Δεν ξέρω, ίσως να είμαι η μόνη που το αντιμετωπίζει αυτό το ζήτημα. Θυμάμαι πως, κάποια εποχή, άρχισα να μοιράζω το φαγητό με τον άντρα μου αυστηρά στη μέση. Απλώς δεν έβρισκα άλλη λύση. Αν δεν μοίραζα την ποσότητα από την αρχή, ο άντρας μου κατάφερνε να φάει και τη δική μου μερίδα. Οπότε, εγώ έμενα πεινασμένη, χωρίς σχεδόν τίποτα δικό μου.
Για να γίνω πιο σαφής, εγώ και ο άντρας μου ήμασταν παντρεμένοι τρία χρόνια τότε. Παιδιά δεν σκεφτόμασταν ακόμη, είχαμε καιρό μπροστά μας. Και οι δυο δουλεύαμε, βγάζοντας σχεδόν τον ίδιο μισθό. Όταν παντρευτήκαμε, δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία στη συνήθειά του αυτή. «Ε, άντρας είναι», σκεφτόμουν, «του αρέσει να τρώει». Κι έτσι άφηνα το θέμα να περάσει.
Με τον καιρό, άρχισα να προσέχω ότι, είτε αγοράζαμε προϊόντα είτε μαγείρευα, το μεγαλύτερο μέρος το έτρωγε εκείνος. Εγώ πήγαινα να φάω και έμενα με τα λίγα που είχαν απομείνει. Αυτό συνεχίστηκε για έναν ολόκληρο χρόνο.
Για παράδειγμα, όταν έψηνα κοτόπουλο στο φούρνο, σχεδόν όλο το έτρωγε εκείνος. Κι εγώ να θέλω ένα μπουτάκι ή ένα ωραίο σνίτσελ κοτόπουλο, έμενα με το στεγνό στήθος ή κανένα φτερούγισμα, σαν να ήταν λιχουδιά. Το ίδιο με τα γλυκά και τα κουλουράκια. Αν προλάβαινα να φάω ένα-δυο, ήμουν τυχερή. Το ίδιο κι εκείνος πάντα τη μερίδα του. Εκείνος είχε κιόλας γλείψει και την κρέμα.
Στην αρχή, του το έλεγα διακριτικά: «Δεν είμαι μόνο εγώ που τα θέλω αυτά. Μου αρέσουν και εμένα τα γλυκά, μου αρέσει το κοτόπουλο όπως κι εσένα.»
Εκείνος γελούσε και μου απαντούσε:
«Μαγειρεύεις τόσο ωραία, που ούτε κατάλαβα πώς το έφαγα όλο. Μην παρεξηγείσαι. Δεν ήξερα πως ήθελες κι εσύ, να μου το έλεγες.»
Δε θύμωσα ακριβώς, αλλά ήταν κάπως πικρό. Ένα περιστατικό, όμως, μου ξεχείλισε το ποτήρι. Ήταν τα γενέθλιά μου. Είχα ετοιμάσει σαλάτες από το βράδυ και είχα ψήσει το αγαπημένο μας κοτόπουλο. Ήθελα να μην τρέχω την επόμενη μέρα στα μάτια, να κάτσουμε μαζί στο τραπέζι ήσυχα.
Ο άντρας μου πάντα γυρνούσε πιο νωρίς από τη δουλειά. Δεν σκέφτηκα ποτέ ότι θα έτρωγε τα πάντα. Όταν ήρθα σπίτι, βρήκα όλες τις σαλάτες ξέχειλες έμεινε από μια κουταλιά σε κάθε μπολ. Και για κοτόπουλο, εγώ έφαγα μόνο ένα μπουτάκι.
«Πείναγα τρελά. Δεν σε περίμενα», είπε ο άντρας μου.
Τα ίδια και με τα γλυκά. Τα χώρισα δια δύο. Μισά για μένα, μισά για εκείνον. Κι εκεί ήταν που δεν άντεξα άλλο. Όλη η χαρά που είχα στο δρόμο για το σπίτι, πέταξε.
Στάθηκα μπροστά του και είπα: «Ως εδώ και μη παρέκει. Υπομονή έκανα, αρκετά. Από δω και πέρα θα τα μοιράζουμε όλα. Ψωνίζουμε μαζί, τα μοιράζουμε μισάμισά. Το κοτόπουλο, στη μέση. Γλυκά ή κουλούρια, στη σακούλα χώρια ο καθένας. Τα φρούτα και ό,τι άλλο, το ίδιο. Εσύ φάε το μερίδιό σου όπως θέλεις σε μια μέρα ή μοιρασμένο μέσα στη βδομάδα. Δεν θα μένω πια νηστική ούτε θα τρώω ό,τι περισσεύει επειδή δεν σκέφτεσαι να ρωτήσεις. Ή τα μοιράζουμε όλα ή να ψωνίζω ο καθένας τα δικά του με τα ευρώ του.»
Δεν διαφώνησε. Συμφώνησε χωρίς φωνές. Και τώρα μοιράζουμε όλα τα ψώνια μας στα ίσια. Για μένα και για τον άντρα μου. Έτσι κανένας δεν μένει παραπονεμένος.





