Προδοσία πίσω από τη μάσκα της φιλίας

Η Προδοσία που Φορούσε το Πρόσωπο της Φιλίας

Η φετινή χειμωνιάτικη Αθήνα είχε στολιστεί με τα πιο σπάνια της χρώματα απαλό χιόνι, σαν πούπουλο, είχε καλύψει τα νεοκλασικά και τα στενά γύρω από την Πλάκα, δίνοντας στην πόλη μια αίσθηση σιωπηλής μαγείας. Κι ο αέρας, παγωμένος και κρυστάλλινος, έφερνε μαζί του αλμύρα απ το λιμάνι του Πειραιά.

Στο διαμέρισμά μας στο Παγκράτι, ωστόσο, επικρατούσε μια άλλη πραγματικότητα. Θαλπωρή, σιγουριά, φως από την παλιά φωτιστική λάμπα σ εκείνο το μικρό τραπεζάκι μια ζεστή φωτεινή νησίδα που απωθούσε τη χειμωνιάτικη πίκρα και έδινε νέα υπόσταση στις βραδινές ώρες. Εγώ και ο Μάνος, τυλιγμένοι μαζί με μια πλεκτή κουβέρτα, χαζεύαμε μια ελαφριά ελληνική κωμωδία με τον Παπακαλιάτη στην τηλεόραση ενώ έξω αργόσβηνε ο κόσμος στα σκοτεινά χιόνια.

Ήταν εκείνες οι ώρες που ακόμη κι η καρδιά φαίνεται να λιώνει από ικανοποίηση. Μέχρι που χτύπησε το κινητό του Μάνου. Χτύπησε κι άλλη φορά μέσα σε λίγα λεπτά και τελικά με κοίταξε με ελαφρά ενόχληση.

«Πάλι η Νίκος καλεί Τρίτη φορά το βράδυ!» μου είπε.

Δεν γύρισα καν το κεφάλι από τη μικρή μας οθόνη. «Πες του να ρθει να δει το χιόνι από το παράθυρο! Σίγουρα πάλι για το εξοχικό του θα πρόκειται.» Ο Νίκος, φίλος ζωής και γνωστός πιεστικός. Είχε πάρει ένα σπίτι έξω στα Βόρεια Προάστια, κοντά στη λίμνη του Μαραθώνα, και ήθελε να το γιορτάσει όπως κάθε Έλληνας φαγητό, κρασί, γλέντι μέχρι τελικής πτώσης.

Ο Μάνος με κοίταξε με το γνωστό βλέμμα συνωμοσίας κι εγώ αμέσως κατάλαβα: κανείς μας δεν ήθελε εκείνη τη βαβούρα, τα φωνακλά γέλια, το τσίκνισμα και το σκουλαμέντο ρεπερτόριο «καλή παρέα κι ας πάει και το παλιάμπελο». Θέλαμε ένα σαββατόβραδο στην ησυχία μας, χωρίς παρεμβάσεις, χωρίς φόβο μην προσβάλουμε κανέναν επειδή απλά επιθυμούσαμε να μείνουμε σπίτι.

Ο Μάνος άνοιξε τελικά τη γραμμή. «Νίκο, καλησπέρα φιλαράκι», προσπάθησε να ακούγεται ευχάριστος. «Ξέρεις η Ισμήνη έφυγε για το σπίτι των γονιών της στη Θεσσαλονίκη για λίγες μέρες. Δεν θέλω να έρθω μόνος μου, νιώθω παράξενα… Άλλη φορά έτσι;» Είχαμε συνεννοηθεί με τα μάτια. Ο Νίκος ξαφνιάστηκε, επέμεινε, αλλά δεν του άφησε περιθώριο να ελπίζει.

Ο Μάνος μόλις έκλεισε το τηλέφωνο, αφέθηκε να ανασάνει βαριά. «Άντε, την γλιτώσαμε!» χαμογέλασε. Κι εγώ του ανταπέδωσα ένα αγκάλιασμα τόσο ήρεμο, όσο και την ατμόσφαιρα τριγύρω μας. Ακούστηκε το γουργούρισμα της παλιάς μηχανής του καλοριφέρ, οι χιονονιφάδες πύκνωναν το χιονισμένο πέπλο, κι ήμασταν δυο άνθρωποι απλά ευτυχισμένοι, ο ένας στο πλάι του άλλου.

Ήταν σαν να μην υπήρχε τίποτα άλλο στον κόσμο μέχρι που το κινητό πάλι χτύπησε. Πάλι ο Νίκος.

Ο Μάνος κουρασμένος απάντησε: «Έλα, ρε φίλε, τι έγινε;»

Κι εκεί ήρθε η λέξη-βόμβα από την άλλη γραμμή. Ο Νίκος ταραγμένος, με φωνή που δεν συνηθίσαμε, είπε: «Μάνο, είμαι τώρα στο Μπουρνάζι, στο Crystal club, και είδα την Ισμήνη! Με κάποιον τύπο, να πίνουν, να γελάνε Εκείνη, που σου είπε πως πήγε Θεσσαλονίκη!»

Πάγωσα. Ο Μάνος κοίταξε προς το μέρος μου, κι εγώ ξαφνιασμένη, ένιωσα τους παλμούς μου να δυναμώνουν. Μπορούσα να ορκιστώ ότι δεν είχα γυρίσει ποτέ σε αυτό το μαγαζί, πολύ περισσότερο εκείνο το βράδυ! Ο Νίκος επέμενε, έλεγε πως θα μου δώσει το τηλέφωνο να του μιλήσω να με αναγνωρίσει.

Στην άλλη άκρη ακούστηκε μια γυναικεία φωνή, σχεδόν ταυτόσημη με τη δική μου χλευαστική, ξεδιάντροπη, να γελάει και να λέει: «Άσε μας, ρε Μάνο, βαρέθηκα τη μιζέρια σου! Θέλω να ζήσω!». Τα λόγια της χτύπησαν σαν μαχαίρι, όμως ήμουν καθισμένη δίπλα στον Μάνο, με το τηλεκοντρόλ ακόμη στο χέρι. Ήταν ξεκάθαρα καλοστημένη απάτη.

Γύρισα γεμάτη απορία προς τον Μάνο και ψιθύρισα: «Ποια είναι αυτή; Ποιος της είπε να κάνει πως είναι εγώ;». Εκείνος με αγκάλιασε σιωπηλά.

«Θα το ψάξω», μου υποσχέθηκε με σταθερή φωνή. «Ξέρω ποια είσαι, Ισμήνη. Κανένα σχέδιο ενός πληγωμένου φίλου δεν θα αλλάξει ό,τι ξέρω για σένα».

Την επόμενη μέρα, κι ενώ από το παράθυρο το χιόνι συνέχιζε, κάθισα στην κουζίνα με το ελληνικό μου καφεδάκι, ανοίγοντας το laptop για τα πρώτα mails. Το κινητό μου χτύπησε ξανά. Νίκος. Δίστασα, αλλά απάντησα. Ήξερα τι χρωστούσε να ειπωθεί.

«Είδες τον Μάνο;» με ρώτησε πονηρά.

Δίνοντας αφορμή στη δική του παράσταση, του απάντησα όπως το σχεδίασα: «Ναι, κι έχουμε καβγαδίσει. Δεν ξέρω αν θα τα βρούμε πια».

Η φωνή του μαλάκωσε, πήρε έναν τόνο θριαμβευτικό. Κι εκεί, την ώρα που προσπαθούσε να ρίξει στάχτη στα μάτια μου, άφησε να ξεφύγει: «Σου αξίζει κάτι καλύτερο, Ισμήνη Εγώ σε αγαπάω αληθινά, το ξέρεις; Αξίζεις μια αγκαλιά που να μην χρειάζεται να λέει ψέματα και να κρύβεται».

Ένιωσα μια βαθιά απογοήτευση μα κατάφερα να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή: «Νίκο, τέτοια λόγια δεν έχουν θέση εδώ. Κι όλο αυτό το παιχνίδι που έστησες Θέλω να με αφήσεις ήσυχη. Ανέλαβε τις ευθύνες σου και μη με ξαναπλησιάσεις».

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν αποκαλυπτική. Κατάλαβα πλήρως. Η προδοσία είχε το όνομά του είχε προσλάβει μια κοπέλα, παλιά γνωριμία του, να με μιμηθεί για να δημιουργήσει κρίση ανάμεσά μας. Μονάχα και μόνο για να με στρέψει μακριά από τον άνθρωπό μου.

«Ναι, το έκανα Γιατί σε αγαπώ σαν τρελός», μου είπε, σχεδόν δακρυσμένος. Προσπάθησε να με μεταπείσει. Δεν άλλαξα στάση.

«Αγάπη είναι σεβασμός», του απάντησα, παγωμένη όπως ικανοποιεί μόνο μια προδοσία. «Κι εσύ ούτε φιλία δεν μπόρεσες να σεβαστείς, Νίκο».

Έκλεισα το τηλέφωνο. Ήταν σαν να άφησα πίσω μου ένα κομμάτι του παρελθόντος. Κι ο Μάνος, που στο μεταξύ ήρθε στην κουζίνα, με κοίταζε με τρυφερότητα στον καθαρό αέρα του διαμερίσματος, γεμάτος στήριξη.

«Όλοι δείχνουν το αληθινό τους πρόσωπο, αργά ή γρήγορα», του είπα με μισό χαμόγελο. Εκείνος πλάι μου, το χέρι του στη δική μου παλάμη. «Τουλάχιστον τώρα ξέρουμε ποιον να εμπιστευόμαστε πραγματικά. Δεν χρειάζεται να εξηγούμαστε σε κανέναν πια».

Γελάσαμε κι οι δυο. Κι έτσι, με τον ήχο του βραστήρα από μακριά, τον αργό χορό του χιονιού κι έναν ακόμα ποτήρι τσάι αγκαλιά, βρήκαμε ξανά το μικρό μας νησί γαλήνης, εκεί που οι ξένες φωνές και τα ραδιουργήματα δεν αγγίζουν την ουσία τη δική μας αλήθεια. Το μόνο που μέτρησε ήταν το φως και η πίστη στην καλοσύνη του άλλου. Τίποτε λιγότερο, τίποτα παραπάνω.

*********************

Ο Νίκος έμεινε μόνος στην κουζίνα του, αγανακτισμένος με μια αίσθηση πίκρας απ την ήττα του. Δεν άντεχε που το σχέδιό του είχε αποτύχει, που η αλήθεια εκτυλίχθηκε μπροστά του σαν χαρτοπαίγνιο που έστρωσες με τόσο κόπο και το χάσκει ο αέρας στην πρώτη αναποδιά.

Στριφογύριζε στην άδεια του κουζίνα, νιώθοντας το βάρος όσων έχασε του παλιού φίλου και της ανεκπλήρωτης αγάπης του. Κι αντί για μετάνοια, η ψυχή του γέμισε με τα γνωστά πικρά παράπονα: «Γιατί αυτοί κι όχι εγώ; Της αξίζω, το ξέρω». Το μόνο που του έμεινε ήταν η βουβή του οργή κι η ανάγκη να δικαιολογήσει το ανεπανόρθωτο: «Μια μέρα ίσως!». Καθώς έξω το χιόνι σκέπαζε ό,τι είχε απομείνει από τις αφελείς του ελπίδες, μόνο η σιωπή του ανταπέδιδε πια απαντήσεις.

Αυτό που θα μπορούσα να έχω εγώ, το έχουν εκείνοι. Κι έτσι έκλεισε η πόρτα σε μια προδομένη φιλία, αφήνοντάς μας με τη σιγουριά πως το δικό μας «μαζί» αξίζει κάθε χιονονιφάδα που σκέπασε εκείνο το βράδυ την πόλη.

Oceń artykuł
Προδοσία πίσω από τη μάσκα της φιλίας