι.
Γυρίζοντας από τη θητεία του στο ναυτικό, την ίδια κιόλας μέρα πήγε στη Μαργαρίτα φέρνοντας λουλούδια για να της ζητήσει το χέρι.
Ο πατέρας της Μαργαρίτας ήταν αυστηρός και σοβαρός άνθρωπος. Μίλησε πολλή ώρα με τον Αλέκο στο σαλόνι, ώσπου τελικά, με ένα αχνό χαμόγελο, έδωσε το χέρι της κόρης του στον Αλέκο.
Ο γάμος τους έγινε με κόσμο πολύ και γλέντι δυνατό, όπως τα παλιά χρόνια. Μέχρι και τα πιο μακρινά σόγια κατέφτασαν. Τρεις μέρες διαρκούσαν τα γλέντια και τα τραγούδια. Τα μάτια της Μαργαρίτας έλαμπαν από χαρά, κι ο Αλέκος περηφανευόταν πως τού 'τυχε η πιο όμορφη νύφη του χωριού.
Δυο χρόνια μετά, με τη βοήθεια των γονιών, ο Αλέκος ολοκλήρωσε δικό του σπίτι. Η Μαργαρίτα δεν κρατούσε τη χαρά της τρεις μήνες πριν φέρουν στον κόσμο το πρώτο τους παιδί, μετακόμισαν στο νοικοκυριό τους.
Η κορούλα τους γεννήθηκε και τη βάφτισαν Ειρήνη, στη μνήμη της γιαγιάς της Μαργαρίτας. Το κορίτσι γεννήθηκε γερό κι εύρωστο, μα για τη Μαργαρίτα η γέννα στάθηκε σκληρή δοκιμασία.
Ολόκληρο χρόνο μετά τον τοκετό, η Μαργαρίτα ήταν χλωμή και αδύναμη. Ο Αλέκος την έτρεχε σε γιατρούς, μα όλοι του έλεγαν το ίδιο: ήθελε χρόνο για να δυναμώσει ξανά.
Όταν η μικρή τους έγινε ενάμισι χρόνων, η Μαργαρίτα έμαθε ότι ξανάκυοφορούσε. Οι γιατροί τη συμβούλεψαν να μην κρατήσει το μωρό. Το σώμα της δεν ήταν έτοιμο, ήταν επικίνδυνο για τη ζωή της και το παιδί.
Ο Αλέκος με τους γιατρούς την παρακαλούσαν, αλλά εκείνη έμεινε ανυποχώρητη.
Δικό μου παιδί δεν θα αποχωριστώ! Δεν φταίει η ψυχούλα, που θέλει να 'ρθει στον κόσμο. Ό,τι είναι να γενεί, ας γίνει έλεγε η Μαργαρίτα, η μοίρα είναι στα χέρια του Θεού!
Ο τελευταίος μήνας ήταν μαρτύριο, κι η Μαργαρίτα έμεινε στο νοσοκομείο. Στο σπίτι η μικρή Ειρήνη ανυπομονούσε για τη μητέρα, και ο Αλέκος δεν εύρισκε ησυχία από την αγωνία του.
Ένιωθε πως έρχεται μεγάλη συμφορά. Δεν άργησε να επιβεβαιωθεί. Η Μαργαρίτα δεν άντεξε τη γέννα, κι η καρδιά της σταμάτησε. Όμως την ύστατη στιγμή γεννήθηκαν δίδυμες κορούλες, πανέμορφες.
Ο Αλέκος βυθίστηκε στο πένθος του. Στο νεκροταφείο κοιτούσε το χώμα με βλέμμα γυάλινο, χαμένο.
Όλη του η ζωή με τη Μαργαρίτα περνούσε φευγαλέα μπροστά του: οι ευτυχισμένες μέρες, το χαμόγελό της. Στο αυτί του αντηχούσε το γέλιο της, γλυκό κι ατίθασο. Ο Αλέκος έπεσε στα γόνατα και ξέσπασε σε λυγμούς, σαν πληγωμένο θηρίο.
Πώς να ζήσω χωρίς εσένα τώρα; Τι να κάνω; Γιατί να συνεχίσω; Τα δάκρυά του κυλούσαν κι η ψυχή του κενό.
Μετά την κηδεία, το πένθος τον κυρίευσε για τα καλά. Έπινε για να μην θυμάται, για να σβήσει τη φωνή της, το ελεύθερο γέλιο της.
Οι γονείς της Μαργαρίτας πήραν τις τρεις εγγονές μαζί τους, φοβούμενοι μήπως ο Αλέκος δεν αντέξει και δεν καταφέρει να σταθεί πατέρας.
Στις σαράντα μέρες, ο Αλέκος ξενύχτησε πάλι και, παραμιλώντας από τη στενοχώρια, αποκοιμήθηκε στο κατώφλι. Τότε είδε ένα όνειρο ζωντανό: η Μαργαρίτα μπαίνει στο σπίτι, με άσπρο φόρεμα, τα μαλλιά της χάλκινα και λαμπερά σαν το ηλιοβασίλεμα.
Τον πλησίασε, τον χάιδεψε στο κεφάλι και του μίλησε τρυφερά, όπως παλιά:
Αλέκο, αγάπη μου, τι κάνεις εσύ τώρα; Δεν ντρέπεσαι; Τα μεγάλα πράσινα μάτια της τον καρφώνουν, και το δάχτυλό της τον υποδεικνύει.
Οι κόρες μας έχουν ανάγκη τον πατέρα τους, λείπεις. Τις χρειάζεσαι όσο με ήθελες κι εμένα. Αν με αγαπάς ακόμη, μην αφήσεις τα παιδιά μας δώσε τους την αγάπη σου όπως μου την έδωσες.
Ξύπνησε ο Αλέκος, νηφάλιος, με μια θέρμη στο μάγουλό του απ’ τις αχτίδες του ήλιου που έμπαιναν απ’ το παράθυρο.
Μόλις χάραξε, πήγε στους γονείς της Μαργαρίτας, ξυρισμένος, φροντισμένος, με σοβαρή έκφραση γεμάτη ωριμότητα, σαν γέρος πια.
Φίλησε το χέρι της πεθεράς, αγκάλιασε σφιχτά τον πεθερό του, πήρε τα κορίτσια και γύρισαν στο σπίτι.
Από τότε έμειναν οι τέσσερίς τους. Εκείνος προσπαθούσε να γίνει για τα παιδιά του και πατέρας και μάνα: Έμαθε να μαγειρεύει, να πλένει και να μπαλώνει ρούχα.
Μάλιστα, τα μαλλιά τους τα έπλεκε καλύτερα κι από τις μανάδες! Στο σχολείο μόνο καλούς λόγους είχαν για τα κορίτσια του, κάθε χρόνο άριστες, φρόνιμες κι επιμελείς.
Κι αν ποτέ τις πείραζε κανείς, ο Αλέκος ήταν πάντα εκεί να τις προστατεύσει.
Οι γείτονες τον ρωτούσαν συχνά:
Γιατί δεν ξαναπαντρεύεσαι, Αλέκο; Έχεις τη νιότη, την ομορφιά σου, και την υγεία! Βλέπεις τόσες κοπέλες, όλες σε κοιτούν.
Εκείνος τους κοιτούσε παραξενεμένος κι απαντούσε:
Εγώ είμαι παντρεμένος χρόνια τώρα.
Βλέπετε, στο σπίτι μου έχω ήδη τρεις νύφες· αν φέρω και τέταρτη, πού να τα βγάλω πέρα;
Έτσι, με χαμόγελα, πειράγματα, ξενύχτια, στερήσεις και δουλειά σκληρή, μεγάλωσε ο Αλέκος τις τρεις του πριγκίπισσες.
Όταν τα χρόνια πέρασαν και τα κορίτσια μπήκαν στο λύκειο, η γειτόνισσά του, η Δήμητρα, άρχισε να του κάνει συχνές επισκέψεις: Πότε έφερνε λιαστά μανιτάρια, πότε καπνιστό σκουμπρί. Με κάθε τρόπο προσπαθούσε να τον προσεγγίσει.
Εκείνος κατάλαβε πως δεν θα τον άφηνε ήσυχο με το καλό, αλλά ήθελε να αποφύγει να τη στενοχωρήσει. Μια μέρα την κάλεσε μέσα και της λέει:
Ποιο από τα κορίτσια μου αγαπάς πιο πολύ;
Κι εκείνη του λέει:
Τα παιδιά σου δεν τα χρειάζομαι! Σε λίγο τελειώνουν το σχολείο και θα φύγουν. Εσύ θες να μείνεις για πάντα μόνος; Εγώ εσένα αγαπώ, όχι τις κόρες σου!
Ο Αλέκος σοβάρεψε:
Να, ορίστε τη φωτογραφία μου, της λέει, πάρε να με αγαπάς στο σπίτι όσο θέλεις!
Έφυγε η Δήμητρα, με τη φωτογραφία στον κόρφο και την καρδιά γεμάτη απογοήτευση.
Τα κορίτσια τέλειωσαν το λύκειο και πέρασαν στο πανεπιστήμιο, όμως τον πατέρα δεν τον ξέχασαν ποτέ. Κάθε Σαββατοκύριακο γυρνούσαν στο χωριό να τον βοηθήσουν στη γη και στο σπίτι.
Ύστερα, ήρθε ο καιρός να παντρέψει τα παιδιά του. Για κάθε γαμπρό μιλούσε χωριστά, όπως ο πεθερός του είχε κάνει με εκείνον. Πάντα ευχόταν στις τρεις του πριγκίπισσες μονάχα χαρά και αγάπη.
Έγιναν γυναίκες ώριμες, με δικά τους νοικοκυριά, παιδιά και προβλήματα. Όμως, τον πατέρα τους δεν τον ξέχασαν ποτέ.
Κάθε γιορτή, κάθε μεγάλη μέρα, έπαιρναν τα δικά τους παιδιά, και όλοι μαζί επισκέπτονταν τον Αλέκο στο πατρικό. Τον αγαπούσαν οι κόρες του, τα εγγόνια και ο μικρός δισέγγονος.
Όταν ο Αλέκος έκλεισε τα ογδόντα του ένα χρόνια, του φανερώθηκε η Μαργαρίτα στο όνειρο.
Στεκόταν σ ένα λιβάδι, νέος, λεβέντης, τα μαλλιά του μαύρα και πλατιά οι ώμοι του. Απέναντί του έτρεχε η Μαργαρίτα του!
Με άσπρο φόρεμα, ξυπόλητη, κι οι μπούκλες της γεμάτες ήλιο φωτεινό.
Άνοιξε τα χέρια του διάπλατα, κι η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, έτοιμη να σπάσει. Συναντήθηκαν, αγκαλιάστηκαν, κι η Μαργαρίτα σήκωσε τα μάτια της και του είπε:
Αλέκο, αγαπημένε μου, μπράβο σου! Έδωσες στα κορίτσια μας ευτυχισμένη ζωή. Όλα τα είδα. Κάθε μέρα προσευχόμουν από ψηλά για σένα τον πήρε γλυκά απ το χέρι.
Έλα. Από τώρα για πάντα μαζί.
Περπάτησαν μεσ το χορτάρι, χέρι-χέρι, στο φως.
Όλη η οικογένεια μαζεύτηκε να τιμήσει τη μνήμη του Αλέκου. Οι κόρες του πόνεσαν βαθιά για το χαμό, όμως κάθε μία ένιωσε πως βρήκε πια τον δρόμο του ο πατέρας της στο πλευρό της αγάπης του!
Αυτή είναι η αληθινή ιστορία ενός σπουδαίου πατέρα που έδωσε τα πάντα για τις κόρες του. Όλο το χωριό τον θυμάται με τιμή. Έτσι γίνεται καμιά φορά: ο άνθρωπος διαλέγει μια ζωή θυσίας για την οικογένεια, όχι για τον εαυτό του. Ας είναι αιωνία του η μνήμη!



