Προαίσθημα

Γιάννης ζούσε στο παλιό μπλοκ της Αττικής, τριώροφα με τσιμεντένια τοιχώματα όσα λεπτά που θα έσπαγαν από το ψιθυριστό άνεμό. Κάθε φτερνισμός του γείτονα αντηχεί στους καλοριφέρ, σαν να είναι μια φωνή που χτυπά στον τοίχο.

Οι ήχοι των πόρτων που κρούονταν, οι διαφωνίες για την αλλαγή των επίπλων και το σπασμένο τηλεοπτικό σήμα της ηλικιωμένης στην κάτω σκαλοπάτια δεν τον έσπασαν πια. Αλλά ο ήχος που βγάζει ο γείτονας από πάνω, ο Αλέξανδρος, τον έβρισκε όλο και πιο άγριο.

Κάθε Σάββατο, χωρίς τύψεις, εκείνος έβαζε τρυπάνι ή ηλεκτρική κατσαβίδα. Κυρίως γύρω στις εννιά ή στις ενδέκα, πάντα στα Σαββατοκύριακα, όταν ο Γιάννης ήθελε να ξυπνήσει με το φως του ήλιου. Στην αρχή ο Γιάννης, ήσυχος άνθρωπος, έλεγε στον εαυτό του «Μάλλον είναι μόνο επιδιορθώσεις». Κυλιόταν στο κρεβάτι, κλείνοντας το κεφάλι του με το μαξιλάρι, προετοιμαζόμενος για έναν ακόμη ύπνο.

Οι εβδομάδες κύλησαν· το τρυπάνι ξαναζωγράφιζε το πρωί του Σαββάτου, λίγο ή πολύ, με σύντομες ή μακρές σειρές. Σαν να αρχίζει κάτι, σταματά, και ξαφνικά ξαναρχίζει.

Στις ημέρες της εβδομάδας, γύρω στις εφτά το βράδυ, όταν ο Γιάννης επέστρεφε κουρασμένος από τη δουλειά, ο θόρυβος ξαναερχόταν. Κάθε φορά ήθελε να φωνάξει στον Αλέξανδρο, αλλά η κούραση, η άπληστη αδιαφορία και ο φόβος της σύγκρουσης τον έκρατανε.

Μια μέρα, όταν το τρυπάνι ξανά γέμιζε το κεφάλι του, η αντοχή του έσπασε. Έτρεξε στην αυλική, χτύπησε το κουδούνι, αλλά χωρίς καμία απάντηση, μόνο η καυστική βίδα συνέχισε να σκάει στο κεφάλι του.

«Μια μέρα θα» βγήκε από το στόμα του, αλλά το «μια μέρα» έμεινε ακατάληπτο. Στο μυαλό του έπλεγαν σκέψεις: από το να φέρει την αστυνομία, μέχρι το να σπάσει η βεντούζα της αεραγωγής.

Φανταζόταν τον Αλέξανδρο να ζητάει συγγνώμη, ή να φεύγει, ή… οτιδήποτε, αρκεί να σιωπά το τρυπάνι. Είχε γίνει το ήχο σύμβολο ανισότητας, μια φωνή που θα έπρεπε να ακούσουν οι υπόλοιποι στο μπλοκάδι.

Τότε, μια μέρα ήρθε κάτι που δεν περίμενε.

Το Σάββατο ξύπνησε όχι από το θόρυβο, αλλά από μια βαριά σιγή. Κοίταξε τριγυρίζοντας, ακούει τίποτα. Η σιγή ήταν πυκνή, χειροπιαστή.

«Τέλος!» φράζει το μυαλό του, «ή φύγε ο Αλέξανδρος;». Η ημέρα κυλούσε ελεύθερη από το γέλιο του αέρα· η ηλεκτρική σκούπα έπνευσε ήσυχα, το βραστήρα έβγαινε κτίριζα ήχους, και η τηλεόραση δεν έτριζε το ταβάνι.

Κάθισε στον καναπέ, γελάζοντας σαν παιδί που μόλις έμαθε να περπατά.

Και η σιγή δεν σταμάτησε. Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη· ένα εβδομαδιαίο κενό ήχου έκοψε το τοπίο του. Η απουσία ήχου ήταν τόσο απότομη που έμοιαζε ανήθικη.

Στην αυλή του μπλοκ, μπροστά στην πόρτα του Αλέξανδρου, ο Γιάννης έσπασε το λαιμό του. Πατώντας το κουδούνι, η πόρτα άνοιξε σχεδόν αμέσως· κάτι είχε συμβεί.

Στο κατώφλι στάθηκε μια έγκυος γυναίκα, με ωχρή όψη και μούδιασμα στα βλέφαρα. Τον είχε δει λίγες φορές, αλλά τώρα έμοιαζε μεγαλύτερη, σαν να είχε παγώσει τα χρόνια.

«Είστε η σύζυγος του Αλέξανδρου;» ρώτησε διστακτικά.

Κουνήθηκε η κεφαλή της.

«Κάτι συνέβη; δεν ακούω από καιρό»

Τα λόγια του έκοψαν στον λαιμό του, δεν ήξερε πώς να εξηγήσει ότι ήρθε εξαιτίας της σιγής.

Η γυναίκα έκανε ένα βήμα προς τα μέσα· και, σιγανά, ψιθύρισε:

«Ο Λέων δεν είναι πια εδώ».

Μακριά, τα λόγια έπρεπε να βρεθούν. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα έλαμψε η αλήθεια.

«Πότε;»

«Την περασμένη Σάββατο, νωρίς το πρωί», είπε, σβήνοντας έναν δάκρυ. «Ο ατέρμονες δουλειές του τον κατέστρεψαν. Ήθελε να φτιάξει το κρεββάτι του μωρού του, πριν την ώρα του. Έτρεξε· έπεσε». Η γραμμή του κρεβατιού ήταν ξαπλωμένη μισή, με οδηγίες, πακέτα και μικρά εξαρτήματα στο πάτωμα.

«Πέθανε ξαφνικά», ψιθύρισε, η φωνή του σαρώνει το κενό.

Ο Γιάννης στεκόταν σαν να είχε ενσωματωθεί στο πάτωμα, βυθισμένος σε ένα βάθος ασήμαντο, που δεν είχε όνομα.

Ο ήχος του τρυπανιού, που κάποτε τον τρελούσε, τώρα αντηχούσε μόνο μέσα στο κουτί με τις βίδες, τους κανόνες και τις αυτοκόλλητες ετικέτες. Σαν ανθρώπινη προσοχή σε κάτι που έπρεπε να γίνει.

«Μπορώ να βοηθήσω;» πειραματίστηκε, αλλά η γυναίκα κούνησε το κεφάλι:

«Ευχαριστώ, δεν χρειάζεται»

Χαμένος, έφυγε σαν να απομακρύνει έναν πόνο που δεν ανήκε σε αυτόν. Καθώς κατέβαινε τις σκάλες, το βάρος της ενοχής του σήκωνε κάθε βήμα, μια αόρατη φλόγα μέσα του.

Στο μικρό του διαμέρισμα, το ταβανί του κρατούσε τη βαριά σιγή, σαν ένα σκληρό κρίμα. Σκεφτόταν γιατί μισό μόνο την αδυναμία του Αλέξανδρου; Σαν να ήταν μόνο ήχος, όχι άνθρωπος. Τώρα, όμως, ο ήχος είχε πεθάνει.

Αλλά υπήρχε μια γυναίκα που θρήνησε, ένα παιδί που θα γεννοιόταν χωρίς πατέρα, και ένα μισό κρεβάτι που έπρεπε να συναρμολογηθεί.

«Θα πάω στη σύζυγο του», σκεφτόταν, «να τη βοηθήσω. Σίγουρα δεν θα το κάνει μόνη».

Το βράδυ, με το μυαλό ήρεμο, ο Γιάννης σταμάτησε ξανά στο ταβάνι. Η σιγή επέστρεψε, βαρύ και κρύο. Γύρισε στην κουζίνα, σηκώθηκε, πλησίασε την πόρτα, χτύπησε ξανά. Η γυναίκα άνοιξε, έκπληκτη, και με μια διστακτική έκφραση.

«Ξέρω ότι δεν μας γνωριζόμαστε», είπε αμηχανικά, «αλλά θα ήθελα να συναρμολογήσω το κρεβάτι. Ήθελε να είναι έτοιμο για το μωρό του. Αν μπορώ, θα ήθελα πολύ να βοηθήσω».

Κοιτούσε τον Γιάννη σαν να προσπαθούσε να καταλάβει. Τελικά, κούνησε το κεφάλι.

«Μπείτε μέσα».

Μπήκε προσεκτικά, περπατώντας ανάμεσα στα κουτιά. Δούλεψε σιωπηλά, σφιγγίζοντας κάθε βίδα, κάθε καρφί. Η γυναίκα καθόταν στο καναπέ, αγγίζοντας την κοιλιά της, με δάκρυα που έτρεχαν αθόρυβα.

Όταν έβαλε το τελευταίο βιδάκι και έστειλε την πλάτη της προς το κρεβάτι, η ατμόσφαιρα άλλαξε· σαν να ξεπλήρωσε μια παλιά μπαταρία. Η γυναίκα πλησίασε, πέρασε το χέρι πάνω από το ξύλινο πλαίσιο.

«Σας ευχαριστώ», ψιθύρισε. «Δεν ξέρετε πόσο σημαίνει αυτό».

Ο Γιάννης δεν είχε λέξεις· μόνο ένα μικρό κούνημα του κεφαλιού.

Καθώς έβγαινε, ένιωσε για πρώτη φορά στη ζωή του ότι έκανε κάτι σωστό· ένα μικρό φως μέσα στην σκοτεινή σιωπή του μπλοκ.

Oceń artykuł
Προαίσθημα