Άκου να δεις τι μας έτυχε! Ήταν καλοκαίρι του 1975 όταν αποφασίσαμε να μετακομίσουμε από το χωριό στην πόλη. Με τα πολλά, αγοράσαμε ένα σπιτάκι στα περίχωρα της Αθήνας, κάπου στα Δυτικά Προάστια, εκεί που ακόμη τότε υπήρχε αρκετό χωράφι γύρω γύρω. Όπως φαντάζεσαι, τότε ο κόσμος ήταν ακόμα πολύ δεμένος, όλοι βοηθούσαν τους πάντες χωρίς δεύτερη σκέψη κι οι δικοί μου, αυτοί ήτανε άνθρωποι της προσφοράς.
Μόλις λοιπόν αγοράσαμε το σπίτι, οι παλιοί ιδιοκτήτες μας ζήτησαν να μείνουν για κάποιες εβδομάδες ακόμα, μέχρι να τακτοποιήσουν κάτι χαρτιά με το συμβολαιογράφο. Η μαμά κι ο μπαμπάς, χωρίς δεύτερη σκέψη, είπαν εννοείται, να βοηθήσουμε.
Το θέμα ήταν πως αυτοί είχαν έναν σκύλο, το Θησέα τον λέγανε, ένα τεράστιο μαύρο λυκόσκυλο, που δε σήκωνε πολλά πραγματικά φοβερός, όσο και αν τους αγαπούσε. Τον φοβόμασταν όλοι, δεν ήθελε πολλά-πολλά με αγνώστους, ούτε με παιδιά.
Περνάει η μια εβδομάδα, περνάει η δεύτερη, φτάνουμε και στην τρίτη και οι άνθρωποι αυτοί, έλυναν κι έδεναν μέσα στο σπίτι, το οποίο είχαμε αγοράσει εμείς με όλα τα ευρώ μας. Για να καταλάβεις, κοιμόντουσαν μέχρι το μεσημέρι, δεν κουνιούνταν από τον καναπέ και ήταν σαν να μην είχαν καμία βιασύνη να φύγουν. Ειδικά η μάνα του πρώην ιδιοκτήτη, η κυρία Ευανθία, φερόταν λες κι ακόμα της ανήκε το οίκημα!
Οι δικοί μου, βέβαια, τους το υπενθύμιζαν σχεδόν κάθε μέρα: „Να μην το ξεχνάμε, έτσι είχαμε συμφωνήσει!” Όμως εκείνοι όλο δικαιολογίες έβρισκαν για να μείνουν λίγο ακόμα.
Κάθε μέρα, ο Θησέας είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος της γειτονιάς. Τον άφηναν ελεύθερο να κάνει τη βόλτα του και, εκτός που τα έκανε παντού στην αυλή, τα αδέλφια μου είχαν φρικαριστεί τόσο που δεν ήθελαν να βγαίνουν έξω. Καταλαβαίνεις, όποτε έβγαινε κάποιος μικρός, ο σκύλος ορμούσε γεμάτος ένταση. Η μαμά και ο μπαμπάς τους είχαν παρακαλέσει άπειρες φορές να τον κρατούν μέσα ή, τουλάχιστον δεμένο, αλλά τίποτα κάθε φορά που έφευγε ο μπαμπάς πρωί για τη δουλειά και τα αδέρφια μου για το σχολείο, αμάν και ο Θησέας έξω πρωινιάτικα.
Και κάπως έτσι, τελικά ο ίδιος ο Θησέας έμελλε να ξυπνήσει τα αίματα του μπαμπά και να μας λυτρώσει όλους από αυτή την αμηχανία.
Μια μέρα, η μικρή μου αδερφή, η Δανάη, γύρισε νωρίτερα από το σχολείο και, πάνω στη βιασύνη της, ξέχασε τον Θησέα. Μπαίνει στην αυλή, ανοίγει την καγκελόπορτα, και λίγα δευτερόλεπτα μετά ακούγεται ένα ουρλιαχτό ο Θησέας την έριξε κάτω! Ευτυχώς, φορούσε το παλιό χοντρό της μπουφάν, αυτό που ήταν κάπως σαν παλτό για χιονισμένα βουνά, κι έτσι της ξέσχισε μόνο το ρούχο, όχι τίποτα χειρότερο. Όρμηξαν όλοι έξω, έβαλαν το Θησέα στη λυσίδα του και φυσικά έριξαν το φταίξιμο στη Δανάη, που τάχα γύρισε νωρίς!
Το βράδυ, όμως, γύρισε ο μπαμπάς εκνευρισμένος από τη δουλειά (τότε δούλευε σε ένα εργοστάσιο στη Δραπετσώνα) και χωρίς πολλά-πολλά άρχισε το ξεκαθάρισμα: πήγε κατευθείαν στη κυρία Ευανθία, χωρίς να βγάλει καν το σακάκι, και με τρόπο που δεν σήκωνε αμφισβήτηση την έβγαλε στην αυλόπορτα. Η κόρη με τον άντρα της, μόλις είδαν τη σκηνή, κατέβηκαν τρέχοντας τις σκάλες, ούτε που περίμεναν ν’ ακούσουν δεύτερη κουβέντα. Μέσα σε δέκα λεπτά, τα συμπράγκαλά τους είχαν πεταχτεί κυριολεκτικά έξω παπούτσια, κατσαρόλες, μαξιλάρια όλα στο πεζοδρόμιο, μες στη μούχλα και το νερό.
Πήγαν να εξαγριώσουν και τον Θησέα εναντίον του μπαμπά, αλλά ο σκυλάρας, μόλις είδε τις φωνές και το χαμό, έβαλε την ουρά στα σκέλια και πήγε στη σκυλόσπιτό του, τελείως αδιάφορος στις ορμήνιες. Μέσα σε μια ώρα, όλα τα πράγματά τους ήταν έξω, η αυλόπορτα κλειδωμένη κι ο Θησέας, στον κήπο από την απέναντι μεριά, παρέα με τους δικούς του και τα ρέστα των μεζέδων που του έδωσαν στο αποχαιρετιστήριο.
Κανονική ελληνική κωμωδία, να 'χεις να λες!






