Ποιος ξέρει πού θα στρίψει το ποτάμι της μοίρας
Τον τελευταίο μήνα, ο Γιώργος ήταν αλλιώτικος, μελαγχολικός και λιγομίλητος με τη γυναίκα του, την Ειρήνη. Η Ειρήνη τον κοιτούσε, κι όλο σκεφτόταν:
Κάτι έχει πάθει. Σίγουρα είναι άρρωστος, κι εκείνος πλησιάζει τα σαράντα πέντε, πρέπει να γιορτάσουμε τα γενέθλιά του με οικογένεια και φίλους σε ένα καλό μεζεδοπωλείο. Πρέπει να τον πάρω από το χέρι να τον πάω σε γιατρό, ξέρω κάποιον δικό μας στο Κέντρο Υγείας. Πρέπει να του κάνουμε εξετάσεις…
Η Ειρήνη τα εκμυστηρευόταν όλα αυτά στην καλή της φίλη, τη Σοφία, που κάποια στιγμή της είπε:
Κι ο Μάκης ο δικός μου όταν ερωτεύθηκε κάποια άλλη, έτσι μελαγχολικός έγινε.
Μα τι λες τώρα, Σοφία; Πώς συγκρίνεις τον Μάκη σου με τον Γιώργο μου; Την αγνόησε η Ειρήνη.
Και γιατί να είναι καλύτερος ο δικός σου;
Το θέμα είναι ότι δεν είναι! Ο δικός σου είναι γόης, αστείος και ευχάριστος στην παρέα. Ο δικός μου ο Γιώργος είναι άνθρωπος της σιωπής, ούτε δύο λέξεις δεν λέει. Εγώ του πρότεινα να παντρευτούμε τότε, νιόπαντροι και στα νιάτα μας! Και αν δεν πήγαινα να μείνω μαζί του, ακόμα μόνος θα ήταν.
Πέρσι, η Σοφία έπιασε τον Μάκη με κάποια άλλη. Η Ειρήνη προσπαθούσε να την παρηγορήσει.
Άσε τον να φύγει, κοίτα τη ζωή σου, μην κλαις άλλο και πέτα αυτό τον προδότη έξω.
Η Σοφία μπήκε σε μια άλλη φάση: Πήγαινε σε μπαρ, φλέρταρε, έκοψε κοντά τα μαλλιά της για να αλλάξει λέει στιλ, ενώ η Ειρήνη την κοιτούσε με απορία. Εκείνη πρότεινε να γραφτεί σε μαθήματα χορού, να καλλιεργηθεί, να κάνει γυμναστική και να κοιτάξει τον εαυτό της ουσιαστικά.
Τελικά, όμως, η Σοφία τον συγχώρησε τον Μάκη. Η Ειρήνη δεν κατάλαβαινε τη φίλη της:
Εγώ δεν θα συγχωρούσα ποτέ τον Γιώργο μου, σκεφτόταν.
Με τον Γιώργο ήταν μαζί χρόνια πολλά, σε λίγο κλείνουν είκοσι έξι χρόνια παντρεμένοι. Γνώρισαν και στήριξαν ο ένας τον άλλο, μεγάλωσαν δύο γιους, τώρα πια σιγά σιγά να ετοιμάζονται για τα ήρεμα γεράματα. Αλλά ακόμα δεν είναι μεγάλοι, πρέπει να οργανώσει η Ειρήνη τα γενέθλια του άντρα της το συζήτησε με συγγενείς, και μετά θα το πει κι εκείνον.
Γνωρίστηκαν πριν τελειώσουν τη σχολή. Σε μια εκδρομή στο Ταΰγετο, σε εντελώς διαφορετικά τμήματα, κι έμεναν στην ίδια πόλη, στη Λάρισα. Το τέταρτο έτος, έγινε η εκδρομή με φοιτητές δυο τμημάτωνεκεί ήταν. Γύρω από τη φωτιά, η Ειρήνη παρατήρησε πρώτη τον ντροπαλό Γιώργο στην αρχή ντρεπόταν, αλλά άρχισε να τον φροντίζει χωρίς να το καταλάβει, του έραβε πουκάμισα, αν σκίστηκε πουθενά.
Ο Γιώργος της κουβαλούσε το σακίδιο στην ανηφόρα και έτσι αθόρυβα ήρθαν κοντά έτσι από φίλοι έγιναν ζευγάρι. Παραδέχτηκε πρώτη ότι τον αγαπούσε και στη συνέχεια κι εκείνος το είπε ψιθυριστά:
Ειρήνη, νομίζω πως κι εγώ σε έχω ερωτευτεί.
Ε, τότε να μοιραστούμε τη ζωή μας, θα φέρω τα πράγματά μου σπίτι σου, να παντρευτούμε εκείνος δεν είπε όχι.
Και μετέφερα λοιπόν όλα μου τα πράγματα, πήγα να ζήσω με τη γιαγιά του. Αυτός ζούσε μαζί της γιατί ήταν άρρωστη και η μητέρα του δεν είχε ποτέ καλή σχέση με τη συμπεθέρα της, δεν ήθελε να τη φροντίζει. Ο εγγονός όμως ήταν καλόκαρδος, μέχρι να εμφανιστεί η Ειρήνη, που της πρόσφερε φροντίδα.
Γιωργάκη μου, καλή σου τύχη αυτή η Ειρήνη, θα γίνει σπουδαία νοικοκυρά, σπίρτο κορίτσι! Να την αγαπάς και να την σέβεσαι αν παντρευτείτε, το σπίτι θα το γράψω σε εσάς. Φρόντισε την, αγόρι μου.
Παντρεύτηκαν, η γιαγιά έφυγε από τον κόσμο, ήρθαν τα παιδιάο Νίκος και ο Πέτρος, τώρα πια είναι 23 και 21 χρονών. Πέρασαν τα χρόνια ήρεμα, κάναν διακοπές οικογενειακές, κανένα παράπονο, μέχρι που ο Γιώργος άρχισε να αλλάζει. Κάποια μέρα της είπε:
Μπορείς να πεις ότι πέρασε η ζωή μας κι εμείς δεν χαρήκαμε τίποτα ιδιαίτερο, μάνα
Η Ειρήνη αντέδρασε:
Τι λες, Γιώργο μου; Έχουμε περάσει τόσες διακοπές, ήμασταν στη Λευκάδα, στη Σαντορίνη, στα βουνά, πήγαμε ταξίδια εξωτερικό, στην Κωνσταντινούπολη, μεγάλωσαν τα παιδιά, σύντομα θα ρθουν τα εγγόνια
Δεν είναι αυτό που εννοώ, είπε σιωπηλά και την κοίταξε περίεργα.
Η Ειρήνη οργανώθηκε: σκέφτηκε να καλέσει τους παλιούς φίλους, τον Μανόλη και την Άννα, που μένουν πια στην Πάτρα, για το πάρτυ των γενεθλίων.
Να τους καλέσουμε, Γιώργο, τι λες;
Ποια γενέθλια;
Τα δικά σου, που πλησιάζεις τα 45. Θα το γιορτάσουμε σε μεζεδοπωλείο.
Α, δεν το ήξερα είπε με παράξενη φωνή.
Και να σου η Ειρήνη, τρεις ώρες μόνη της στον καναπέ, χωρίς δάκρυα, μόνο σκυφτή:
Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα μου συμβεί αυτό
Εκείνη τη μέρα ήρθε ο Γιώργος νωρίς απ τη δουλειά πράγμα σπάνιο, γιατί όλο δούλευε μέχρι αργά.
Καλησπέρα, είπε και κάθισε στην κουζίνα χωρίς να βγάλει καν το δερμάτινο μπουφάν.
Έλα, βγάλε το μπουφάν, πλύνε τα χέρια, να κάτσουμε να φάμε, του είπε.
Ο Γιώργος έμενε σιωπηλός, με το κεφάλι χαμηλά.
Ειρήνη φεύγω από εσένα, συγγνώμη, είπε χαμηλόφωνα.
Τι σημαίνει φεύγεις; Πού πας δηλαδή; Για βγάλε το παλτό και σταμάτα τις κουβέντες Είπα να σε πάω σε γιατρό, κάτι έχεις
Σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε στα μάτια:
Δεν είμαι άρρωστος. Εδώ δεν μιλάμε για γιατρούς Ειρήνη, είμαι ερωτευμένος άλλον χρόνο, πάνω από δύο χρόνια τώρα βλέπω μια συνάδελφό μου.
Νέα είναι; τον διακόπτει απότομα η Ειρήνη.
Όχι, είναι περίπου στην ηλικία μου, δεν είναι ομορφιά, είναι απλά μια γυναίκα αληθινή γυναίκα.
Κι εγώ τι είμαι; απόρησε η Ειρήνη.
Εσύ είσαι αρχηγός μου εγώ το σκυλάκι σου, ακολουθώ ό,τι αποφασίζεις εσύ. Εσύ οργανώνεις τα πάντα, ακόμα και τι ρούχα φοράω, πού θα πάμε διακοπές, τι θα φάμε Ποτέ δεν ρώτησες τι θα ήθελα εγώ. Δίνω τον μισθό μου σε σένα, δεν μπορώ να πιω μια μπίρα με τους συναδέλφους γιατί όλο δεν έχω χρήματα στην τσέπηόλα τα χειρίζεσαι εσύ, μου δίνεις ελάχιστα για καφέ και τσιγάρα. Δεν νιώθεις ότι για έναν άντρα αυτό είναι ντροπή;
Η Ειρήνη έσκυψε, τον κοίταξε στα μάτια…
Γιώργο, έτσι ήταν πάντα, τι έπαθες ξαφνικά; Εντάξει, θα σου δίνω χρήματα να πηγαίνεις με τους φίλους σου, θα πάω και μαζί σου στο γήπεδο, να διαλέξεις εσύ ρούχα
Ο Γιώργος την κοίταζε περίεργα:
Ειρήνη, δεν καταλαβαίνεις Θέλω να ζω ελεύθερος, να παίρνω μόνος μου αποφάσεις, να είμαι ανεξάρτητος. Εσύ με ορίζεις σε κάθε κίνηση, δεν με αφήνεις χώρο, δεν έχω αναπνοή. Δεν αντέχω άλλο.
Μα καλά, αυτή δηλαδή δεν σου λέει τι να κάνεις; ρώτησε με πόνο.
Όχι. Με αφήνει να την φροντίζω σαν άνδρας, αισθάνομαι άνδρας κοντά της!…
Η Ειρήνη ποτέ δεν τον είχε δει έτσι. Ήταν σαν να ξαναγεννήθηκε μπροστά της, αληθινός, νέος. Κατάλαβε τότε πως ήταν ερωτευμένος πραγματικά.
Δεν είναι σωστό, όμως, έλεγε από μέσα της. Σε αυτήν την ηλικία αυτά τα πράγματα; Και τι θα πει ο κόσμος; Δεν σκέφτεσαι τη σοβαρότητά μας; Όλοι μας θαρρούν για το τέλειο ζευγάρι
Ποιος κόσμος, Ειρήνη; Ποια τελειότητα;
Εκείνο το βράδυ, κατάλαβε ότι ο Γιώργος είχε ξεσηκωθεί, δεν είχε γυρισμό. Μάταια τον αγκάλιασε, απομάκρυνε τα χέρια της, πήρε μια βαλίτσα με λίγα ρούχα και έφυγε. Η Ειρήνη έμεινε στη σιωπή, με ένα απέραντο κενό.
Ποιος να περίμενε πως από μια ασφαλής, παντρεμένη γυναίκα θα γινόμουν ξαφνικά μόνη; Και μπροστά μόνο μοναξιά…
Τηλέφωνησε στη Σοφία· ήρθε σαν αστραπή.
Ειρήνη, είμαστε ακόμα στα καλύτερά μας! Μην το βάζεις κάτω. Θυμήσου που με παρότρυνες να ασχοληθώ με τον εαυτό μου, να αλλάξω… Ο Μάκης τελικά γύρισε και το μετανιώσει, σ αγαπάει, ε και ο Γιώργος ίσως γυρίσει, ποιος ξέρει αν κι εγώ αμφιβάλλω, ο Γιώργος σου φαίνεται να το χει πάρει απόφαση.
Όχι, Σοφία, τελείωσε. Ο Γιώργος δεν επιστρέφει. Τα είπε όλα. Αυτός είναι.
Όταν η φίλη της έφυγε, έμεινε για ώρες χαμένη στη σκέψη. Δεν ήξερε τι να κάνει, να φροντίσει ποιον, ποιον να καθοδηγήσει τώρα; Έπρεπε να μάθει να ζει με τον εαυτό της, να αναζητήσει νέα ισορροπία.
Ποιος ξέρει, όμως, πώς θα φέρει το ποτάμι της μοίρας τα πράγματα; Ίσως μια μέρα βρεθεί σ ένα νέο γιαλό, σε έναν καινούριο προορισμό που δεν περίμενε ποτέ της.
Γιατί η ζωή δεν σταματά όταν αλλάζουν οι ρόλοι· πάντα αφήνει μια αχτίδα ελπίδας εκεί που λιγότερο το φαντάζεσαι.


