Πιο Δικό Δεν Υπάρχει… Η Βάσω με την κόρη της κατέβηκαν από το λεωφορείο στην άκρη του χωριού. Ο ήλιος πάλευε να διαπεράσει τα γκρίζα χιονισμένα σύννεφα, το κρύο τσιμπούσε τα μάγουλα και το μάτια τους έκλειναν από τη λάμψη του κατάλευκου χιονιού. — Μαμά, γιατί σε αυτό το σπίτι δεν μένει κανείς; ρώτησε η μικρή καθώς περνούσαν μπροστά από το μοναχικό, εγκαταλελειμμένο σπίτι στην άκρη του χωριού. — Εκεί ζούσε κάποτε μια γερόντισσα. Ποτέ δεν είδα κανέναν δικό της να έρχεται. Έζησε μέχρι τα εκατό δύο της, και τότε έφυγε. Η γιαγιά άναβε μόνη της τη σόμπα, στο παντοπωλείο και για νερό πήγαιναν οι γείτονες. Άφηναν ψώνια ή κουβά με νερό στη βεράντα κι εκείνη έπαιρνε ή το κουβά την επόμενη μέρα. Εμείς με τα κορίτσια βοηθούσαμε. — Κι αν τα έκλεβαν τα λεφτά ή τα ψώνια; απόρησε η μικρή. — Δεν τα έκλεβε κανείς. Τη φοβόντουσαν — τη θεωρούσαν μάγισσα. Μια φορά κανείς δεν πήρε τα ψώνια από τη βεράντα και κατάλαβαν ότι είχε φύγει. Πάλι όμως δίσταζαν να μπουν. Μα κάποια στιγμή μπήκαν και την κήδεψαν. Από τότε το σπίτι μένει άδειο. — Αλήθεια μάγισσα; — Μύθοι όλα αυτά. Γερόντισσα, τίποτα άλλο. Κανείς δεν ήξερε την ηλικία της. Οι μισοί έλεγαν διακόσια, οι άλλοι τριακόσια. Τελικά βρήκαν τα χαρτιά — ήταν 102. Η μικρή σιώπησε. Είχαν πια αφήσει πίσω το εγκαταλελειμμένο σπίτι. Τα υπόλοιπα σπίτια, νοικοκυρεμένα, με χιόνι σκουπισμένο στις αυλές. — Μάλλον γι’ αυτό φοβούνται να μπουν; δεν ξεκολλούσε η μικρή από τη σκέψη. Η Βάσω διέκρινε γνώριμη φιγούρα έξω από ένα σπίτι. — Η γιαγιά ήρθε να μας περιμένει! Τρέχα! — Γιαγιά! φώναξε η μικρή τρέχοντας κοντά της, καθώς η γιαγιά άνοιξε διάπλατα τα χέρια για να την αγκαλιάσει. Η Βάσω μεγάλωσε στο χωριό, της άρεσε να επιστρέφει σπίτι. Ανέπνεε καλύτερα από την πόλη. — Μαμά! ψιθύρισε, κι η μαμά της την αγκάλιασε και κράτησε σφιχτά τη μικρή από την άλλη. — Το ήξερα ότι θα ‘ρθείτε, έφτιαξα πίτες. Κάθε Σάββατο βγαίνω να σας βρω, συνέχεια σας περιμένω. Τι στεκόμαστε στο κρύο; Ελάτε μέσα. Μέσα μύριζε ζεστασιά, πίτα και κάτι απροσδιόριστο, βαθιά οικείο. Όλα ήταν όπως πάντα. Η Βάσω περιεργάστηκε το χώρο, χαμογέλασε ευτυχισμένη. Τι όμορφα που είναι το σπίτι! — Καλά κάνατε και ήρθατε! Για πολύ θα μείνετε; Και χωρίς το Λεωνίδα; — Δουλεύει, δεν κρατηθήκαμε, ήρθαμε. Στις γιορτές το σκεφτόμασταν αλλά η μικρή αρρώστησε, μετά και ο Λεωνίδας. Φεύγουμε Κυριακή βράδυ, τη Δευτέρα δουλεύουμε. Η Βάσω παρατήρησε πόσο είχε γεράσει η μαμά της. Πήγε και την αγκάλιασε. Ο πατέρας είχε πεθάνει πριν δυο χρόνια, μολονότι νεότερός της. Από τότε την έβλεπε να λυγίζει. Άλλωστε, η ζωή στο χωριό δεν ήταν ποτέ εύκολη. — Τώρα θα σας ταΐσω! Σίγουρα πεινάτε. — Η Τασία πήγε στην κουζίνα πίσω από τη σόμπα, έκανε θόρυβο με τα πιάτα. Η μικρή κόλλησε πίσω της. Στρώθηκαν στο τραπέζι. Η Βάσω και η μικρή, πεινασμένες, θα τα έτρωγαν όλα. Μα έφαγαν λίγο και νύσταξαν. Η μικρή παρασύρθηκε στην αγκαλιά της γιαγιάς. — Κουράστηκες στο ταξίδι, αστέρι μου, μεγάλωσες, θα με περάσεις! Πάμε, να σε ξαπλώσω. Η Τασία πήρε το παιδί στο παλιό δωμάτιο. Κάποτε ήταν της Βάσως — ένα δωματιάκι που χώριζαν με ντουλάπι αν χρειαζόταν. — Άστη να κοιμηθεί. — Γύρισε στη Βάσω. — Πώς τα περνάτε εσείς; Όλα καλά; — Όλα καλά, μαμά. Ξέρεις, στον σταθμό είδαμε τη Ρούλα από το δίπλα χωριό. Με φώναζε Όλγα αντί για Βάσω, παιδί σου της είπα, μα συνέχιζε. Τόσο μοιάζω στην αδερφή σου; Έχεις φωτογραφία της; — Πόσες φορές δεν την έχεις δει… — απομάκρυνε το βλέμμα η Τασία. — Ξαναδείξε μου, θέλω. — Καλά, θα σου φέρω το κουτί. Έφερε ένα κουτί παπουτσιών με παλιές, κίτρινες φωτογραφίες. Και κανούριες, έγχρωμες. — Να εδώ μικρή. Εσύ στην πέμπτη τάξη. Η μικρή σου μοιάζει πολύ. Κι εδώ… — συνοφρυώθηκε η Τασία. — Ποια λες να είναι; — Εγώ! Μα δεν έχω τέτοια. — γέλασε η Βάσω. — Είναι η θεία σου, η μικρή μου αδερφή, η Όλγα. — Μα ίδιο πρόσωπο! — Να και η τελευταία της, από την αποφοίτηση. — της έδειξε μια φωτογραφία μιας όμορφης ξανθιάς. — Σαν εικόνα ήτανε, να τη βλέπεις και να μην τη χορταίνεις. Η Βάσω παρατηρούσε φωτογραφία. — Πόσο παράξενο… Σε σένα καθόλου δεν μοιάζω. — Λοιπόν, καιρός να σου πω. Αρκετά το κράτησα μέσα μου, καιρός να μην φύγω με αυτό. — Η Τασία σταμάτησε. — Η Όλγα… είναι η πραγματική σου μάνα. Συγγνώμη που δεν στο είπα νωρίτερα. Το έκανα για σένα. — Η μάνα μας έμεινε έγκυος αργά, δεν ήθελε άλλο παιδί, κουβαλούσε βαριά πράγματα, έκανε ατμόλουτρα, μήπως ρίξει. Κι όμως, η Όλγα γεννήθηκε. Όμορφη από μωρό. Εγώ ήμουν δεκαπέντε, βοηθούσα, έγινα δεύτερη μάνα της. Οι νέοι έφευγαν για Αθήνα μετά το σχολείο. Εγώ δεν ήθελα να την αφήσω. Γάμος δεν βρέθηκε, μόνο χήροι κι αλκοολικοί είχαν μείνει και δεν ήθελα τέτοια ζωή. Έμεινα μόνη. Κι η Όλγα ήθελε να φύγει για την πόλη. Το ‘κανε — και μετά από δυο χρόνια γύρισε, αλλά με σένα στην αγκαλιά της. Μωρό ήσουν, δεν ήξερα πώς να σε πιάσω. Κι η Όλγα, λες και σου χάρισε όλη την ομορφιά της. Έγινε αδύνατη, νευρική. Μέρες σιωπηλή, άλλες γελούσε ασταμάτητα. Μετά από δυο μέρες έφυγε. Σε άφησε κι έφυγε στην Αθήνα. Για τα ναρκωτικά. Χρειαζόταν τη δόση της. Αυτό το μάθαμε μετά. Εκεί πέθανε, από υπερβολική δόση. Πήγα εγώ στην κηδεία, η μάνα μας ήταν άρρωστη. Η μάνα είπε να σε δώσουμε σε ίδρυμα. Δεν το δέχτηκα. Είπα, μια που έμεινα μόνη, τουλάχιστον να ‘χω εσένα. Δεν είσαι ξένη. Στο χωριό, ποιος να καταλάβει, ποιος να πει; Η Όλγα βρέθηκε δυο μέρες, εξαφανίστηκε. Στο νοσοκομείο του νομού σε γράψαμε σε μένα, τάχα δικό μου παιδί. Μου άλλαξα όνομα, η Όλγα σου ‘χε δώσει ξένο — Μπάρμπαρα, Μπάρμπι. Τι όνομα είναι αυτό; Σε είπα Βαρβάρα. Κι ένα χρόνο μετά ήρθε ο πατέρας σου. Ήταν φαντάρος, δεν ήξερε τίποτα για την εγκυμοσύνη. Όταν γύρισε, του τα ‘παν οι φίλες της Όλγας, για το παιδί, για τον θάνατό της. Ήταν τραυματίας, δεν ξαναμπήκε στον στρατό κι έμεινε μαζί μας. Τον δέχτηκε και η μάνα μας, παρόλο που δεν παντρεύτηκαν με την Όλγα ποτέ. Έπειτα γίναμε οικογένεια, σου έδωσε το όνομά του, ζήσαμε καλά μαζί. Για τα ναρκωτικά της Όλγας, δε μάθε ποτέ. Γι’ αυτό δεν σου είπα τίποτα. Πόσο καλό είναι να ξέρεις πως η βιολογική σου μάνα ήταν ναρκομανής… Μάλλον άδικα στα λέω και τώρα. Αλλά καλύτερα από εμένα να το μάθεις, όχι από άλλους. Η αλήθεια πάντα βγαίνει στο φως. Για μένα ήσουν, είσαι και θα είσαι κόρη μου. Ξέρεις τι λένε; «Μάνα δεν είναι αυτή που γεννά, αλλά αυτή που μεγαλώνει». Η Βάσω έμεινε εμβρόντητη από την αλήθεια που τόσα χρόνια της έκρυβαν. — Πού πας; — ανησύχησε η Τασία, βλέποντας τη Βάσω να φεύγει. — Θέλω να μείνω λίγο μόνη. Βγήκε στο χιόνι. «Μάνα ναρκωμανής; Πέθανε από δόση; Ούτε σε εφιάλτη! Τουλάχιστον πατέρας αληθινός. Κι αν όχι; Ποιος ξέρει με ποιον βρέθηκε η Όλγα… Θεέ μου, τι λέω! Αυτή είναι η μάνα μου; Γέννησε κι έφυγε για μια δόση· μάνα είναι αυτή; Γιατί ταράχτηκα; Μήπως δεν ήμουν καλά όλα αυτά τα χρόνια; Είχα τη μαμά μου, τον πατέρα μου… Ας είναι η Όλγα όπως να ‘ναι, εμένα ή μάνα μου είναι αυτή εδώ. Τι να κάνω με την άλλη; Τίποτα. Ας μην υπήρξε ποτέ. Δεν με νανούρισε αυτή, ούτε ξενύχτησε άρρωστή μου… Η μαμά μπορούσε να με δώσει κι όμως με κράτησε. Πριν χρόνια αν το άκουγα, θα τρελαινόμουν. Τώρα; Ε, ας είναι. Κι αυτή μόνη μένει στο δωμάτιο, στεναχωριέται…» Ξαναμπήκε στο σπίτι. Βρήκε τη μητέρα της ακίνητη στο τραπέζι, όπως την άφησε. — Συγγνώμη. Εσύ είσαι η μαμά μου. Σε αγαπάω, — την αγκάλιασε. — Κι εγώ συγγνώμη. Που σιώπησα. — Τι κάθεστε στα σκοτεινά; — ξεπρόβαλε η μικρή από το δωμάτιο. — Ωω, μαμάς φωτογραφία! Τι όμορφη ήσουν! Η γιαγιά μάζεψε τις φωτογραφίες. — Γιαγιά, δεν πρόλαβα να δω όλες… — Πρόλαβες και πολύ. Να μας βλέπεις όσο είμαστε εδώ. Τη νύχτα η Βάσω στριφογύριζε άυπνη. Η Τασία επίσης. Η Βάσω σηκώθηκε και πήγε δίπλα. — Δεν κοιμάσαι; Η Τασία σήκωσε το πάπλωμα. — Κρύο το πάτωμα, έλα πλάι μου. Η Βάσω τρύπωσε όπως μικρή στην αγκαλιά της μαμάς. — Δεν κοιμάσαι; Σκέφτεσαι ακόμα; — Όχι πια… Εσύ ή μάνα μου, καμία άλλη δεν χρειάζομαι. Η Όλγα, αδερφή σου ήτανε. Μίλησαν αρκετή ώρα. Μετά η Βάσω σηκώθηκε. — Κοιμήσου, εσύ είσαι η καλύτερη μαμά του κόσμου. Πάντα ήσουν, πάντα θα είσαι. — Τύλιξε το πάπλωμα γύρω της όπως της το έκανε όταν ήταν μικρή και πήγε στο κρεβάτι της, όπου κοιμήθηκε ήσυχα. Την επόμενη μέρα, η μαμά τις ξεπροβόδισε στον σταθμό. — Γιαγιά, μην στεναχωριέσαι, θα ξανάρθουμε! Η Βάσω αγκάλιασε σφικτά τη μητέρα της, εισέπνευσε τον οικείο της αέρα. — Πήγαινε, θα κρυώσεις… Το λεωφορείο έφυγε, κι η γυναίκα κοίταζε ακόμη το δρόμο με δάκρυα που δεν ήξερε αν ήταν από το χιόνι ή τη συγκίνηση… Έτσι στα τριάντα τρία της, η Βάσω έμαθε πως η μαμά της είχε πεθάνει όταν ήταν μωρό κι εκείνη που τη μεγάλωσε ήταν η αδερφή της μάνας της. Ο πόνος στην αρχή — γιατί να κρύβουν την αλήθεια; Ύστερα ηρεμία — και οι δυο μαμάδες αδερφές ήτανε, η Τασία ήταν μαμά της. Πιο δικό δεν γίνεται…

Πιο δικός δε γίνεται

Η Βαρβάρα και η μικρή της κόρη, η Ειρήνη, κατέβηκαν από το λεωφορείο στην άκρη του χωριού. Ο ήλιος προσπαθούσε να διαπεράσει τα γκρίζα σύννεφα, το κρύο τσίμπαγε τα μάγουλα, κι ο χιονισμένος δρόμος στραφτάλιζε τόσο πολύ, που η Ειρήνη σχεδόν έκλεισε τα μάτια της.

Μαμά, γιατί κανείς δεν μένει σ εκείνο το σπίτι; ρώτησε η Ειρήνη, περνώντας δίπλα στο σχεδόν μοναδικό εγκαταλειμμένο σπίτι του χωριού.

Εκεί ζούσε μια γριούλα παλιά. Ποτέ δεν είδα κανένα συγγενή να έρχεται. Ήταν εκατόν δύο χρονών όταν „έφυγε”. Μόνη της άναβε τη σόμπα, κι οι γείτονες της πήγαιναν φαγητά και νερό στο κατώφλι. Την άλλη μέρα έπαιρνε τη σακούλα με τα πράγματα ή το κουβά, κι άφηνε ευρώ στο ίδιο σημείο. Κι εμείς τα κορίτσια βοηθούσαμε.

Δηλαδή, δεν τα έκλεψαν τα λεφτά ποτέ; απόρησε η Ειρήνη.

Ποτέ. Τη θεωρούσαν μάγισσα, λίγο τη φοβόντουσαν. Μια φορά κανείς δεν μάζεψε τα τρόφιμα, κι έτσι κατάλαβαν ότι πέθανε. Κι όμως, εξακολουθούσαν να φοβούνται να μπουν στο σπίτι. Τελικά, μπήκαν και την έθαψαν. Από τότε το σπίτι έμεινε κλειστό.

Δηλαδή ήταν κανονική μάγισσα;

Μπα, παραμύθια είναι αυτά. Ήταν απλώς μεγάλη γυναίκα. Κανείς δεν ήξερε τα αληθινά χρόνια της. Άλλοι έλεγαν διακόσια, άλλοι τριακόσια. Βρήκαν τελικά τα χαρτιά της εκατόν δύο χρονών.

Η Ειρήνη ακολούθησε σιωπηλά και είχαν κιόλας αφήσει το παλιό σπίτι πίσω τους· τα υπόλοιπα σπίτια του χωριού ήταν περιποιημένα, με αυλές καθαρές από το χιόνι.

Μάλλον από φόβο δεν τολμούν να μείνουν εκεί, έτσι; ξαναρώτησε συλλογισμένη η Ειρήνη.

Εκείνη τη στιγμή η Βαρβάρα είδε μια γνώριμη φιγούρα στην πόρτα ενός σπιτιού.

Να, η γιαγιά βγήκε να μας προϋπαντήσει! Τρέχα γρήγορα! είπε χαρούμενη στη μικρή και επιτάχυνε το βήμα της.

Γιαγιά! φώναξε η Ειρήνη κι έτρεξε με φόρα, ενώ η γιαγιά άνοιγε διάπλατα τα χέρια για να την αγκαλιάσει.

Η Βαρβάρα, μεγαλωμένη σ αυτό εδώ το χωριό, πάντα ένιωθε πιο ξένοιαστα εδώ παρά στην πόλη. Η ανάσα ήταν ελαφριά, ο αέρας φρέσκος.

Μαμά! είπε καθώς έσφιξε τη μητέρα της στην αγκαλιά, ίδια στιγμή που εκείνη κρατούσε και την εγγονή.

Κάθε Σάββατο έβγαινα να σας περιμένω, έψησα και πίτες, το ένιωθα ότι θα ρθείτε. Τι στεκόμαστε εδώ έξω στην παγωνιά; Μπείτε μέσα.

Το μέσα του σπιτιού ήταν ζεστό και καθαρό, με τη μυρωδιά του ξύλου στη σόμπα, πίτες και κάτι ακόμα δύσκολο να περιγραφεί το άρωμα του ίδιου του σπιτιού μέσα στα χρόνια, στους τοίχους, στα πράγματα, στη μνήμη της. Όλα ήταν ίδια, όπως πάντα. Η Βαρβάρα χαμογέλασε πόσο όμορφα είναι το σπίτι!

Πόσο θα μείνετε; ρώτησε ανήσυχα η μητέρα της.

Θα φύγουμε Κυριακή βράδυ, μαμά, της απάντησε η Βαρβάρα. Ο Λεωνίδας δουλεύει, δεν άντεξα όμως, ήρθαμε. Τα Χριστούγεννα είχαμε σκοπό να ρθούμε, αλλά η Ειρήνη αρρώστησε, μετά κι ο Λεωνίδας. Δευτέρα έχουμε δουλειά.

Η Βαρβάρα παρατήρησε πώς είχε γεράσει η μητέρα της Ο πατέρας είχε «φύγει» πριν δύο χρόνια, παρ όλο που ήταν νεότερος. Από τότε, η μάνα φαινόταν πιο βαριά, πιο κουρασμένη.

Πάω να σας ταΐσω τώρα, σίγουρα πεινάτε μετά το ταξίδι! είπε η Τασούλα και πήγε στην κουζίνα. Η Ειρήνη κολλημένη από πίσω της.

Η μάνα έστρωσε το τραπέζι αργά, με φροντίδα. Η Βαρβάρα και η Ειρήνη ήθελαν να τα φάνε όλα, αλλά το μάτι γεμίζει πριν το στομάχι. Μόλις δοκίμασαν απ όλα λίγο, η Ειρήνη άρχισε να νυστάζει, ακουμπώντας στον ώμο της γιαγιάς.

Κουράστηκες αγάπη μου; Πόσο ψήλωσες! Πάμε να ξαπλώσεις, είπε η Τασούλα και πήρε την εγγονή στο δωμάτιο που κάποτε ανήκε στη Βαρβάρα. Το σπίτι είχε μια μεγάλη αίθουσα μόνο, διαχωρισμένη όποτε χρειαζόταν με μια κουρτίνα ή μια ντουλάπα.

Άστην να κοιμηθεί είπε η Τασούλα όταν επέστρεψε. Πες μου, πώς ζείτε εκεί στην Αθήνα; Όλα καλά;

Να σου πω, μαμά; Σήμερα στον σταθμό συνάντησα τη Ραΐσα απ το διπλανό χωριό. Μ έλεγε συνέχεια Όλγα, της έλεγα εγώ είμαι η Βαρβάρα, η κόρη της Τασούλας, αυτή τίποτα, όλο Όλγα. Τόσο πολύ μοιάζω στη θεία μου; Έχεις φωτογραφία να δω;

Εκατό φορές τις έχεις δει, είπε η Τασούλα γυρνώντας αλλού το βλέμμα.

Να τις δω άλλη μια!

Καλά είπε ξεφυσώντας. Μαζεύει το τραπέζι και φέρνει ένα κουτί με φωτογραφίες.

Οι παλιές ήταν κιτρινισμένες κι άλλες νεότερες, χρωματιστές. Μικρή η Βαρβάρα, στο σχολείο. Η Ειρήνη της έμοιαζε. Ξαφνικά:

Ποια είναι αυτή; ρώτησε γελώντας η Βαρβάρα.

Η θεία σου η Όλγα, η μικρή μου αδελφή, είπε η Τασούλα.

Ίδιο πρόσωπο, δεν υπάρχει

Να κι η τελευταία της φωτογραφία, απ το λύκειο, πρόσθεσε η Τασούλα, δείχνοντάς της μια ξανθιά χαμογελαστή κοπέλα.

Η Βαρβάρα κοίταζε ώρα τη φωτογραφία.

Σ εσένα δεν μοιάζω το ίδιο, είπε στη μάνα της.

Θα σου πω. Ήρθε η ώρα Η Όλγα είναι η βιολογική σου μητέρα. Συγχώρεσέ με που δεν στο είπα νωρίτερα. Το κράτησα για σένα.

Η Βαρβάρα γούρλωσε τα μάτια. Η μάνα συνέχισε ήρεμα:

Η μάνα μας τελευταία στιγμή έμεινε έγκυος, δεν ήθελε άλλο παιδί. Έσφιγγε χαλίκια, κουβαλούσε σακιά, στη σάουνα, ελπίζοντας ν αποβάλει. Κι η Όλγα παρ όλα αυτά γεννήθηκε, όμορφη απ μωρό. Ήμουν κι εγώ μεγάλη, τη φρόντιζα. Ο κόσμος έφευγε στην Αθήνα, κανείς δε θελε να μείνει εδώ. Δεν ήθελα να αφήσω μάνα κι αδερφή. Καλοί γαμπροί δεν υπήρχαν, οι περισσότεροι φύγανε ή δεν άξιζαν, έμεινα μόνη μου. Η Όλγα επίσης ήθελε πόλη· έφυγε μετά το σχολείο. Γύρισε μετά από δυο χρόνια, μ εσένα στην αγκαλιά. Μικρούλα, αρρώστια να τη σηκώσει κανείς. Κι η Όλγα σαν να σού δωσε όλη της την ομορφιά, κακόμοιρη, αδύνατη, νευρική. Μετά από δυο μέρες εξαφανίστηκε, σε άφησε και πάλι στην Αθήνα έφυγε. Για τα ναρκωτικά της αυτό μάθαμε αργότερα. Γρήγορα έφυγε κι αυτή από υπερβολική δόση. Δεν μπορούσα να σ αφήσω σε ίδρυμα είπα: αφού είμαι μόνη, τουλάχιστον να έχω ένα παιδί κοντά μου. Στο χωριό δεν κατάλαβε κανείς. Απλά τη μέρα που η Όλγα φάνηκε, δυο μέρες ήταν κι εξαφανίστηκε. Εγώ τακτοποίησα τα χαρτιά σαν να είμαι βιολογική σου μητέρα. Άλλαξα και το όνομα σ είπαν Μπάρμπι, εγώ σε έκανα Βαρβάρα.

Ένα χρόνο μετά ήρθε ο πατέρας σου. Ήταν στρατιωτικός. Όταν η Όλγα ήταν έγκυος, δεν του είπε τίποτα. Βγήκε στη σύνταξη και ήρθε να μείνει. Κι έτσι, μείνατε οικογένεια. Δεν ήξερε τίποτα για τα ναρκωτικά της Όλγας Γι αυτό δεν σου είπα τίποτα. Δεν ήξερα αν θα ήταν καλό να μάθεις ότι η μάνα σου ήταν έτσι Ίσως και να μην έπρεπε να σου πω και τώρα. Αλλά καλύτερα να το μάθεις από μένα παρά από ξένους. Ένα να θυμάσαι: μάνα είναι αυτή που σε μεγαλώνει, όχι μόνο αυτή που σε φέρνει στον κόσμο.

Η Βαρβάρα έμεινε αποσβολωμένη. Αναγνώρισε κάτι βαθύτερο: Τι σημασία έχει το αίμα, όταν η πραγματική ζωή είναι αλλιώς;

Πήγε σιωπηλή προς την πόρτα.

Πού πας; ανησύχησε η μάνα.

Θέλω να μείνω λίγο μόνη, είπε και βγήκε έξω.

Η Τασούλα έμεινε σιωπηλή, τα μάτια της χαμηλωμένα.

Οι σκέψεις τρέχαν στο μυαλό της Βαρβάρας: Η βιολογική μου μάνα έφυγε τόσο γρήγορα… Τίποτα δεν θυμάμαι απ αυτήν. Εκείνη με άφησε. Η μάνα που με ξενύχτησε, με φρόντισε, που μου στάθηκε αυτή είναι, η πραγματική μάνα!

Η νύχτα είχε πέσει, το σπίτι φωτιζόταν από την σόμπα. Η Βαρβάρα ξαναμπήκε μέσα και αγκάλιασε τη μάνα της σφιχτά.

Συγγνώμη. Εσύ είσαι η μάνα μου. Σ αγαπώ.

Κι εγώ, κορίτσι μου. Συγγνώμη που στο έκρυψα τόσα χρόνια, ψιθύρισε η Τασούλα.

Εκείνη την ώρα βγήκε και η Ειρήνη απ το δωμάτιο.

Γιαγιά, τι όμορφη που ήσουν στη φωτογραφία! είπε αθώα.

Άσε τις φωτογραφίες στην άκρη, κορίτσι μου, να μας βλέπεις ζωντανά, όσο έχουμε ο ένας τον άλλον.

Τη νύχτα, η Βαρβάρα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Η Τασούλα επίσης αναστέναζε ήσυχα στο κρεβάτι της. Η Βαρβάρα σηκώθηκε, πλησίασε, και σφίχτηκε στη μάνα της, όπως τότε που ήταν μικρή.

Δεν κοιμάσαι;

Έλα να ζεσταθείς, είπε η Τασούλα, τεντώνοντας το πάπλωμα.

Η Βαρβάρα ξάπλωσε δίπλα της.

Ανησυχείς ακόμα; ρώτησε η μάνα.

Τίποτα πια. Η πραγματική μου μάνα είσαι εσύ, είπε. Όλες οι απαντήσεις είναι εδώ. Καμία άλλη ανταπόκριση δεν χρειάζεται.

Της τακτοποίησε το πάπλωμα, της χαμογέλασε, γύρισε στο δικό της κρεβάτι και κοιμήθηκε ήσυχη.

Το επόμενο πρωί, η μάνα τις έβγαλε στον δρόμο για τον σταθμό.

Μη στεναχωριέσαι, γιαγιά, θα ξανάρθουμε σύντομα! φώναξε η Ειρήνη.

Η Βαρβάρα αγκάλιασε σφιχτά τη μάνα της, μύρισε τη γνώριμη μυρωδιά της.

Πήγαινε παιδί μου, θα κρυώσεις, είπε η μάνα δακρυσμένη.

Το λεωφορείο χάθηκε, και η Τασούλα στεκόταν να κοιτάζει τον δρόμο, τα μάτια της βουρκωμένα μέσα στο χιόνι και στον παγωμένο ουρανό.

Έτσι, στα τριαντατρία της, η Βαρβάρα έμαθε ότι τη μεγάλωσε η αδελφή της βιολογικής της μητέρας. Στην αρχή πικράθηκε για το ψέμα. Μα έπειτα κατάλαβε πως η αγάπη δεν έχει γενετικές ρίζες, μονάχα καρδιά. Δεν της έλειψε τίποτα και πιο κοντινό από αυτό δε γίνεται.

Στη ζωή την αληθινή οικογένεια την φτιάχνει η αγάπη. Όλες οι υπόλοιπες διαφορές χάνονται εκεί που νικά η αυτοθυσία και το δόσιμο.

Oceń artykuł
Πιο Δικό Δεν Υπάρχει… Η Βάσω με την κόρη της κατέβηκαν από το λεωφορείο στην άκρη του χωριού. Ο ήλιος πάλευε να διαπεράσει τα γκρίζα χιονισμένα σύννεφα, το κρύο τσιμπούσε τα μάγουλα και το μάτια τους έκλειναν από τη λάμψη του κατάλευκου χιονιού. — Μαμά, γιατί σε αυτό το σπίτι δεν μένει κανείς; ρώτησε η μικρή καθώς περνούσαν μπροστά από το μοναχικό, εγκαταλελειμμένο σπίτι στην άκρη του χωριού. — Εκεί ζούσε κάποτε μια γερόντισσα. Ποτέ δεν είδα κανέναν δικό της να έρχεται. Έζησε μέχρι τα εκατό δύο της, και τότε έφυγε. Η γιαγιά άναβε μόνη της τη σόμπα, στο παντοπωλείο και για νερό πήγαιναν οι γείτονες. Άφηναν ψώνια ή κουβά με νερό στη βεράντα κι εκείνη έπαιρνε ή το κουβά την επόμενη μέρα. Εμείς με τα κορίτσια βοηθούσαμε. — Κι αν τα έκλεβαν τα λεφτά ή τα ψώνια; απόρησε η μικρή. — Δεν τα έκλεβε κανείς. Τη φοβόντουσαν — τη θεωρούσαν μάγισσα. Μια φορά κανείς δεν πήρε τα ψώνια από τη βεράντα και κατάλαβαν ότι είχε φύγει. Πάλι όμως δίσταζαν να μπουν. Μα κάποια στιγμή μπήκαν και την κήδεψαν. Από τότε το σπίτι μένει άδειο. — Αλήθεια μάγισσα; — Μύθοι όλα αυτά. Γερόντισσα, τίποτα άλλο. Κανείς δεν ήξερε την ηλικία της. Οι μισοί έλεγαν διακόσια, οι άλλοι τριακόσια. Τελικά βρήκαν τα χαρτιά — ήταν 102. Η μικρή σιώπησε. Είχαν πια αφήσει πίσω το εγκαταλελειμμένο σπίτι. Τα υπόλοιπα σπίτια, νοικοκυρεμένα, με χιόνι σκουπισμένο στις αυλές. — Μάλλον γι’ αυτό φοβούνται να μπουν; δεν ξεκολλούσε η μικρή από τη σκέψη. Η Βάσω διέκρινε γνώριμη φιγούρα έξω από ένα σπίτι. — Η γιαγιά ήρθε να μας περιμένει! Τρέχα! — Γιαγιά! φώναξε η μικρή τρέχοντας κοντά της, καθώς η γιαγιά άνοιξε διάπλατα τα χέρια για να την αγκαλιάσει. Η Βάσω μεγάλωσε στο χωριό, της άρεσε να επιστρέφει σπίτι. Ανέπνεε καλύτερα από την πόλη. — Μαμά! ψιθύρισε, κι η μαμά της την αγκάλιασε και κράτησε σφιχτά τη μικρή από την άλλη. — Το ήξερα ότι θα ‘ρθείτε, έφτιαξα πίτες. Κάθε Σάββατο βγαίνω να σας βρω, συνέχεια σας περιμένω. Τι στεκόμαστε στο κρύο; Ελάτε μέσα. Μέσα μύριζε ζεστασιά, πίτα και κάτι απροσδιόριστο, βαθιά οικείο. Όλα ήταν όπως πάντα. Η Βάσω περιεργάστηκε το χώρο, χαμογέλασε ευτυχισμένη. Τι όμορφα που είναι το σπίτι! — Καλά κάνατε και ήρθατε! Για πολύ θα μείνετε; Και χωρίς το Λεωνίδα; — Δουλεύει, δεν κρατηθήκαμε, ήρθαμε. Στις γιορτές το σκεφτόμασταν αλλά η μικρή αρρώστησε, μετά και ο Λεωνίδας. Φεύγουμε Κυριακή βράδυ, τη Δευτέρα δουλεύουμε. Η Βάσω παρατήρησε πόσο είχε γεράσει η μαμά της. Πήγε και την αγκάλιασε. Ο πατέρας είχε πεθάνει πριν δυο χρόνια, μολονότι νεότερός της. Από τότε την έβλεπε να λυγίζει. Άλλωστε, η ζωή στο χωριό δεν ήταν ποτέ εύκολη. — Τώρα θα σας ταΐσω! Σίγουρα πεινάτε. — Η Τασία πήγε στην κουζίνα πίσω από τη σόμπα, έκανε θόρυβο με τα πιάτα. Η μικρή κόλλησε πίσω της. Στρώθηκαν στο τραπέζι. Η Βάσω και η μικρή, πεινασμένες, θα τα έτρωγαν όλα. Μα έφαγαν λίγο και νύσταξαν. Η μικρή παρασύρθηκε στην αγκαλιά της γιαγιάς. — Κουράστηκες στο ταξίδι, αστέρι μου, μεγάλωσες, θα με περάσεις! Πάμε, να σε ξαπλώσω. Η Τασία πήρε το παιδί στο παλιό δωμάτιο. Κάποτε ήταν της Βάσως — ένα δωματιάκι που χώριζαν με ντουλάπι αν χρειαζόταν. — Άστη να κοιμηθεί. — Γύρισε στη Βάσω. — Πώς τα περνάτε εσείς; Όλα καλά; — Όλα καλά, μαμά. Ξέρεις, στον σταθμό είδαμε τη Ρούλα από το δίπλα χωριό. Με φώναζε Όλγα αντί για Βάσω, παιδί σου της είπα, μα συνέχιζε. Τόσο μοιάζω στην αδερφή σου; Έχεις φωτογραφία της; — Πόσες φορές δεν την έχεις δει… — απομάκρυνε το βλέμμα η Τασία. — Ξαναδείξε μου, θέλω. — Καλά, θα σου φέρω το κουτί. Έφερε ένα κουτί παπουτσιών με παλιές, κίτρινες φωτογραφίες. Και κανούριες, έγχρωμες. — Να εδώ μικρή. Εσύ στην πέμπτη τάξη. Η μικρή σου μοιάζει πολύ. Κι εδώ… — συνοφρυώθηκε η Τασία. — Ποια λες να είναι; — Εγώ! Μα δεν έχω τέτοια. — γέλασε η Βάσω. — Είναι η θεία σου, η μικρή μου αδερφή, η Όλγα. — Μα ίδιο πρόσωπο! — Να και η τελευταία της, από την αποφοίτηση. — της έδειξε μια φωτογραφία μιας όμορφης ξανθιάς. — Σαν εικόνα ήτανε, να τη βλέπεις και να μην τη χορταίνεις. Η Βάσω παρατηρούσε φωτογραφία. — Πόσο παράξενο… Σε σένα καθόλου δεν μοιάζω. — Λοιπόν, καιρός να σου πω. Αρκετά το κράτησα μέσα μου, καιρός να μην φύγω με αυτό. — Η Τασία σταμάτησε. — Η Όλγα… είναι η πραγματική σου μάνα. Συγγνώμη που δεν στο είπα νωρίτερα. Το έκανα για σένα. — Η μάνα μας έμεινε έγκυος αργά, δεν ήθελε άλλο παιδί, κουβαλούσε βαριά πράγματα, έκανε ατμόλουτρα, μήπως ρίξει. Κι όμως, η Όλγα γεννήθηκε. Όμορφη από μωρό. Εγώ ήμουν δεκαπέντε, βοηθούσα, έγινα δεύτερη μάνα της. Οι νέοι έφευγαν για Αθήνα μετά το σχολείο. Εγώ δεν ήθελα να την αφήσω. Γάμος δεν βρέθηκε, μόνο χήροι κι αλκοολικοί είχαν μείνει και δεν ήθελα τέτοια ζωή. Έμεινα μόνη. Κι η Όλγα ήθελε να φύγει για την πόλη. Το ‘κανε — και μετά από δυο χρόνια γύρισε, αλλά με σένα στην αγκαλιά της. Μωρό ήσουν, δεν ήξερα πώς να σε πιάσω. Κι η Όλγα, λες και σου χάρισε όλη την ομορφιά της. Έγινε αδύνατη, νευρική. Μέρες σιωπηλή, άλλες γελούσε ασταμάτητα. Μετά από δυο μέρες έφυγε. Σε άφησε κι έφυγε στην Αθήνα. Για τα ναρκωτικά. Χρειαζόταν τη δόση της. Αυτό το μάθαμε μετά. Εκεί πέθανε, από υπερβολική δόση. Πήγα εγώ στην κηδεία, η μάνα μας ήταν άρρωστη. Η μάνα είπε να σε δώσουμε σε ίδρυμα. Δεν το δέχτηκα. Είπα, μια που έμεινα μόνη, τουλάχιστον να ‘χω εσένα. Δεν είσαι ξένη. Στο χωριό, ποιος να καταλάβει, ποιος να πει; Η Όλγα βρέθηκε δυο μέρες, εξαφανίστηκε. Στο νοσοκομείο του νομού σε γράψαμε σε μένα, τάχα δικό μου παιδί. Μου άλλαξα όνομα, η Όλγα σου ‘χε δώσει ξένο — Μπάρμπαρα, Μπάρμπι. Τι όνομα είναι αυτό; Σε είπα Βαρβάρα. Κι ένα χρόνο μετά ήρθε ο πατέρας σου. Ήταν φαντάρος, δεν ήξερε τίποτα για την εγκυμοσύνη. Όταν γύρισε, του τα ‘παν οι φίλες της Όλγας, για το παιδί, για τον θάνατό της. Ήταν τραυματίας, δεν ξαναμπήκε στον στρατό κι έμεινε μαζί μας. Τον δέχτηκε και η μάνα μας, παρόλο που δεν παντρεύτηκαν με την Όλγα ποτέ. Έπειτα γίναμε οικογένεια, σου έδωσε το όνομά του, ζήσαμε καλά μαζί. Για τα ναρκωτικά της Όλγας, δε μάθε ποτέ. Γι’ αυτό δεν σου είπα τίποτα. Πόσο καλό είναι να ξέρεις πως η βιολογική σου μάνα ήταν ναρκομανής… Μάλλον άδικα στα λέω και τώρα. Αλλά καλύτερα από εμένα να το μάθεις, όχι από άλλους. Η αλήθεια πάντα βγαίνει στο φως. Για μένα ήσουν, είσαι και θα είσαι κόρη μου. Ξέρεις τι λένε; «Μάνα δεν είναι αυτή που γεννά, αλλά αυτή που μεγαλώνει». Η Βάσω έμεινε εμβρόντητη από την αλήθεια που τόσα χρόνια της έκρυβαν. — Πού πας; — ανησύχησε η Τασία, βλέποντας τη Βάσω να φεύγει. — Θέλω να μείνω λίγο μόνη. Βγήκε στο χιόνι. «Μάνα ναρκωμανής; Πέθανε από δόση; Ούτε σε εφιάλτη! Τουλάχιστον πατέρας αληθινός. Κι αν όχι; Ποιος ξέρει με ποιον βρέθηκε η Όλγα… Θεέ μου, τι λέω! Αυτή είναι η μάνα μου; Γέννησε κι έφυγε για μια δόση· μάνα είναι αυτή; Γιατί ταράχτηκα; Μήπως δεν ήμουν καλά όλα αυτά τα χρόνια; Είχα τη μαμά μου, τον πατέρα μου… Ας είναι η Όλγα όπως να ‘ναι, εμένα ή μάνα μου είναι αυτή εδώ. Τι να κάνω με την άλλη; Τίποτα. Ας μην υπήρξε ποτέ. Δεν με νανούρισε αυτή, ούτε ξενύχτησε άρρωστή μου… Η μαμά μπορούσε να με δώσει κι όμως με κράτησε. Πριν χρόνια αν το άκουγα, θα τρελαινόμουν. Τώρα; Ε, ας είναι. Κι αυτή μόνη μένει στο δωμάτιο, στεναχωριέται…» Ξαναμπήκε στο σπίτι. Βρήκε τη μητέρα της ακίνητη στο τραπέζι, όπως την άφησε. — Συγγνώμη. Εσύ είσαι η μαμά μου. Σε αγαπάω, — την αγκάλιασε. — Κι εγώ συγγνώμη. Που σιώπησα. — Τι κάθεστε στα σκοτεινά; — ξεπρόβαλε η μικρή από το δωμάτιο. — Ωω, μαμάς φωτογραφία! Τι όμορφη ήσουν! Η γιαγιά μάζεψε τις φωτογραφίες. — Γιαγιά, δεν πρόλαβα να δω όλες… — Πρόλαβες και πολύ. Να μας βλέπεις όσο είμαστε εδώ. Τη νύχτα η Βάσω στριφογύριζε άυπνη. Η Τασία επίσης. Η Βάσω σηκώθηκε και πήγε δίπλα. — Δεν κοιμάσαι; Η Τασία σήκωσε το πάπλωμα. — Κρύο το πάτωμα, έλα πλάι μου. Η Βάσω τρύπωσε όπως μικρή στην αγκαλιά της μαμάς. — Δεν κοιμάσαι; Σκέφτεσαι ακόμα; — Όχι πια… Εσύ ή μάνα μου, καμία άλλη δεν χρειάζομαι. Η Όλγα, αδερφή σου ήτανε. Μίλησαν αρκετή ώρα. Μετά η Βάσω σηκώθηκε. — Κοιμήσου, εσύ είσαι η καλύτερη μαμά του κόσμου. Πάντα ήσουν, πάντα θα είσαι. — Τύλιξε το πάπλωμα γύρω της όπως της το έκανε όταν ήταν μικρή και πήγε στο κρεβάτι της, όπου κοιμήθηκε ήσυχα. Την επόμενη μέρα, η μαμά τις ξεπροβόδισε στον σταθμό. — Γιαγιά, μην στεναχωριέσαι, θα ξανάρθουμε! Η Βάσω αγκάλιασε σφικτά τη μητέρα της, εισέπνευσε τον οικείο της αέρα. — Πήγαινε, θα κρυώσεις… Το λεωφορείο έφυγε, κι η γυναίκα κοίταζε ακόμη το δρόμο με δάκρυα που δεν ήξερε αν ήταν από το χιόνι ή τη συγκίνηση… Έτσι στα τριάντα τρία της, η Βάσω έμαθε πως η μαμά της είχε πεθάνει όταν ήταν μωρό κι εκείνη που τη μεγάλωσε ήταν η αδερφή της μάνας της. Ο πόνος στην αρχή — γιατί να κρύβουν την αλήθεια; Ύστερα ηρεμία — και οι δυο μαμάδες αδερφές ήτανε, η Τασία ήταν μαμά της. Πιο δικό δεν γίνεται…