Προδοσία κάτω από το προσωπείο της φιλίας

Προδοσία πίσω από τη μάσκα της φιλίας

Θυμάμαι καλά εκείνο τον παλιό χειμώνα στην Αθήνα, όταν το κρύο ήρθε βαριά και το χιόνι κάλυψε τα πάντα απρόσμενα, λες και η πόλη μεταμορφώθηκε σε μια σκηνή που ξέφυγε από παραμύθι. Τα μπαλκόνια, οι αυλές, τα στενά σοκάκια, παραδόθηκαν στη σιωπή και τη λευκή ησυχία. Από τα παράθυρα, οι νιφάδες χόρευαν σαν να θελαν να κρατήσουν τον χρόνο ακίνητο.

Στο διαμέρισμα της Ιφιγένειας και του Μάρκου, όμως, ο χειμώνας έμενε πάντα έξω. Μες στην ήσυχη ζεστασιά, το φως της λάμπας έλουζε το σαλόνι με μια ήρεμη γλύκα, διαλύοντας το σκοτάδι και το ψύχος. Εκείνοι οι δυο, ζευγάρι χρόνια πολλά, χαίρονταν το σπίτι, κουκουλωμένοι με μια μάλλινη κουβέρτα στον καναπέ. Στην τηλεόραση έπαιζε μια ελληνική κωμωδία, από εκείνες που τις βλέπεις για να γελάς και να ξορκίζεις το άγχος της καθημερινότητας. Η Ιφιγένεια έριχνε κλεφτές ματιές στην οθόνη και κάποιες φορές χαμογελούσε μόνη της, βυθισμένη στις σκέψεις της. Ο Μάρκος είχε το βλέμμα χαμένο στο χιόνι έξω, γοητευμένος απ την εικόνα.

Τη γαλήνη διέκοψε το γνώριμο ringtone του κινητού o Πέτρος τον καλούσε ξανά και ξανά, επίμονα. Ο Μάρκος έριξε μια ματιά, ξεφύσησε βαριά.

Πάλι ο Πέτρος τρίτη φορά απόψε, της είπε, με φωνή χαμηλή.

Η Ιφιγένεια γύρισε λιγάκι προς το μέρος του, χωρίς να σηκώσει τα μάτια απ την ταινία.

Θα θέλει πάλι να μας φωνάξει στη νέα του εξοχική. Αγόρασε στο Πόρτο Ράφτη κι όλο θέλει να γιορτάσει. Δεν του περνάει η λέξη «όχι».

Ο Μάρκος σήκωσε το τηλέφωνο.

Έλα, Πέτρο, τι γίνεται; είπε, ψάχνοντας ένα τόνο ενθουσιασμού.

Μάρκο! Πότε θα έρθετε; Όλα ετοιμάζονται, έχω ζεστάνει το τζάκι, το τραπέζι στρώνεται, οι φίλοι έρχονται. Πάρε και την Ιφιγένεια, θα περάσουμε τέλεια!

Ο Μάρκος γυρνά να ρίξει μια ματιά στην Ιφιγένεια· εκείνη τού κάνει ένα αδιόρατο νεύμα «όχι». Αυτή τη φορά ήθελαν να μείνουν στο ησυχαστήριο τους, χωρίς φασαρία, μουσικές και κοινωνικότητες. Μια ανάσα από την καθημερινότητα, μόνο οι δυο τους.

Σκέφτηκε γρήγορα πώς να αποφύγει κομψά την πρόσκληση.

Να σου πω, Πέτρο Η Ιφιγένεια έφυγε για μερικές μέρες, πήγε στη μητέρα της. Μόνος μου δεν λέει να ρθω. Κανείς δεν θέλει μπερδέματα με λόγια. Άλλη φορά, έ;

Στην άλλη άκρη, μια μικρή παύση.

Έφυγε; Πότε γυρίζει;

Αύριο το βράδυ όλα τελευταία στιγμή, είχαμε πλάνα για σινεμά, βόλτα στο πάρκο, καμιά πατινάζ, αλλά δεν τα καταφέραμε. Την άλλη φορά, Πέτρο, υπόσχομαι.

Καλά τότε πες μου όταν τη δεις. Θέλω πολύ να σας δω.

Φυσικά, απάντησε ο Μάρκος κι έβαλε κρυφά ένα χαμόγελο. Με το που έκλεισε, γύρισε στην Ιφιγένεια.

Σωθήκαμε μόνο φασαρία ζητάει, δεν ξέρει να ησυχάσει ο Πέτρος. Εγώ προτιμώ εσένα, είπε και την αγκάλιασε.

Με μια ανάσα ανακούφισης, βυθίστηκαν στον καναπέ, στην ήσυχη αγκαλιά του σπιτιού. Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει ήρεμα έξω, το ρολόι χτυπούσε χαμηλά, η λάμπα σκόρπιζε θαλπωρή.

Και εγώ, του είπε γλυκά η Ιφιγένεια. Δες λίγο ταινία και πάμε μετά νωρίς για ύπνο.

Ο Μάρκος χαμογέλασε, έτοιμος να σβήσει το φως, μόλις πέρασαν λίγες ώρες. Μα τότε, το τηλέφωνο χτύπησε ξανά, ο ίδιος αριθμός.

Με δυσφορία, το πήρε.

Πέτρο, τι συμβαίνει πάλι; ρωτά αγχωμένος.

Η φωνή του Πέτρου έρχεται φορτισμένη, σοβαρή.

Μιλάω από το Crystal, κάναμε μια βόλτα κι εδώ είναι η Ιφιγένεια. Με έναν άντρα γελάνε, πίνουν, είναι αγκαλιά! Δε θέλω να ανακατευτώ στα προσωπικά σας, αλλά στο λέω γιατί ψέματα σου είπε, δεν πήγε στη μητέρα της!

Ο Μάρκος παγώνει· βλέπει την Ιφιγένεια δίπλα του καθιστή, τον κοιτάζει κι εκείνη ξαφνιασμένη.

Τι λες ρε Πέτρο; Μήπως μπερδεύτηκες; Είναι εδώ μπροστά μου!

Την είδα με τα μάτια μου! Θες να μιλήσετε; Να στη φέρω στο τηλέφωνο;

Ο Μάρκος, γεμάτος αμφιβολία και μια περίεργη περιέργεια, λέει «Δώσε τη μου».

Στο βάθος ακούει φασαρία, μουσική, ποτήρια να κροταλίζουν. Έπειτα μια γυναικεία φωνή, που μοιάζει της Ιφιγένειας.

Ναι; Ποιος είναι; απαντά δήθεν αφηρημένα.

Σιώπη, η Ιφιγένεια δίπλα του κοιτάζει εκστασιασμένη, χωρίς λέξη.

Ιφιγένεια; ρωτά ήρεμα ο Μάρκος. Τι συμβαίνει;

Η φωνή γελά.

Άσ τα, Μάρκο! Βαρέθηκα την βαρετή ζωή σου θέλω να ζήσω! Μη με ψάχνεις!

Και ξεσπά σε χαχανητά. Η Ιφιγένεια τινάζεται απ τον καναπέ, τρομαγμένη.

Τι τρέλα είναι αυτή; Ποια είναι που παριστάνει εμένα; Πώς ξέρει το όνομά σου; Ψέμματα όλα!

Στο ακουστικό, η ψεύτικη Ιφιγένεια γίνεται ακόμη πιο προκλητική.

Ε, και λοιπόν; Δεν είμαι υποχρεωμένη να σου δίνω λογαριασμό!

Ο Μάρκος γυρνά στον Πέτρο.

Φτάνει. Θα το λύσουμε μεταξύ μας. Μη με ξαναενοχλήσεις.

Αφησε το κινητό στο πλάι, αδύναμος να συνειδητοποιήσει τι συνέβη. Αν η Ιφιγένεια δεν ήταν εκεί ίσως να είχε πιστέψει!

Η Ιφιγένεια, ακόμα ταραγμένη, κοιτά τον Μάρκο.

Αυτή η φωνή όντως θύμιζε εμένα. Αλλά κάποιος την καθοδήγησε, δεν εξηγείται αλλιώς!

Ο Μάρκος της κρατά το χέρι.

Θα το ερευνήσω. Αν χρειαστεί, ζητάω τα πλάνα ασφαλείας απ το μαγαζί. Θα βρούμε την αλήθεια.

Εκείνη ανασαίνει πιο ήρεμα.

Σίγουρα δεν ήμουν εγώ Ποια ήταν, όμως, και γιατί;

Ο Μάρκος, πλέον σίγουρος, της σφίγγει τη χούφτα.

Μαζί θα το ξεπεράσουμε, της λέει ήρεμα.

**************************

Την επόμενη μέρα, καταμεσήμερο πια, η Ιφιγένεια έπινε τσάι στην κουζίνα και ξεφύλλιζε μέιλς στον υπολογιστή της. Το κινητό χτύπησε ο Πέτρος.

Διστάζει στιγμιαία, ωστόσο το σηκώνει.

Λοιπόν, μίλησες με τον Μάρκο μετά τα χθεσινά; ρωτά ο Πέτρος.

Η Ιφιγένεια σφίγγει το τηλέφωνο κι αποφασίζει να δει τι ακριβώς είχε στο μυαλό του.

Ναι. Είχαμε καβγά. Με κατηγόρησε άδικα, αρνήθηκε να ακούσει τι του είπα. Λέει ότι τον κορόιδεψα.

Ο Πέτρος σιωπά μια ανάσα. Ύστερα, ο τόνος του γίνεται περίεργα τρυφερός.

Βλέπεις; Στο λεγα, ποτέ δεν σε εκτίμησε όπως σου αξίζει Κι εγώ σ αγαπώ. Το ξέρεις; Αν αποφασίσεις να φύγεις, εγώ είμαι εδώ για σένα.

Εκείνη νιώθει τον θυμό να την πνίγει, αλλά συγκρατεί τη φωνή της.

Πέτρο, λυπάμαι, αλλά είμαι με τον Μάρκο. Ό,τι έγινε, θα το λύσουμε μεταξύ μας. Δεν χρειάζονται άλλα μπλεξίματα.

Ο Πέτρος προσπαθεί να πείσει.

Θέλω απλά να ξέρεις ότι έχεις κάπου να πας. Ο Μάρκος σε αδίκησε, θέλει να σε αφήσει και ψάχνει αφορμή Φοβάμαι για εσένα.

Η Ιφιγένεια κάνει ήρεμη πλην αυστηρή τη φωνή της.

Πρώτα απ όλα, χθες ήμουν σπίτι. Δεύτερον, δεν τσακωθήκαμε. Και τρίτον, ξέρω ότι ΕΣΥ τα οργάνωσες όλα. Τώρα καταλαβαίνω το γιατί.

Στην άλλη άκρη, παύση. Μετά, ο Πέτρος αφήνει έναν σιγανό αναστεναγμό κι έπειτα, σχεδόν θυμωμένος, το παραδέχεται:

Ναι! Το έκανα! Σαγαπώ Ιφιγένεια, το είπα τόσες φορές μέσα μου! Ο Μάρκος δεν βλέπει αυτά που βλέπω εγώ, δεν σου προσφέρει τα μισά απ όσα μπορεί να σου δώσω. Ήθελα να τ αφήσεις όλα για μένα.

Η Ιφιγένεια χαμογελά ειρωνικά και του απαντά ατάραχη.

Σ ευχαριστώ για την ειλικρίνειά σου. Δεν πρόκειται ποτέ να σε επιλέξω. Πρόδωσες τα πάντα: φιλία, ειλικρίνεια, εμπιστοσύνη. Τέτοιος άνθρωπος δεν έχει θέση στη ζωή μου. Ξέχνα μας και μη μας ενοχλήσεις ξανά.

Κλείνει με αποφασιστικότητα το τηλέφωνο· το αφήνει στο τραπέζι και αντικρίζει το παράθυρο, όπου το χιόνι εξακολουθεί να πέφτει αθόρυβα σαν να μη συνέβη τίποτε.

Εκείνη τη στιγμή, ο Μάρκος μπαίνει στην κουζίνα.

Τι έγινε; ρωτά ήπια.

Η Ιφιγένεια στρέφεται προς το μέρος του.

Ο Πέτρος τα έκανε όλα. Ομολόγησε πως μ αγάπησε και τα σκηνοθέτησε για να τσακωθούμε. Ούτε φίλος μας ήταν τελικά.

Ο Μάρκος κάθεται δίπλα της, της πιάνει το χέρι.

Τώρα ξέρουμε πού πατάμε. Τέτοιους „φίλους” δεν χρειάζονται πλέον στη ζωή μας.

Η Ιφιγένεια γέρνει στον ώμο του.

Πράγματι. Τώρα έχουμε εμάς κι αυτό μετράει, είπε σιγανά. Και χαμογέλασε, ανακουφισμένη.

Να μια καλή δικαιολογία να αποφεύγουμε για πάντα τα πάρτι του Πέτρου, αστειεύτηκε μετά.

Ο Μάρκος γέλασε αυθόρμητα.

Ε, τώρα πια, θα βλέπουμε ταινίες, θα πίνουμε τσάι και θα χουχουλιάζουμε σπίτι. Αυτό έχει αξία.

Και όχι άλλα προσκλήσεις! Ήσυχα, όπως μας αρέσει.

Ιδανικά, της ψιθύρισε και την αγκάλιασε.

Μέσα στο ήσυχο φως της λάμπας, στον ήχο του χιονιού και της ανάσας τους, το σπίτι γέμιζε ασφάλεια και γαλήνη. Κάθε τραύμα, ψεύτικη φιλία, κακία, έμεναν έξω απ την πόρτα τους και η αγάπη τους έκανε τον κόσμο μικρότερο, αλλά απόλυτα δικό τους.

**************************

Όσο για τον Πέτρο κάθισε μόνος στη μικρή κουζίνα του, στην άκρη του τραπεζιού, κοιτώντας τη μισοάδεια του κούπα με τον ελληνικό καφέ. Ποτέ δεν του έλειψε η έπαρση, κι ούτε τώρα ήρθε η μετάνοια να απαλύνει μέσα του τη χολή. Το μόνο που ένιωθε ήταν θυμός. Θυμός για το πως όλα πήγαν στραβά.

Θυμήθηκε βήμα προς βήμα το χθεσινό του σχέδιο. Συνάντησε την Μαριάννα, κοπέλα που ήξερε να μιμείται φωνές, της ζήτησε να παίξει την Ιφιγένεια κι εκείνη το βρήκε παιχνίδι. Προσκλήσεις, ψέματα, δήθεν φωνή όλα προσεκτικά στημένα.

Τίποτα δε βγήκε όπως ήθελε. Ούτε η καρδιά της Ιφιγένειας άλλαξε γνώμη, ούτε ο Μάρκος έχασε την εμπιστοσύνη του. Αντί γι αυτό, βρέθηκε απέναντι στη στυφή αλήθεια: μόνος, χωρίς αγάπη, χωρίς φίλο.

Σηκώθηκε, κοίταξε έξω το χιόνι που σκέπαζε το Παγκράτι, σκέφτηκε με πίκρα: «Κι εγώ άξιζα μια ευκαιρία Γιατί όχι εγώ; Γιατί πάντα ο άλλος;»

Πέταξε στα σκουπίδια το τσαλακωμένο χαρτί με το σενάριο που είχε γράψει για τη Μαριάννα τεκμήριο της αποτυχίας του.

Κι όσο το χιόνι σκέπαζε τις στέγες, ένιωσε το βάρος μιας απώλειας που δεν ισορροπούσε με καμιά δικαιολογία. Έμειναν μέσα του μόνο τα απομεινάρια μιας πλάνης και το πείσμα ενός εγωισμού που δεν ήξερε πώς να αγαπά και πώς να χάνει.

Κι ο χρόνος προχώρησε, μες στο λευκό φόντο αθηναϊκού χειμώνα. Και η ζωή τους προχώρησε με νέα γνώση: πως η εμπιστοσύνη κι η αγάπη χτίζονται άρρηκτα μόνο πάνω στην ειλικρίνεια και το μοίρασμα. Και κάπου εκεί έξω, το χιόνι συνέχιζε να πέφτειΚι ύστερα, κάπως αθόρυβα, ο ήλιος άρχισε να λιώνει το χιόνι. Η Αθήνα ξεπρόβαλε σιγά σιγά κάτω απ τα λευκά σεντόνια κι οι πληγές, όπως τα παγωμένα πεζοδρόμια, γυάλιζαν για λίγο στο φως πριν εξαφανιστούν. Το σπιτικό της Ιφιγένειας και του Μάρκου έμεινε καταφύγιο, κάστρο δικό τους, δίχως πορτάκια μυστικά κι αμφιβολίες. Μα εκείνο που έμεινε πιο πολύ, ήταν η απόφαση να προστατεύουν ό,τι έχτισαν, ό,τι όρισε τη ζωή τους: μια αγκαλιά ζεστή στην καρδιά του χειμώνα, μια λέξη ήρεμη αντί για ύπουλους ψίθυρους, και ένα χαμόγελο που γεννιέται μόνο όταν ξέρεις πως δίπλα σου βρίσκεται ο αληθινός σου σύμμαχος.

Κάθε φορά που χιόνιζε, και μετά που έλιωνε, έλεγαν μαζί: «ό,τι αφήνει πίσω της η καταιγίδα, δικό μας είναι καινούριο, ανθεκτικό, ξεκάθαρο». Κι έτσι, ο χειμώνας εκείνος έγινε στη μνήμη τους το ορόσημο, όχι της προδοσίας, μα της νέας αρχής. Κι αν ποτέ ο κόσμος έξω θύμιζε ξανά ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, ήξεραν πια πως μαζί μπορούσαν να ξεχωρίσουν το πραγματικό από το προσωπείο· να αγαπηθούν βαθύτερα, όπως μόνο όσοι έζησαν μια τέτοια προδοσία μπορούν.

Γιατί στο τέλος, η αγάπη δεν έμεινε απλά ανέγγιχτη δυνάμωσε, φωλιάζοντας πιο βαθιά, εκεί όπου το χιόνι πάντα λιώνει πρώτο: στην καρδιά που δεν φοβάται πια την αλήθεια.

Oceń artykuł
Προδοσία κάτω από το προσωπείο της φιλίας