Προσπάθησε να διχάσει τον γιο της με τη σύζυγό του που είναι έγκυος

«Μητέρα, ξέρεις, η Άννα λέει πως έχω αλλάξει», άκουσε η Ελένη, τα χείλη της τσαλακώνοντας σαν το φθινόπωρο που ξεθωριάζει το λουλούδι της γης.

«Α, η μητέρα», έσφιξε η Ελένη σιγά-σιγά, το βλέμμα της σπασμένο από τη σκηνή του πρόσφατου καυγά. Ήθελε να πιστέψει ότι η πεθερά της δεν θα έβγαζε στο τραπέζι το παλιό της τραγούδι για το θλιβερό παρελθόν τηςκάνει ήδη εκατονταπλάσιες φορές.

«Αναστασία Λεωνίδας, ας αλλάξουμε θέμα», παρακάλεσε η Ελένη με ήσυχο, όμως επιτηδευμένο τόνο, ενώ η πεθερά της μόλις αρχίζει τη συνήθη της ομιλία για τις «απλήρωτες εγκυμοσέυσες γονιές», σκύβει και χτυπάει το σήμα του αέρα, κοιτάζοντας την νεαρή γυναίκα με αμηχανία.

«Ελένη, θέλω να σε στηρίξω», έσφιξε η Αναστασία.

«Ευχαριστώ, δεν χρειάζομαι τη στήριξη κάποιου με το επίπεδο ενσυναίσθησης ενός ψωμιού», απάντησε η Ελένη, η φωνή της σκληρή σαν το χάλυβας.

«Τι με αποκαλείς «αμαυρωμένη» τώρα;», αναστέναξε η πεθερά, δάκρυα αρχίζοντας να γεμίζουν τα μάτια της.

Στις περισσότερες μέρες, η αντίδραση της Ελένης σε τέτοια σκληρά λόγια θα ήταν η προσπάθεια να ηρεμήσει τη φλόγα, να βρει μια «απλή εξήγηση», ίσως ένα ψεύτικο τηλέφωνο επείγοντος ραντεβού. Σήμερα όμως, η φράση «μαγική παρενόμηση» ή «προβλήματα στηρίζουν» την καρδιά της, ήταν απλώς μια άλλη πχυή.

Τα πρώτα πέντε μήνα της εγκυμοσύνης, η ήσυχη «αρχή» της Ελένης είχε μετατραπεί σε γυναίκα που σκόρπιζε τα μανίκια της, ζητώντας απειδώς: «Πού είναι η άλογο και η καλύβα; πάμε να τα φτιάξουμε».

«Πώς να σε αποκαλώ όταν σε έχω ζητήσει τρεις εκατό φορές να μη συζητάς το επώδυνο παρελθόν σου;», φώναξε η Ελένη, η φωνή της αντηχεί στην κουζίνα.

«Έχω φίλο υψηλής λειτουργίας αυτιστή που ξαφνικά ξεκινάει χορό σε δημόσιο χώρο ή δεν καταλαβαίνει αστεία. Αλλά ακόμα και αυτός καταλαβαίνει ότι το να μιλάς τέτοια πράγματα με μια μέλλουσα μητέρα είναι η κορυφαία αδράνεια», σχολίασε η Ελένη, κλείνοντας την πόρτα με ένα δυνατό κλικ. Άπλωσε τους πνεύμονες της, έκλεισε τα μάτια, και, με ένα ψυχρό χαμόγελο, αισθάνθηκε πως η ψυχή της είχε επιστρέψει.

Στο φως του φούρνου, ο Γιάννης, σύζυγος της Ελένης και γιος της Αναστασίας, κάθονταν σιωπηλός, τα χέρια του κλεισμένα γύρω από το ποτήρι με τον καφέ. Η Ελένη προσπάθησε, όπως πάντα, να γεμίσει το κενό με κουβέντες, αλλά ο Γιάννης απαντούσε με μια βραχνή, απομακρυσμένη ματιά.

«Μετά τη γέννα, υπάρχει η κατάθλιψη», έλεγε η Ελένη αργά, προσπαθώντας να βγάλει το βάρος από το τραπέζι.

«Μήπως είναι μόνο μετά τη γέννα; εγώ δεν νιώθω κάτι τέτοιο», απαντούσε ο Γιάννης, κλείνοντας τα χέρια του σε σφιχτό κόλπο.

«Αν θα με βοηθήσει, θα πάω στο ψυχίατρο, αλλά μόνο αν έρθεις μαζί και θα του εξηγήσεις γιατί νομίζω ότι κάτι δεν πάει καλά», πρόσθεσε η Ελένη.

Σε μια νύχτα, η σύζυγος, η πεθερά και ο Γιάννης συγκεντρώθηκαν ξανά. Η πεθερά έβλεπε στην Ελένη ένα άτομο που της έφερνε «μυρωδιάς», ενώ ο Γιάννης άρχισε να μιλάει για μια μάσκα μαλλιών.

«Μαμά, αγόρασες τη μάσκα που είχα εγώ; και μου είπες ότι είναι καλό», είπε ο Γιάννης, θυμώνοντας.

«Αυτή η μάσκα είναι για υγιή μαλλιά, όχι για αυτές που παίρνουν χρώματα και χημικές, όπως η μητέρα μου», απάντησε η Ελένη, δείχνοντας στο τηλέφωνο την αλυσίδα μηνυμάτων.

Ο Γιάννης κατέβαλε το αδερφό του σε μια αναγνώριση: «Ίσως ήμουν πολύ ψυχολογικά απασχολημένος με τη μητέρα μου». Η Ελένη, με μια σπασμένη φωνή, του αποκάλυψε ότι η μητέρα του την έβαλε στην άνεση του παρελθόντος, μακριά από τις δικές της ανησυχίες.

«Δεν μπορώ ούτε να σκεφτώ να την ακούσω πια», είπε ο Γιάννης, αποφασιστικός, «θα σταματήσω τη σχέση».

Η πεθερά, απογοητευμένη, άφησε το σπίτι με την αίσθηση ότι το βάρος της ελευθερώθηκε. Ο Γιάννης, όμως, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη σκληρή κριτική της οικογένειας.

«Μα η μητέρα μου αξίζει το γούνι να γίνει σύζυγος», φώναξε ο Γιάννης, «και τώρα θα πρέπει να διακόψουμε τη σχέση».

Η κλήση στο τηλέφωνο έπρεπε να σταματήσει και οι καλές προθέσεις να διαλύσουν τη φασαρία. Η Ελένη, με τα δάχτυλα της τεντωμένα, άφησε το σπίτι τους και έσφραγισε την πύλη, στέλνοντας το μήνυμα: «Αφήστε μας ήσυχους».

Η ζωή πήρε νέο δρόμο. Ο μικρός Παναγιώτηςο γιος τουςέγινε το κέντρο του ήρεμου κόσμου τους. Η Ελένη και ο Γιάννης έκαναν οτιδήποτε για να διατηρήσουν την ησυχία, με την ελπίδα να κρατήσουν το παιδί τους ασφαλές και χαρούμενο, σαν να είναι το μόνο πράγμα που αξίζει σε έναν κόσμο γεμάτο κατηγορίες και παλιά τραγουδάκια.

Παρά τις κριτικές των συγγενών«Από ό,τι φαίνεται, η μητέρα της χάθηκε», ή «Στον γέρο σου είναι η μόνη χαρά»,η Ελένη κρατάει την πίστη της. Στη σιωπή τους, το γέλιο του παιδιού είναι το μόνο που ακούγεται, και η αγάπη τους στέγεται σαν άνεμος που φουσκώνει το πανό μιας νέας αρχής, ένα παράθυρο γεμάτο φως σε μια Ελλάδα που έχει μάθει να προχωρά.

Oceń artykuł
Προσπάθησε να διχάσει τον γιο της με τη σύζυγό του που είναι έγκυος