Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι το άτομο που θα με πληγώσει περισσότερο θα ήταν η καλύτερή μου φίλη. Τη γνώριζα πάνω από δέκα χρόνια. Είχε κοιμηθεί αμέτρητες φορές σπίτι μου, είχε κλάψει δίπλα μου, ήξερε όλους μου τους φόβους, τα λάθη, τα όνειρά μου. Της είχα τυφλή εμπιστοσύνη.
Όταν γνώρισα αυτόν τον άντρα, της το είπα από την πρώτη μέρα. Έδειχνε χαρούμενη, αλλά πάντα υπήρχε κάτι περίεργο στα λόγια της αντί να πει «χαίρομαι για εσένα», έλεγε «να προσέχεις». Όχι «φαίνεται καλό παιδί», αλλά «μην ενθουσιάζεσαι». Κάθε κουβέντα της ήταν προειδοποίηση, τυλιγμένη με ψεύτικη φροντίδα.
Λίγες εβδομάδες μετά ξεκίνησαν οι συγκρίσεις. «Όλοι σου οι πρώην το ίδιο είναι», μου έλεγε. «Πάντα σου αρέσουν ίδιοι άντρες». Αν μου έστελνε συχνά μηνύματα, «επικίνδυνη ένταση», αν αργούσε να απαντήσει, «σίγουρα είναι με άλλη». Δεν υπήρχε ενδιάμεσο.
Κάποια στιγμή, σαν σε μισοσβησμένο όνειρο, βγήκαμε οι τρεις για ένα ποτό στου Ψυρρή, μέσα σε ένα μπαρ που έμοιαζε να λιώνει όπως τα κεριά μετά τα μεσάνυχτα. Πήγα στην τουαλέτα και όταν γύρισα ήταν τόσο κοντά ο ένας στον άλλον που τα χρώματά τους θόλωναν μαζί. Δεν ήταν τίποτα ξεκάθαρο, αλλά μια αίσθηση αλλόκοτη γέμισε το δωμάτιο. Εκείνο το βράδυ μου έστειλε μήνυμα «ήταν υπερβολικά ευγενικός», είπε, και της φάνηκε ύποπτο. Η αβεβαιότητα έσπειρε ρίζες μέσα μου.
Από τότε όλα πήραν κάθοδο. Κάθε φορά που έκανα σχέδια μαζί του, εκείνη θύμωνε. «Δεν έχεις χρόνο για μένα πια», «έχεις αλλάξει». Μου επαναλάμβανε πως «οι γυναίκες δεν πρέπει να χάνουν τις φίλες τους για έναν άντρα». Όταν εγώ της ζητούσα να βρεθούμε, πάντα είχε μια δικαιολογία.
Η κρίσιμη στιγμή ήρθε όταν μια μέρα μού έδειξε τάχα «σχόλια» ανθρώπων που είχαν, είπε, σχέση μαζί του. Εννοιολογικά αποσπάσματα, μισόλογα, κάτι αστείες δημοσιεύσεις από το Facebook και κάτι «άκουσα ότι». Τη ρώτησα γιατί μου τα λέει όλα τώρα. Χαμογέλασε παράξενα, «δεν ήθελα να σε πληγώσω, αλλά δεν αντέχω άλλο να σωπαίνω».
Σαν να έπεσε πάνω μου ένα σύννεφο τη βδομάδα εκείνη άρχισα να μαλώνω με τον άντρα για όσα παλιά δεν με πείραζαν. Γέμισα την ψυχή μου με αμφιβολίες. Έψαξα το κινητό του. Του ζήτησα εξηγήσεις που ούτε ο ίδιος καταλάβαινε. Στο τέλος κουράστηκε. «Δε νιώθω ότι με εμπιστεύεσαι», μου είπε, «κι όλο τούτο ξεκίνησε από κάπου που ούτε ξέρεις γιατί». Χωρίσαμε, μέσα σε ατέρμονους καβγάδες που δεν είχαν πλέον νόημα.
Το χειρότερο ήρθε αργότερα, σαν να ξύπνησα από εφιάλτη σε γαλάζιο αστικό πρωινό: ένα μήνα μετά έμαθα πως η «καλύτερή» μου φίλη είχε ξεκινήσει να μιλάει μαζί του. Πρώτα είπε πως ήθελε να ξεκαθαρίσουν κάποια πράγματα, μετά πως απλώς «ήπιαν έναν καφέ», στο τέλος παραδέχθηκε πως βλέπονταν συχνά. Όταν τη ρώτησα, δεν είπε συγγνώμη. «Δε φταίω εγώ. Μόνη σου τα έκανες αυτά», μου είπε. Ο ίδιος μου είπε λόγια που ακόμα κρέμονται σαν βαρύ μάρμαρο στη σκέψη μου:
«Έκανα μόνο ό,τι εσύ δεν κατάφερες να κρατήσεις.»
Τότε κατάλαβα τα πάντα. Αυτό δεν ήταν αγάπη. Δεν ήταν ενδιαφέρον. Ήταν ανταγωνισμός. Δεν άντεχε να με βλέπει να προχωράω, να έχω κάτι που εκείνη δεν είχε. Δεν ήθελε να μείνει πίσω.
Τώρα δεν έχω ούτε τον άντρα, ούτε τη φίλη. Έχω όμως διαύγεια. Έχασα δύο σχέσεις, ναι. Μα κέρδισα κάτι ανεκτίμητο: τη βεβαιότητα πως δεν θέλουν όλοι όσοι κάθονται δίπλα σου να σε δουν να ανθίζεις. Μερικοί μόνο περιμένουν τη στιγμή που θα σε σπρώξουν πιο χαμηλά σαν σκιές στις παλιές λαϊκές αγορές, χάνεσαι, πριν καν το καταλάβεις, πίσω από τις μυρουδιές του γιασεμιού και την ψευδαίσθηση της συντροφικότητας.





