Η μνήμη του πατέρα, προδομένη.
Η Λητώ Παναγιωτάκη περιπλανιόταν στους υγρούς δρόμους της Νέας Σμύρνης πάνω από μία ώρα, αν και το φούρνο απείχε μόλις πέντε λεπτά από το διαμέρισμά της, αλλά αυτό το απόγευμα όλα έμοιαζαν ιδιαίτερα θλιμμένα και βαριά, σαν ένα σκοτεινό σύννεφο να είχε καθίσει πάνω στην καρδιά της. Δεν ήθελε καθόλου να επιστρέψει σπίτι, εκεί όπου την περίμενε μόνο ένα βρασμένο μπρίκι, τα άπλυτα πατώματα και ο λαίμαργος, υπέρβαρος γάτος της, ο Απόλλωνας, που έχει γίνει η μόνη της παρέα τα τελευταία χρόνια, αν εξαιρέσεις την τηλεόραση, που άφηνε ανοιχτή από το χάραμα μέχρι να πέσει για ύπνο. Οι φωνές των παρουσιαστών δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση ότι υπήρχαν και άλλοι ζωντανοί άνθρωποι τριγύρω.
Τα πόδια της πονούσαν, το γόνατο την τσιμπούσε ενοχλητικά, ο καιρός υγρός, μα εκείνη βγήκε ξανά στη μικρή παιδική χαρά της πλατείας, παρότι όλες οι κούνιες και τα παγκάκια ήταν μουσκεμένα. Κάθισε στην άκρη ενός παγκακιού προστατευμένη από τις σταγόνες με ένα ανισόρροπο, σκουριασμένο υπόστεγο, χώνοντας τα χέρια βαθύτερα στις τσέπες του παλιού της παλτό το ίδιο σκούρο καμηλό, το οποίο φορούσε τουλάχιστον επτά χρόνια, αφού καινούριο δεν είχε νόημα να αγοράσει.
Κάποτε, όταν ζούσε ακόμη ο άντρας της, ο Ανδρέας, η ζωή ήταν αλλιώτικη. Γεμάτη θόρυβο, ένταση και, καμιά φορά, υπερβολικά στενή, αφού δύο παιδιά μεγάλωναν σε ένα μικρό διαμέρισμα: ο μεγάλος, ο Σπύρος, και η μικρή, η Δανάη. Όμως τώρα μεγάλωσαν και οι δύο, ο Ανδρέας έφυγε πριν δεκαπέντε χρόνια, και χωρίς να καταλάβει πώς, εκείνοι στους οποίους είχε δώσει την ψυχή της, πέταξαν μακριά κι έφτιαξαν δικά τους σπίτια, πολύ μακριά απ τη γειτονιά της.
Ο Σπύρος με τη γυναίκα του και τα δυο αγοράκια τους μένουν τώρα στη Θεσσαλονίκη, ενώ η Δανάη έφυγε στην Πάτρα, παντρεύτηκε κάποιον ελπιδοφόρο προγραμματιστή, και πάνε τη μια για επαγγελματικά ταξίδια, την άλλη για διακοπές στο εξωτερικό. Τη μάνα τους τη θυμούνται σχεδόν μόνο σε γιορτές, στέλνοντας τυπικά μηνύματα του στιλ «χρόνια πολλά, μαμά, φιλάκια» και φωτογραφίες εγγονιών που έμοιαζαν ξένοι, μακρινοί παιδιά που δεν ήρθαν ποτέ να περάσουν καλοκαίρι στο σπίτι της γιαγιάς τους, αφού έχουν summer camp, φροντιστήρια, ή μαθαίνουν ισπανικά και πιάνο.
Η Λητώ αναστέναξε και παρατήρησε μια χοντρή γκρίζα καρακάξα να χοροπηδάει σε μια λακκούβα ψάχνοντας κάτι να φάει. Παλιά νόμιζε πως τα παιδιά θα είναι η στήριξή της στα γεράματα, πως θα είναι γεμάτο το σπίτι με εγγόνια να γελάνε και να μαλώνουν, όμως η πραγματικότητα είχε άλλη γεύση πιο στεγνή, πιο απλή: ο Σπύρος τηλεφωνούσε μία φορά τον μήνα, αν θυμόταν, και πάντα έλεγε τα ίδια: «Μαμά, πώς είσαι; Εμείς στο τρέξιμο, τα μικρά με πυρετό, βλέπεις…». Η Δανάη απ την άλλη θεωρούσε πως αν έστελναν λίγα ευρώ στην κάρτα της (πάντα σε ευρώ όχι δραχμές, που της άρεσε να σκέφτεται στα νιάτα της) αυτά αρκούσαν ως ενδιαφέρον.
Το σύνταξιμο της μέρας έμοιαζε με ατελείωτη λούπα: πρωί, ξύπνημα, απαραίτητη τηλεόραση, τάισμα του Απόλλωνα, βράσιμο αυγού ή κουάκερ, μετά πάλι τηλεόραση, μεσημεριανό, και το βράδυ μια σύντομη βόλτα, ύστερα ύπνος. Κάποιες φορές η Λητώ έπιανε τον εαυτό της να μιλάει στις ειδήσεις ή σε διαφημίσεις, να κάνει παρατηρήσεις μεγαλόφωνα ή και να τσακώνεται με παρουσιαστές. Ο γάτος Απόλλωνας την κοίταζε μισόκλειστα και γουργούριζε βαριεστημένα, πριν γυρίσει πλευρό.
Εκείνο το βράδυ δεν ήθελε καν να γυρίσει πίσω σπίτι, κι ας άρχισε να ψιλοβρέχει. Τυλίχτηκε καλύτερα στο παλτό και τράβηξε το πλεκτό σκουφάκι της πιο χαμηλά στο μέτωπό της, αποφασισμένη να ξανακάτσει προς τα έξω.
Λητώ; ακούστηκε μια φωνή από δίπλα. Εσείς είστε, κυρία Πανιωτάκη;
Τρόμαξε λίγο και σήκωσε το βλέμμα. Βλέπει πλάι της τον κύριο Δημήτρη Καλυβιώτη, λίγο καμπουριασμένο, με το λαδί του παλιό μπουφάν και το καπέλο του, γκριζαρισμένους κροτάφους και γλυκά, απαλά γκρίζα μάτια. Τον αναγνώρισε αμέσως. Έμενε στη διπλανή πολυκατοικία, περπατούσε κι εκείνος με μπαστούνι, κάποιες φορές ανταλλάζανε ευχές για τον καιρό στην είσοδο της πολυκατοικίας.
Εσείς, κύριε Δημήτρη; απόρησε η Λητώ. Με τέτοια βροχή, έξω; Θα κρυώσετε…
Κι εσείς; αποκρίθηκε χαμογελώντας, και κάθισε στην άκρη του παγκακίου αφού πρώτα στρώσει μια σελίδα εφημερίδας, που έβγαλε από την πλαστική του σακούλα. Σας βλέπω εδώ και ώρα απ’ το παράθυρο μου. Κάτι με τραβούσε να βγω να ρίξω μια ματιά. Είπα, μήπως δεν αισθανόσασταν καλά…
Όχι, καλά είμαι, απάντησε εκείνη κουρασμένα. Απλά… δεν μου κάνει καρδιά να πάω σπίτι. Πνίγομαι, ξέρετε. Μια απέραντη μοναξιά.
Το ξέρω, έγνεψε ο Δημήτρης σοβαρά, βγάζοντας ένα φλασκί από την εσωτερική τσέπη. Λικέρ μαστίχα, διευκρίνισε με βλέμμα πονηρό. Για τη διάθεση. Θέλετε; Συνήθως δεν πίνω, αλλά… με τέτοιες νύχτες είναι το καλύτερο θερμαντικό.
Η Λητώ σκέφτηκε να αρνηθεί, όμως ύστερα χαμογέλασε αχνά: Τι να χάσει πλέον; Πήρε το φλασκί, ρούφηξε μια μικρή γουλιά. Το οινόπνευμα τη ζέστανε στιγμιαία καθώς κατέβαινε στον λαιμό της.
Ευχαριστώ, του το επέστρεψε. Εσείς, μόνος;
Μόνος, είπε ο Δημήτρης και ψιλοχαμογέλασε πικρά. Η γυναίκα μου έφυγε πριν τρία χρόνια. Οι γιοι μου στη Λάρισα δουλειές, οικογένειες. Έρχονται δυο φορές το χρόνο, τηλεφωνούν κάθε Κυριακή. Αυτά είναι. Εσείς;
Τα παιδιά μακριά, απάντησε γρήγορα η Λητώ. Δεν παίρνουν τηλέφωνο συχνά. Ο Ανδρέας… λείπει πολλά χρόνια.
Κατάλαβα. Ίδια κατηγορία, λοιπόν. Δύο μοναχικοί άνθρωποι στην πλατεία.
Η σιωπή που ακολούθησε, με τον ήχο της βροχής να χτυπάει τα φθηνά αλουμίνια του παγκακίου, ήταν για κάποιο λόγο γλυκιά και όχι θλιβερή, σαν να γνωρίζονταν μια ζωή και δεν είχαν ανάγκη από κουβέντες.
Ξέρετε, σας τσεκάρω καιρό, εξομολογήθηκε ξαφνικά ο Δημήτρης, παραξενεμένος με τον δικό του αυθορμητισμό. Πάντα προσεγμένη, περπατάτε τακτικά γύρω από την πλατεία, πάντα μόνη. Ήθελα να σας προσεγγίσω, αλλά κάτι με κράταγε. Απόψε το πήρα ως σημάδι να κάθεστε κάτω από τη βροχή, ακίνητη, σαν άγαλμα.
Η Λητώ κατέβασε τα μάτια της.
Με προσέχατε;
Τι άλλο να κάνω; χαμογέλασε μελαγχολικά. Παρατηρώ απ το παράθυρο, πότε βγαίνετε, πότε επιστρέφετε. Σκέφτομαι, αν μια μέρα δεν σας δω, ανησυχώ.
Παράξενο είναι, του είπε, αλλά αισθάνθηκε μια απίθανη ελαφράδα μέσα της, σχεδόν ανακούφιση. Κάποιος τη σκεφτόταν, κάποιος την περίμενε.
Λοιπόν, γιατί να μη βγαίνουμε μαζί για περιπάτους; πρότεινε ο Δημήτρης. Είναι καλύτερα και πιο ασφαλή και για τους δυο.
Θα με προστατεύσετε κι από τις καρακάξες; γέλασε η Λητώ μετά από πολύ καιρό.
Κι απ αυτές, κι απ όλα, της απάντησε και της έδωσε το χέρι.
Σύμφωνοι, αποκρίθηκε εκείνη, με ένα σχεδόν παιδικό χαμόγελο.
Από κείνο το βράδυ, κάτι άλλαξε. Συνάντιονταν κάθε απόγευμα εκτός από τις μέρες που ο καιρός ξεφούσκωνε εντελώς και έκαναν βόλτες γύρω από το άλσος. Εκείνος ήταν παλιός μηχανικός, με χρόνια δουλειάς στα ναυπηγεία, αργότερα μαγεμένος από την Ιστορία και συλλέκτης βιβλίων και εφημερίδων. Εκείνη, παλιά λογίστρια σε εταιρεία, δεν μπορούσε να καταλάβει όλα τα ιστορικά, αλλά ήξερε να ακούει. Εκείνος λάτρευε τις ιστορίες της από τα χρόνια του Ανδρέα, τα παιδιά, τις ανησυχίες της.
Οι βραδιές τους τραβούσαν ως αργά. Στο διαμέρισμα της Λητώς τα πράγματα έγιναν αλλιώς: συνήθιζε πια κάθε απόγευμα να σκέφτεται τι θα του ετοιμάσει. Έφτιαχνε τυρόπιτες, ο Απόλλωνας γινόταν πιο τρυφερός με τις μυρωδιές της κουζίνας.
Ένα βράδυ, ο Δημήτρης έμεινε για πρώτη φορά. Η κουβέντα ξεχείλωσε, πέρασε η ώρα, και όταν η Λητώ του είπε «Μείνε, έχει καναπέ-κρεβάτι στο σαλόνι», δεν χρειάστηκε δεύτερη παρότρυνση.
Έτσι έμεινε. Μια φορά την εβδομάδα, μετά δύο, ώσπου ήρθε χωρίς λόγια με μια βαλίτσα, οδοντόβουρτσα, παντόφλες.
Πρωινά ξύπναγαν μαζί, ο Δημήτρης έκανε καφέ στην κουζίνα, ο Απόλλωνας κουβαλούσε την ουρά του ψηλά και γουργούριζε. Η τηλεόραση ξεχάστηκε σχεδόν, μόνο καμία παλιά ταινία ή ειδήσεις παρακολουθούσαν.
Να κάνουμε αύριο γεμιστά; του πρότεινε μια μέρα.
Θα φέρω εγώ τον κιμά, εσύ τα ρύζια, της απάντησε, κι η μέρα τους πλημμύρισε ήλιο και μυρωδιές.
Το μόνο που βάραινε τη χαρά της ήταν ο λογισμός των παιδιών. Δεν τολμούσε να τους μιλήσει για τον Δημήτρη ήξερε πως και οι δύο λάτρευαν τον Ανδρέα· ήρωα στα μάτια τους. Φοβόταν πως θα δουν τον νέο σύντροφο σαν προδοσία. Είχαν περάσει δεκαπέντε χρόνια, μα ο Σπύρος ιδιαίτερα αναφερόταν διαρκώς στον πατέρα του: «Ο μπαμπάς θα το έκανε έτσι, ο μπαμπάς σίγουρα θα συμφωνούσε».
Ο Δημήτρης το ένιωθε.
Λητώ μου, ό,τι θέλεις κάνε, της έλεγε. Εγώ θα περιμένω, όταν νιώσεις έτοιμη.
Κι ο καιρός έτρεχε και πλησίαζε η γιορτή της Λητώς, που τα παιδιά αποφάσισαν ξαφνικά να τη δουν: «Μαμά, ερχόμαστε για το γενέθλιό σου, όλοι μαζί, πες τι θες να σου φέρουμε», έγραψε ο Σπύρος στο Viber. Χάρηκε στην αρχή, μετά την έπνιξε ο πανικός.
Δημήτρη, του είπε, έρχονται όλα τα παιδιά για τρεις μέρες, κι εγώ δεν ξέρω τι να κάνω…
Τους γνωρίζεις, απλά. Δεν είμαστε πιτσιρίκια, να ντραπούμε.
Είναι δύσκολο, μουρμούρισε. Τον πατέρα τους τον έχουν ήρωα…
Και λοιπόν; τη ρώτησε ήσυχα.
Σε παρακαλώ. Μήπως να μείνεις στο σπίτι σου δυο μέρες; Να τους μιλήσω με ηρεμία και μετά σε γνωρίσουν σιγά-σιγά.
Ο Δημήτρης χαμήλωσε το βλέμμα και μετά από λίγο απάντησε, κουρασμένος:
Δηλαδή πρέπει να κρυφτώ σαν ένοχος; Σε αγαπάω γι αυτό, αλλά δεν θέλω να κρυβόμαστε. Εντάξει, αν είναι ανάγκη, φεύγω προσωρινά.
Την επόμενη μέρα, μάζεψε πράγματα και ξεκίνησε για το διαμέρισμά του. Η Λητώ νιώθοντας το σπίτι άδειο κι αβάσταχτο μέσα σε λεπτά. Ο Απόλλωνας γύριζε τις γωνιές ψάχνοντας τον Δημήτρη, γουργουρίζοντας με παράπονο.
Τα παιδιά έφτασαν νωρίς το πρωί του Σαββάτου. Ο Σπύρος με τη γυναίκα και τα δύο αγόρια ήρθαν με το αυτοκίνητό τους, η Δανάη και ο άντρας της με τη μικρή Ίριδα με ταξί. Το σπίτι γέμισε φωνές, φούρια, χρώματα.
Όταν το βράδυ τα παιδιά κοιμήθηκαν, η Λητώ κάλεσε Σπύρο και Δανάη στην κουζίνα.
Έχω κάτι σοβαρό να σας πω, ξεκίνησε, η καρδιά της χτυπούσε σα μαράκες. Έχω γνωρίσει ένα άνθρωπο. Τον Δημήτρη Καλυβιώτη. Εδώ και μισό χρόνο ζούμε μαζί.
Σιωπή βαριά σαν πέτρα. Ο Σπύρος προσπαθούσε να χωνέψει το καφέ, η Δανάη με τον τέλειο γαλλικό της μανικιούρ, στήριζε τα χέρια στο τραπέζι και την κοιτούσε παγωμένα.
Ζεις με άλλον άντρα στο σπίτι του πατέρα μας; είπε ψυχρά η Δανάη.
Δεν είμαι πια παιδί, ψέλλισε η Λητώ. Έχω δικαίωμα στην ευτυχία…
Πρόδωσες τη μνήμη του πατέρα! φώναξε ο Σπύρος. Εκείνος έζησε για σένα!
Σπύρο, ηρέμησε, ψιθύρισε η Δανάη. Μαμά, θα έπρεπε να μας ρωτήσεις!
Να σας ρωτήσω με ποιον θα μοιραστώ το υπόλοιπο της ζωής μου; Η φωνή της Λητώς είχε σπάσει.
Οι γιαγιάδες μας δεν έκαναν έτσι, γρύλισε ο Σπύρος. Είσαι γιαγιά πια!
Είμαι και άνθρωπος! φώναξε η Λητώ. Ο Δημήτρης είναι καλός άνθρωπος!
Αν συνεχίσεις μαζί του, δεν θέλω να ξανακούσω για σένα! έκοψε κοφτά ο Σπύρος. Ούτε τα παιδιά μου δεν θα ξανάρθουν!
Ή εμείς ή αυτός, έσπευσε να συμφωνήσει και η Δανάη.
Η Λητώ έμεινε καταρρακωμένη στην κουζίνα, τα δάκρυα να τρέχουν αθόρυβα. Η νύχτα πέρασε αϋπνία στο μυαλό της η αγκαλιά του Δημήτρη στην κουζίνα με το γάτο να γουργουρίζει, κι οι σκληρές φάτσες των παιδιών της. Το πρωί ο Σπύρος ανακοίνωσε πως φεύγουν.
Οι φωνές, τα γέλια, τα αρώματα χάθηκαν. Στάθηκε στη μέση της άδειας εισόδου, κοιτώντας τα κουτιά με τα δώρα.
Όλο το απόγευμα έμεινε στο σκοτάδι. Όταν νύχτωσε, πήρε τηλέφωνο τον Δημήτρη.
Μην ξαναέρθεις, Δημήτρη, κατάφερε να ψελλίσει. Δεν θα ξαναβρεθούμε…
Λητώ, σε εκβιάζουν, το καταλαβαίνεις; ο Δημήτρης ανήσυχος.
Είναι τα παιδιά μου, αναστέναξε. Εσύ καλός είσαι, αλλά… δεν μπορώ, συγγνώμη.
Έκλεισε το τηλέφωνο. Έκλαιγε όλη νύχτα στην αγκαλιά του Απόλλωνα.
Πέρασαν δυο μήνες. Η Λητώ ξανά μόνη, τηλεόραση δυνατά, φαγητό μόνο για δύο. Ο Απόλλωνας παραπονιόταν. Τα παιδιά τη θυμόντουσαν ακόμα λιγότερο.
Μια μέρα, ανεβαίνοντας σπίτι, τη σταμάτησε η κ. Ελένη από τον τέταρτο.
Δεν βλέπω πια τον Δημήτρη, της είπε. Αρρώστησε, ξέρετε; Χλωμός, βραχνός.
Η Λητώ ένιωσε τη γη να φεύγει κάτω απ τα πόδια της. Άρπαξε το κινητό της και τον πήρε ξανά.
Εγώ είμαι, ψιθύρισε. Είμαι έτοιμη να έρθω τώρα, μ ακούς;
Στάθηκε μπροστά του στην πόρτα του, έτοιμη να δει όχι μόνο το πρόσωπο που αγαπούσε αλλά και τη μοίρα της. Τον αγκάλιασε για ώρα ατέλειωτη.
Δεν θα με ξαναφήσεις, του είπε και του ετοίμασε φαγητό.
Το άλλο πρωί πήρε τον Σπύρο.
Παιδιά, κάντε ό,τι θέλετε, είπε υπερήφανα. Θα είμαι με τον Δημήτρη. Δεν προδίδω κανέναν – ζωντανή είμαι ακόμα, όχι σκιά. Αν δεν με θέλετε, έτσι να ναι. Αλλά θα μείνω με αυτόν που με χρειάζεται, κι εγώ τον ίδιο. Εσείς, αν θέλετε βλέπουμε ο ένας τον άλλο, αν όχι, η τύχη το έγραψε. Εγώ σας αγαπώ, αλλά δεν θα διαπραγματευτώ τη ζωή μου.
Τις επόμενες μέρες έλαβε μήνυμα της Δανάης: «Μαμά, κάναμε μια κουβέντα. Δεν μας αρέσει, αλλά αν έτσι είσαι καλύτερα, έλα να δεις τα εγγόνια όταν θες. Μόνο άφησέ μας απ’ έξω για τον Δημήτρη, μας ενοχλεί».
Έκλεισε το τηλέφωνο. Ήξερε ότι η τέλεια αποδοχή δεν θα ερχόταν, αλλά τούτο ήταν ήδη νίκη της. Το κύμα της μοναξιάς είχε υποχωρήσει: ο Δημήτρης δίπλα της, ο Απόλλωνας να γουργουρίζει, και μόνο η τηλεόραση μάρτυρας για το τέλος και τη νέα αρχή.
Δημήτρη, αύριο να κάνουμε γεμιστά; του είπε γελαστά.
Θα φέρω τον κιμά, της απάντησε εκείνος. Εσύ τα ρύζια.



