Πολύχρωμα Χαρτάκια Καραμέλας (Φαντάκια)

Είσαι και συ μεγάλος φούσκος, Γιωργάκη! Θα έπρεπε να σε δέσουνε σαν το σκύλο του γείτονα, αλλά ποιος; Και δεν είναι και η στιγμή πια! Τόσα χρόνια έζησες, μυαλό όμως δεν έβαλες!

Η κυρά-Σοφία έφτυσε στα πόδια του γείτονά της και, κουτσαίνοντας στο κακό της πόδι, τράβηξε για το σπίτι της. Το καθήκον της το έκανε, από 'δω και πέρα τον λόγο έχει η συνείδησή του. Άνθρωποι μυαλό δεν κατάφεραν να του βάλουν, μήπως το καταφέρει η μοίρα;

Τι ήταν αυτό που σκέφτηκε; Τη μάνα του να τη στείλει σε γηροκομείο! Πού ακούστηκε αυτό; Ναι, τώρα η Κλειώ δεν μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι, αλλά τι είναι για αυτόν, μητέρα του δεν είναι; Πίκρα μεγάλη! Αν είχε ακόμα δύναμη, δεν θα το σκεφτόταν ούτε λεπτό. Θα έπαιρνε την καλή της φίλη σπίτι της. Τώρα όμως

Η Τάνια δύστυχη. Καλή κοπέλα, αλλά δεν είναι και άλογο να τα τραβάει όλα μόνη της. Έμεινε στο χωριό, δεν έφυγε να σπουδάσει όταν αρρώστησε η μάνα της. Είχε φύγει, όμως γύρισε γρήγορα. Δεν άντεξε να αφήσει μάνα και γιαγιά. Βοηθούσε, γιατί ήξερε πως η κυρά-Σοφία δεν μπορούσε πια, ούτε καν τον εαυτό της. Από τότε που έσπασε το πόδι της πριν δυο χρόνια, έγιναν όλα ακόμα χειρότερα. Παλιά κουτσαίνε, τώρα πλέον δεν κάνει ούτε βήμα.

Η μικρή κόρη έλεγε να πάρει τη μάνα της, την κυρά-Σοφία, στην Αθήνα. Αλλά πού να χωρέσουν όλοι; Το διαμερισματάκι μικρό, όλοι με το ζόρι στριμώχνονται. Ο γαμπρός καλός άνθρωπος, αλλά τα οικονομικά δύσκολα. Δυο παιδιά έκαναν, δεν τα βγάζουν πέρα εύκολα. Και η κυρά-Σοφία, τι να βοηθήσει πια; Παλιά είχε το κήπο, κοίταζε τα παιδιά, τώρα όμως; Τίποτα Η Τάνια θυμώνει όταν λέει αυτά για τον εαυτό της, αλλά είναι η αλήθεια: Υγεία μηδέν, και κάθε πρωί μαζεύει τα κομμάτια της για να σηκωθεί απ’το κρεβάτι. Λίγο λίγο, σήκωφτου! Έπειτα άλλη μάχη.

Ευτυχώς που η Τάνια, η εγγονή, είναι γρήγορη σαν το ελάφι. Όσο η γιαγιά της ακόμα στρώνει το περπάτημα, η Τάνια έχει τελειώσει ήδη όλες τις δουλειές, τη μάνα την έχει στολισμένη, μετά φεύγει για δουλειά. Από μικρή πάντα έτσι ήταν, πανέξυπνη!

Η κυρά-Σοφία έκανε τη μεγάλη την κόρη, τη μάνα της Τάνιας, αργά. Δεν το περίμενε πια. Ο πρώτος άντρας της δεν της συγχώρεσε πως ήταν «άδεια» την άφησε. Η ίδια πληγώθηκε, αλλά κατάλαβε πως δεν την αγαπούσε στ’ αλήθεια. Εκείνη καιγόταν, εκείνος ούτε.

Παλιά ήταν πολύ όμορφη η κυρά-Σοφία, λέει πως όλο το χωριό μιλούσε. Οι γονείς την παρακινούσαν να παντρευτεί, αλλά εκείνη ζητούσε αγάπη. Περίμενε, περίμενε, ώσπου ένας φαντάρος από το διπλανό χωριό ήρθε. Δεν τον ήξερε καν, είχε μεγαλώσει αλλού. Τον λάτρεψε από την πρώτη ματιά. Κατευθείαν ήρθε με προξενιό. Η μάνα της χαρά, της έφυγαν όλα τα βάσανα.

Κάνανε γάμο λαμπρό, μα η κυρά-Σοφία δεν πήρε χαμπάρι το μουρμουρητό να πλανάται στα τραπέζια. Μόνο όταν η πεθερά την έπιασε από το χέρι και την πήγε σε μια γυναίκα με μαύρο μαντίλι κοντά στο καροτσάκι κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά. Μετά έμαθε ότι ο άντρας της είχε ένα παιδί με άλλη από πριν τον γάμο.

Δεν του απαγόρευσε ποτέ να δει το παιδί του, αλλά εκείνος δεν ήθελε. Γρήγορα κατάλαβε πως ο Αλέξανδρος ήξερε να αγαπά μόνο τον εαυτό τουοι άλλοι απλώς συμπληρώματα στον πίνακα.

Ήταν καλός νοικοκύρης, το σπίτι γεμάτο, αλλά ζεστασιά ποτέ. Πίστευε πως, όταν θαχαν παιδιά, θα βελτιωθείμοναχά ελπίδες. Ώσπου της είπε πως δεν είναι καν γυναίκα γιατί δεν μπορεί να κάνει παιδιά. Εκεί το κατάλαβε. Ήταν δρόμος ατελείωτος, να βαδίζεις μα τίποτε να μη φτάνεις.

Χωρίσαν σαν να μην έγινε τίποτα. Ο Αλέξανδρος έφυγε μόλις βγήκαν τα χαρτιά, το σπίτι το άφησε σε εκείνη. «Μη μου κρατάς κακία. Φταίξαμε κι οι δυο.»

Δεν τον συγχώρεσε ποτέ τελείως, αλλά ένιωσε λίγο καλύτερα. Τι να κάνουν, όταν έτσι τα έταξε η μοίρα; Ο Θεός τού της πλούσια ομορφιά, αλλά ευτυχία λειψή.

Δύο χρόνια έζησε μόνη. Περπατούσε στα στενά με το κεφάλι ψηλά και δεν έδινε σημασία στις κουβέντες του κόσμου. Όμως ήθελε να γυρίζει σε σπίτι με φωνές και ζωή.

Με τον Νίκο τα έφτιαξε αργά. Ήταν καινούριος στο χωριό, διόρθωσε το παλιό σπίτι του παππού, άνοιξε χωράφι. Βοηθούσε τους άλλους, αρνιόταν όμως βοήθεια. Ήρεμος, ευγενικός, άρχισε να της φέρεται όμορφα. Δεν περίμενε τίποτα σπουδαίο η Σοφία. Τουλάχιστον δε θα ήταν μόνη στα γεράματα. Ο Νίκος ήταν τρυφερός, πάντα κάτι έφερνε στο σπίτι, πάντα βοηθούσεκι έτσι αποφάσισε: Χειρότερα δε θα γίνει. Ας λέει ό,τι θέλει ο κόσμος.

Η μοίρα χαμογέλασε: Έμεινε έγκυος στα κρυφά, ούτε το κατάλαβε. Πέντε μηνών ήταν όταν η Κλειώ, φίλη της, της το επεσήμανε. Στην Αθήνα επιβεβαίωσε τη χαρά της. Μια κόρη, μετά ακολούθησε άλλη μια. Και η ζωή της πήρε φως!

Τις μεγάλωνε νοικοκυρεμένες, πάντα καθαρές, ποτέ φωνές ή ξύλο. Στο λάστιχο τις έβαζε να πλένουν μουτζουρωμένες κάλτσες κι αν χαλούσαν κάτι, τις έμαθε να το μαντάρουν.

Ο Νίκος πέθανε λίγο αφού παντρεύτηκε η μικρή κόρη. Πήγε στην Αθήνα να τη δει, εκεί έμεινε. Την κυρά-Σοφία την πήρε μαύρη πίκρα. Αν δεν ήταν τα παιδιά, ίσως να τον ακολουθούσε. Μα λίγο μετά, γεννήθηκε η Τάνια πισω από τη μεγάλη κόρη και η χαρά της ξαναγύρισε.

Με τα εγγόνια ζούσε. Από τη μικρή κόρη μόνο γιορτές και διακοπές την έβλεπαν. Η Τάνια όλο κοντά της.

Μεγάλωσε η Τάνιαφτυστή η γιαγιά της: ίδια ομορφιά, τσαγανό και πείσμα. Άμα έβαζε κάτι στο κεφάλι πάει τελείωσε! Πάλευε στα μαθήματα, αλλά η καρδιά τα άλλαξε όλα.

Η Τάνια ερωτεύτηκε τον γείτονα: τον Γιώργο. Πέντε χρόνια μεγαλύτερος, αυτός άντρας, εκείνη 16 χρονών κοπελίτσα. Εκείνος ούτε που την έβλεπε· ήταν ήδη ερωτευμένος με μια άλλη, τη Μαρίνα. Η Μαρίνα δεν ήταν η πιο όμορφη, αλλά ήξερε να σταθεί και ντυνόταν καλύτερα από όλες. Ο πατέρα της την κακομάθαινε, μοναχοκόρη.

Η Μαρίνα όμως ήταν περήφανηόποιος δεν έπεφτε στα πόδια της, του φύλαγε μούτρα. Στην αρχή κοίταζε τον Γιώργο με μισό μάτι, μετά όμως Ξεκίνησε ένα περίεργο ειδύλλιο, αλλά στην πραγματικότητα ο δικός της γαμπρός ήταν άλλοςμε μοτοσυκλέτα από το διπλανό χωριό. Κάποια φορά εξαφανίστηκαν μαζί και γύρισε σπίτι της χαράματα, χτυπημένη και με σκισμένο φόρεμα. Μόνο η κυρά-Σοφία το είδε, που είχε βγει στον κήπο πρωί πρωί. Η Μαρίνα πέρασε μπροστά της χωρίς να μιλήσει.

Μετά από μια εβδομάδα όλο το χωριό ούρλιαζε: παντρεύουν τη Μαρίνα άρον-άρον. Ο Γιώργος πανευτυχήςη Κλειώ, όμως, το ένιωσε περίεργα. «Δεν είναι απλό αυτό οι γονείς τη στέλνουν γρήγορα να μην ακουστούν κουβέντες.»

Η Τάνια τρελάθηκε. Έκλαιγε μέρες ατελείωτες, κοιτούσε απέναντι το σπίτι του Γιώργου που ετοιμαζόταν για γάμο. Ξάπλωνε στον τοίχο και θρηνούσε σιωπηλή. Η γιαγιά και η μάνα της την παρακαλούσαν να φύγει, να πάει στην Αθήνα, να σπουδάσει, να παντρευτεί αλλού να μην τον ξαναδεί. Αλλά η Τάνια ήταν ανένδοτη.

Όταν ήρθε η μέρα του γάμου, η Τάνια πήγε, αμίλητη, στεγνή πλέον από δάκρυα. Δεν κάθισε, δεν απάντησε στις φίλες της. Έφυγε μόνη της, αθόρυβα. Η μάνα της τη βρήκε να ετοιμάζεται. Τους χαιρέτησε και έφυγε στην Αθήνα.

Ο χρόνος, λένε, όλα τα γιατρεύει.

Πήγε να συνηθίσει, όμως κακό άργησε να συμβεί. Η μάνα της μπήκε στο νοσοκομείο, από όπου γύρισε κατάκοιτη.

Ξανά η Τάνια, βαριά την καρδιά, γύρισε στο χωριό. Η κυρά-Σοφία ανήμπορη, πρέπει κάποιος να βοηθήσει· δουλειά στη φάρμα, μικροζωάκια, με τα χρήματα όλα δύσκολα το μόνο που μπορούσε να κάνει.

Παράλληλα βοηθούσε και την Κλειώ. Από τη μέρα που πέθανε ο άντρας της είχε χάσει το νου της. Ο γιος της, ο Γιώργος, είχε μετακομίσει, σπάνια τηλεφώνημα, μόνο χρήματα περνούσε. Τα παιδιά του, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, τα γέννησε η Μαρίνα, αλλά η Κλειώ ποτέ δεν τα είδε. Η Μαρίνα δεν ήθελε να ξαναπατήσει στο χωριόο Γιώργος ήταν στο τιμόνι, δουλειά σκληρή, μακριά απ το σπίτι. Η Κλειώ καταλάβαινε το βάρος μέσα από λίγες λέξεις στα γράμματα του γιου της.

Η στεναχώρια την τσάκισε. Η Τάνια την πήγε στο νοσοκομείο της περιφέρειας. Η Σοφία ειδοποίησε τον Γιώργο, αλλά δεν φάνηκε ποτέ. Μάλλον το γράμμα χάθηκε, ή αλλιώς δεν ξέρει κανείς.

Να τος ο φούσκος! Μάνα άφησε έτσι! Εγώ τον είχα για άνθρωπο

Γιαγιά, περίμενε! Εσύ δε μου έμαθες να μη βάφουμε τους ανθρώπους με πίσσα πριν μάθουμε την αλήθεια; Ίσως έχει λόγο, ίσως όχι. Ας κρίνει μόνος του.

Δεν ξέρω, κορίτσι μου. Κάποτε τον είχα εκεί ψηλά, τώρα; Πού πήγε όλη εκείνη η ανθρωπιά;

Γιατί τον φωνάζεις φούσκο;

Α, είναι παλιά ιστορία. Μικρούλης ήταν, έξι-εφτά χρονών. Τότε τα παιδιά μάζευαν χαρτάκια από σοκολάτες θυμάσαι που είχαμε για θησαυρό τα περιτυλίγματα; Δεν είχαμε λεφτά για γλυκά, τα μαζεύαμε. Ε, η Κλειώ είχε δυο κότες σπάνιες. Όμορφεςόλο φούσκες και άσπρες πούπουλες. Ένας φίλος του Γιώργου ήρθε με το σκυλί του, κυνηγόσκυλο ήταν κι έγινε ζημιά: Πήδηξε το σκυλί και σκότωσε και τις δυο κότες. Η Κλειώ έκλαιγε μέρες, κι ο Γιώργος τότε; Τα μάζεψε όλα τα χαρτάκια του, πήγε στο παιδί που συχνά πήγαινε Αθήνα με τον πατέρα του και τον παρακάλεσε να φέρει άλλη κότα στην Κλειώ. Του έδωσε όλο το κουμπαρά του. Και της αγόρασε ίδια κότα. Η Κλειώ πανευτυχής, όχι για την κότα μόνο, μα γιατί ο γιος της έδειξε ήθος. Και τώρα; Πού πήγε αυτή η καρδιά, Τάνια μου;

Η Σοφία απελπίστηκε όταν έμαθε πως η Κλειώ, απ την ντροπή της, θέλησε να πάει σε γηροκομείο. Ανέβηκε στο κατώφλι του Γιώργου, έκανε τη φασαρία της και δεν άφησε κανέναν να δικαιολογηθεί. Η Τάνια όμως δεν άντεξε. Φόρεσε τις παντόφλες της κι έτρεξε:

Γιώργο, τι θες να κάνεις; Δεν θα παρατήσεις τη θεία Κλειώ! Αν θέλεις, φύγε, εμείς θα τη φροντίζουμε. Τι διαφορά κάνει μια κλίνη παραπάνω; Άλλη μια στην κρεβατοκάμαρα της μαμάς. Πάει κι τέλειωσε!

Ξαφνικά, γέλασε η Κλειώ και ο Γιώργος χαμογέλασε κι αυτός.

Δεν με έδιωχνε ο Γιώργος, εγώ το ζήτησα. Δεν ήθελα να γίνω βάρος.

Ε, εγώ μένω εδώ με τη μάνα μου! Πού να φύγω;

Και η βαλίτσα;

Πρέπει να πάω Αθήνα να τακτοποιήσω δουλειές, να πάρω το επίδομα, να φέρω τα πράγματα. Τα παιδιά θα μείνουν εδώ, τα προσέχεις; Θα επιστρέψω γρήγορα.

Η Τάνια στάθηκε μπροστά του:

Τα παιδιά εδώ. Εγώ τα προσέχω. Κι εγώ θα σε περιμένω. Το κατάλαβες;

Το κατάλαβα Πώς δεν σε είδα τόσα χρόνια;

Πάρε καλά γυαλιά στην Αθήνα! Ούτε να με προσπεράσεις ξανά! πήρε αγκαλιά το κοριτσάκι του, που την έσφιξε στα πόδια.

Πάμε να δούμε τη γιαγιά Σοφία; Έχει βάλει ζύμη για πίτες. Σας αρέσουν οι πίτες; Ε, λοιπόν πάμε!

Χρόνια μετά, ο Γιώργος έβγαλε τη μάνα του και τη γιαγιά Σοφία στο κατώφλι:

Λοιπόν, μανούλες! Σιγά-σιγά στα καινούρια καθιστικά που έφερα από την Αθήνα! Να κάθεσαι, να ξαπλώνεις, να αγναντεύεις το γιασεμί και τη λεμονιά. Ομορφιά!

Ξύπνησαν οι μικροί, αλλά η Τάνια ακόμα να φανεί. Πάω να δω γιατί φωνάζουν.

Πότε γυρνάει η Τάνια μας;

Σήμερα το τελευταίο της μάθημα. Είπε θα το τελειώσει γρήγορα, να έρθει νωρίς.

Το αυτοκίνητο σταματάει στο καγκελάκι. Τα παιδιά που μαζεύουν βύσσινα στη βυσσινιά, πετάγονται και τρέχουν φωνάζοντας:

Μαμά! Ήρθε η μαμά!

Η Τάνια, γυναίκα πια, δυνατή και γελαστή, ανοίγει τα χέρια της για να δεχτεί τα ατίθασα πιτσιρίκια, κλείνει το μάτι στον άντρα της:

Πέντε!

Ποιος το περίμενε για σένα! γελάει ο Γιώργος.

Τα δίδυμα, μιας και μοιάζουν στη μάνα τους, δεν αγαπούν την αναμονή· σ αυτό μοιάζουν στον πατέρα τους. Όλοι παιδιά, φούσκοι και φασαριόζικα. Και σε όλη αυτή τη φασαρία, όλοι τους μαθαίνουν ότι η ζωή δεν μετριέται με τύχες ή χαρτάκια, αλλά με το πώς τα μοιράζεσαι όταν πρέπει.

Γιατί το αληθινό μεγαλείο είναι να σώζεις ό,τι αγάπησες, όχι μόνο να το διεκδικείς.

Oceń artykuł
Πολύχρωμα Χαρτάκια Καραμέλας (Φαντάκια)