Αθήνα, 28 Μαρτίου
Δεν νομίζω ότι είναι υποχρέωσή μας να συντηρούμε τον κουνιάδο μου και την οικογένειά του, ούτε να τους νοικιάζουμε διαμέρισμα. Να ξεκαθαρίσω από την αρχή ότι το διαμέρισμα με τα τρία δωμάτια στο οποίο ζούμε είναι δικό μου. Το είχα αγοράσει όταν ήμουν ακόμα μόνη μου σε τραγική κατάσταση για να φανταστείτε, η πόρτα απλώς ακουμπούσε στο πλαίσιο! Το σημαντικό όμως ήταν ότι το πήρα σε καλή τιμή, κι έκανα σιγά σιγά όλες τις ανακαινίσεις και τις βελτιώσεις. Αυτό όμως είναι άλλη ιστορία.
Όταν γνώρισα τον άντρα μου, είχα φτιάξει ήδη δύο δωμάτια κι είχα αγοράσει και κάποια έπιπλα. Το σπίτι είχε γίνει αρκετά ζεστό κι ευχάριστο. Ο Πέτρος ήταν όμορφος, ειλικρινής, και ζούσε σε ενοικιαζόμενη γκαρσονιέρα στα Πατήσια. Μετά από μερικούς μήνες, μετακόμισε σ εμένα. Μετά το γάμο, διαμορφώσαμε το ένα δωμάτιο για τα παιδιά κι εγώ γέννησα πρώτα τον Γιώργο και μετά τη μικρή Καλλιόπη.
Όλα κυλούσαν όμορφα ώσπου, ένα βράδυ φθινοπώρου, η οικογενειακή μας ηρεμία ανατράπηκε από τη μητέρα του Πέτρου. Εκείνη τη μέρα ήρθε κουβαλώντας βαλίτσες, μες στα δάκρυα:
Μπορώ να μείνω λίγο μαζί σας; Ο μικρός μου γιος έφερε μια φίλη στο σπίτι. Ίσως δεθούν και παντρευτούν, να ζήσουν μαζί μέχρι τα βαθιά τους γεράματα… Δεν θα καθίσω πολύ, θα βοηθάω, θα πηγαίνω τα παιδιά στον παιδικό, θα μαγειρεύω. Δεν έχω κανέναν άλλον εκτός από σένα!
Έκλαιγε και δεν άντεξα, την άφησα να περάσει. Της έδωσα το μεγαλύτερο δωμάτιο. Η πεθερά ήταν πια συνταξιούχος· φρόντιζε τα παιδιά, όπως υποσχέθηκε, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ σπίτι της, αφού ο μικρός της γιος είχε εγκατασταθεί εκεί με την καινούρια σύζυγο και τα δύο παιδιά της: το ένα δικό τους, το άλλο δικό της από προηγούμενο γάμο.
Πριν χρόνια, ο κουνιάδος παντρεύτηκε τη Χρυσαυγή μόλις τελείωσε το λύκειο. Πούλησαν οι πεθεροί το παλιό τους διαμέρισμα στο Παγκράτι και με τα χρήματα αγόρασαν μια γκαρσονιέρα για τους ίδιους και ένα δυάρι για τον γιο τους. Λίγο αργότερα ο πεθερός αρρώστησε και έφυγε από τη ζωή.
Ο κουνιάδος και η πρώτη του σύζυγος απέκτησαν δύο παιδιά πριν χωρίσουν. Εκείνος παραχώρησε το διαμέρισμα στην οικογένειά του, και τώρα η πρώην του μένει εκεί με τον καινούριο άντρα και τα τρία τους παιδιά. Μετά το διαζύγιο, ο κουνιάδος επέστρεψε στη μητέρα του.
Μαμά, θα μείνω μαζί σου, τώρα που είμαι „ελεύθερος”… Έχω όνειρα! Κάπου θα βρω να μείνω, θα τα καταφέρω! της έλεγε. Φυσικά τίποτα δεν πήγε όπως ήλπιζε. Λίγους μήνες μετά, κουβάλησε τη νέα του αγαπημένη κι εγκαταστάθηκαν όλοι μαζί στη γκαρσονιέρα της πεθεράς.
Η πρώην γυναίκα του κουβαλούσε και τα παιδιά κι από τον πρώτο της γάμο, και τα καινούρια, κάθε σαββατοκύριακο στο σπίτι μας. Κάθε Σάββατο και Κυριακή, ένα αληθινό πανηγύρι!
Μετά από έναν χρόνο, είπα στην πεθερά πως πρέπει να σκεφτεί μια λύση να μείνει αλλού. Πάλι έβαλε τα κλάματα, υστερία…
Αναγκάστηκα να μιλήσω στον κουνιάδο: πως είναι ώρα να αφήσει το διαμέρισμα της μάνας του. Εκείνος αρνήθηκε πεισματικά να φύγει έχει λέει παιδιά και μικρό μισθό, δεν μπορεί να πληρώνει νοίκι. Τι να έκανα εγώ στην κατάσταση αυτή;
Τον τελευταίο καιρό, η σχέση με τη μητέρα του Πέτρου χάλασε πολύ. Ούτε που θέλω να γυρίζω σπίτι μετά τη δουλειά. Τελικά, ζήτησα από τον Πέτρο να φροντίσει αυτός για το σπίτι της μητέρας του αλλιώς θα ζητήσω διαζύγιο.
Τα λόγια μου τον σόκαραν δεν ήξερε πού μπορεί να βάλει τη μητέρα του, αλλά προφανώς δεν θα την πετούσε στον δρόμο.
Του είπα να της νοικιάσουμε ένα διαμέρισμα έχουμε τα χρήματα (ευτυχώς!) αλλά εκείνη αρνήθηκε. Επέμενε πως πρέπει να νοικιάσουμε δυάρι για τον κουνιάδο και την οικογένειά του, ενώ εκείνη θα γυρνούσε πάλι σε εμάς.
Το θεώρησα ανήκουστο κι της ξεκαθάρισα: αν δε φύγει μέσα σε μία εβδομάδα, θα της βγάλω τα πράγματά της έξω από την πόρτα. Τι επιλογές έχω πια;
Δεν πιστεύω ότι είμαστε υποχρεωμένοι να συντηρούμε την οικογένεια του κουνιάδου μου, ούτε φυσικά και να τους προσφέρουμε στέγη.






