Πρόσφατα γνώρισα μία κοπέλα που, με το που την είδα, μου φάνηκε αληθινά πανέμορφη σχεδόν σαν να είχε βγει από όνειρο. Περπατούσαμε συχνά στους δρόμους της Αθήνας, πηγαίναμε εκδρομές με το αυτοκίνητο στις ακτές της Αττικής, αράζαμε σε καφέ κάτω από τον ήλιο και βλέπαμε ταινίες στα μικρά σινεμά. Όλα αυτά όμως δεν μου ήταν αρκετά· ήθελα να τη βλέπω συνεχώς, όχι μόνο στα διαλείμματα της καθημερινότητας. Χωρίς να χάσω χρόνο, της ζήτησα να παντρευτούμε τι νόημα έχει να περιμένουμε; Αγαπιόμασταν, περνούσαμε καλά μαζί. Έτσι, γίναμε ζευγάρι νόμιμο, ζήσαμε μαζί, γνωριστήκαμε βαθύτερα, και παντρευτήκαμε.
Η μητέρα μου, όμως, δεν συμπάθησε ποτέ τη Θεοδώρα της το είπε ευθέως. Η Θεοδώρα αρνήθηκε να μείνει μαζί μας, παρόλο που εγώ ήθελα να ζούμε όλοι μαζί. Είχαμε ένα δυάρι στο Κολωνάκι: ένα δωμάτιο για εμάς κι ένα για τη μητέρα μου. Η Θεοδώρα δεν ήθελε ούτε να το ακούσει αυτό· επέμεινε ότι πρέπει να μείνω μαζί της στη φοιτητική εστία αυτό ήταν το όνειρό της. Και έτσι έγινε, αμέσως μετά τον γάμο μετακομίσαμε στο δωμάτιο της εστίας που είχε εκείνη, όπως ήθελε.
Δεν φανταζόμουν πως θα βρεθώ ποτέ να ζω σε εστία με τόσο παράξενες συνθήκες. Πρώτα απ’ όλα, δεν άντεχα τις κοινόχρηστες τουαλέτες και τα μπάνια, που μύριζαν αδιάκοπα. Στην αρχή ντρεπόμουν να μπω εκεί μέσα· ούτε να πλυθώ δεν μπορούσα. Και οι κατσαρίδες; Τριγυρίζουν παντού, σαν μικρά σκοτεινά πλάσματα από κάποιο ασυνάρτητο όνειρο. Πώς μπορεί κάποιος να ζήσει εκεί; Η Θεοδώρα δεν τους έδινε σημασία. Μου είπε ότι δεν έχουν φάει κανέναν και δεν θα πάθω τίποτα, πως κάνω μεγάλο θέμα. Αδύνατο να τις ξεφορτωθείς, παντού βρωμιά. Δίπλα μας μένει ένα ζευγάρι που τσακώνεται συνέχεια, φωνάζει, λες και οι εχθρικές λέξεις τους κυλάνε σαν νερό στους τοίχους.
Στην άλλη πλευρά ζει μία οικογένεια με ένα κοριτσάκι που κλαίει κι ουρλιάζει ασταμάτητα. Δεν αφήνουν σε ησυχία ούτε τον εαυτό τους, ούτε εμάς. Και πρόσφατα είχαμε διαμάχη με έναν γείτονα που είχε πιει πολύ σε μια νύχτα βροχής και άρχισε να τσακώνεται πήγα να τον ηρεμήσω, αλλά από τότε προσπαθεί να με μπλέξει σε κάθε είδους φασαρία. Δεν αντέχω άλλο εκεί μέσα. Έχω προτείνει στη Θεοδώρα να νοικιάσουμε διαμέρισμα.
Εκείνη δεν δέχεται. Λέει πως έχει συνηθίσει και νιώθει ευτυχισμένη εκεί, πως εκεί είναι το σπίτι της. Αν μέναμε στο δικό μας διαμέρισμα, ναι αλλά το ενοίκιο είναι αστρονομικό, φτάνει τα 800 ευρώ το μήνα. Πρέπει να δίνω όλο τον μισθό μου. Η μητέρα μου μου πρότεινε να επιστρέψω μαζί της, λέγοντας πως δεν θα ανακατευτεί στη σχέση μας. Αλλά η Θεοδώρα δεν θέλει να ακούσει κουβέντα για μετακόμιση.
Τον τελευταίο καιρό, άρχισε να μου μιλά για παιδιά. Πιστεύει πως ένα παιδί θα δέσει ακόμη περισσότερο την οικογένειά μας. Εγώ θέλω να γίνω πατέρας, το ονειρεύομαι. Όμως μόλις σκέφτομαι τις συνθήκες όπου θα ζει το παιδί μας, ό,τι κι αν ονειρευόμουν σβήνει. Οι φωνές των γειτόνων, οι καβγάδες, τα ουρλιαχτά σαν αιώνια κύματα σε έναν αδιάκοπο ύπνο. Καμιά φορά σκέφτομαι τον χωρισμό· όχι γιατί δεν αγαπώ τη Θεοδώρα, αλλά γιατί δεν αντέχω πια αυτές τις συνθήκες.
Θέλω το μέλλον του παιδιού μου να είναι φωτεινό, να μεγαλώσει με καθαρό αέρα, ηρεμία και ασφάλεια. Δεν ξέρω πόσο ακόμα αντέχω. Τα νεύρα μου είναι τεντωμένα σαν χορδές λύρας. Η Θεοδώρα δεν θέλει ούτε να ακούσει για συμβιβασμό εγκλωβισμένοι σε ένα αλλόκοτο όνειρο, όπου οι τοίχοι ανασαίνουν βαριά και όλα μοιάζουν να κυλούν έξω απ τη λογική.





