Πιο δικός δε γίνεται
Η Βαρβάρα και η μικρή της κόρη, η Ειρήνη, κατέβηκαν από το λεωφορείο στην άκρη του χωριού. Ο ήλιος προσπαθούσε να διαπεράσει τα γκρίζα σύννεφα, το κρύο τσίμπαγε τα μάγουλα, κι ο χιονισμένος δρόμος στραφτάλιζε τόσο πολύ, που η Ειρήνη σχεδόν έκλεισε τα μάτια της.
Μαμά, γιατί κανείς δεν μένει σ εκείνο το σπίτι; ρώτησε η Ειρήνη, περνώντας δίπλα στο σχεδόν μοναδικό εγκαταλειμμένο σπίτι του χωριού.
Εκεί ζούσε μια γριούλα παλιά. Ποτέ δεν είδα κανένα συγγενή να έρχεται. Ήταν εκατόν δύο χρονών όταν „έφυγε”. Μόνη της άναβε τη σόμπα, κι οι γείτονες της πήγαιναν φαγητά και νερό στο κατώφλι. Την άλλη μέρα έπαιρνε τη σακούλα με τα πράγματα ή το κουβά, κι άφηνε ευρώ στο ίδιο σημείο. Κι εμείς τα κορίτσια βοηθούσαμε.
Δηλαδή, δεν τα έκλεψαν τα λεφτά ποτέ; απόρησε η Ειρήνη.
Ποτέ. Τη θεωρούσαν μάγισσα, λίγο τη φοβόντουσαν. Μια φορά κανείς δεν μάζεψε τα τρόφιμα, κι έτσι κατάλαβαν ότι πέθανε. Κι όμως, εξακολουθούσαν να φοβούνται να μπουν στο σπίτι. Τελικά, μπήκαν και την έθαψαν. Από τότε το σπίτι έμεινε κλειστό.
Δηλαδή ήταν κανονική μάγισσα;
Μπα, παραμύθια είναι αυτά. Ήταν απλώς μεγάλη γυναίκα. Κανείς δεν ήξερε τα αληθινά χρόνια της. Άλλοι έλεγαν διακόσια, άλλοι τριακόσια. Βρήκαν τελικά τα χαρτιά της εκατόν δύο χρονών.
Η Ειρήνη ακολούθησε σιωπηλά και είχαν κιόλας αφήσει το παλιό σπίτι πίσω τους· τα υπόλοιπα σπίτια του χωριού ήταν περιποιημένα, με αυλές καθαρές από το χιόνι.
Μάλλον από φόβο δεν τολμούν να μείνουν εκεί, έτσι; ξαναρώτησε συλλογισμένη η Ειρήνη.
Εκείνη τη στιγμή η Βαρβάρα είδε μια γνώριμη φιγούρα στην πόρτα ενός σπιτιού.
Να, η γιαγιά βγήκε να μας προϋπαντήσει! Τρέχα γρήγορα! είπε χαρούμενη στη μικρή και επιτάχυνε το βήμα της.
Γιαγιά! φώναξε η Ειρήνη κι έτρεξε με φόρα, ενώ η γιαγιά άνοιγε διάπλατα τα χέρια για να την αγκαλιάσει.
Η Βαρβάρα, μεγαλωμένη σ αυτό εδώ το χωριό, πάντα ένιωθε πιο ξένοιαστα εδώ παρά στην πόλη. Η ανάσα ήταν ελαφριά, ο αέρας φρέσκος.
Μαμά! είπε καθώς έσφιξε τη μητέρα της στην αγκαλιά, ίδια στιγμή που εκείνη κρατούσε και την εγγονή.
Κάθε Σάββατο έβγαινα να σας περιμένω, έψησα και πίτες, το ένιωθα ότι θα ρθείτε. Τι στεκόμαστε εδώ έξω στην παγωνιά; Μπείτε μέσα.
Το μέσα του σπιτιού ήταν ζεστό και καθαρό, με τη μυρωδιά του ξύλου στη σόμπα, πίτες και κάτι ακόμα δύσκολο να περιγραφεί το άρωμα του ίδιου του σπιτιού μέσα στα χρόνια, στους τοίχους, στα πράγματα, στη μνήμη της. Όλα ήταν ίδια, όπως πάντα. Η Βαρβάρα χαμογέλασε πόσο όμορφα είναι το σπίτι!
Πόσο θα μείνετε; ρώτησε ανήσυχα η μητέρα της.
Θα φύγουμε Κυριακή βράδυ, μαμά, της απάντησε η Βαρβάρα. Ο Λεωνίδας δουλεύει, δεν άντεξα όμως, ήρθαμε. Τα Χριστούγεννα είχαμε σκοπό να ρθούμε, αλλά η Ειρήνη αρρώστησε, μετά κι ο Λεωνίδας. Δευτέρα έχουμε δουλειά.
Η Βαρβάρα παρατήρησε πώς είχε γεράσει η μητέρα της Ο πατέρας είχε «φύγει» πριν δύο χρόνια, παρ όλο που ήταν νεότερος. Από τότε, η μάνα φαινόταν πιο βαριά, πιο κουρασμένη.
Πάω να σας ταΐσω τώρα, σίγουρα πεινάτε μετά το ταξίδι! είπε η Τασούλα και πήγε στην κουζίνα. Η Ειρήνη κολλημένη από πίσω της.
Η μάνα έστρωσε το τραπέζι αργά, με φροντίδα. Η Βαρβάρα και η Ειρήνη ήθελαν να τα φάνε όλα, αλλά το μάτι γεμίζει πριν το στομάχι. Μόλις δοκίμασαν απ όλα λίγο, η Ειρήνη άρχισε να νυστάζει, ακουμπώντας στον ώμο της γιαγιάς.
Κουράστηκες αγάπη μου; Πόσο ψήλωσες! Πάμε να ξαπλώσεις, είπε η Τασούλα και πήρε την εγγονή στο δωμάτιο που κάποτε ανήκε στη Βαρβάρα. Το σπίτι είχε μια μεγάλη αίθουσα μόνο, διαχωρισμένη όποτε χρειαζόταν με μια κουρτίνα ή μια ντουλάπα.
Άστην να κοιμηθεί είπε η Τασούλα όταν επέστρεψε. Πες μου, πώς ζείτε εκεί στην Αθήνα; Όλα καλά;
Να σου πω, μαμά; Σήμερα στον σταθμό συνάντησα τη Ραΐσα απ το διπλανό χωριό. Μ έλεγε συνέχεια Όλγα, της έλεγα εγώ είμαι η Βαρβάρα, η κόρη της Τασούλας, αυτή τίποτα, όλο Όλγα. Τόσο πολύ μοιάζω στη θεία μου; Έχεις φωτογραφία να δω;
Εκατό φορές τις έχεις δει, είπε η Τασούλα γυρνώντας αλλού το βλέμμα.
Να τις δω άλλη μια!
Καλά είπε ξεφυσώντας. Μαζεύει το τραπέζι και φέρνει ένα κουτί με φωτογραφίες.
Οι παλιές ήταν κιτρινισμένες κι άλλες νεότερες, χρωματιστές. Μικρή η Βαρβάρα, στο σχολείο. Η Ειρήνη της έμοιαζε. Ξαφνικά:
Ποια είναι αυτή; ρώτησε γελώντας η Βαρβάρα.
Η θεία σου η Όλγα, η μικρή μου αδελφή, είπε η Τασούλα.
Ίδιο πρόσωπο, δεν υπάρχει
Να κι η τελευταία της φωτογραφία, απ το λύκειο, πρόσθεσε η Τασούλα, δείχνοντάς της μια ξανθιά χαμογελαστή κοπέλα.
Η Βαρβάρα κοίταζε ώρα τη φωτογραφία.
Σ εσένα δεν μοιάζω το ίδιο, είπε στη μάνα της.
Θα σου πω. Ήρθε η ώρα Η Όλγα είναι η βιολογική σου μητέρα. Συγχώρεσέ με που δεν στο είπα νωρίτερα. Το κράτησα για σένα.
Η Βαρβάρα γούρλωσε τα μάτια. Η μάνα συνέχισε ήρεμα:
Η μάνα μας τελευταία στιγμή έμεινε έγκυος, δεν ήθελε άλλο παιδί. Έσφιγγε χαλίκια, κουβαλούσε σακιά, στη σάουνα, ελπίζοντας ν αποβάλει. Κι η Όλγα παρ όλα αυτά γεννήθηκε, όμορφη απ μωρό. Ήμουν κι εγώ μεγάλη, τη φρόντιζα. Ο κόσμος έφευγε στην Αθήνα, κανείς δε θελε να μείνει εδώ. Δεν ήθελα να αφήσω μάνα κι αδερφή. Καλοί γαμπροί δεν υπήρχαν, οι περισσότεροι φύγανε ή δεν άξιζαν, έμεινα μόνη μου. Η Όλγα επίσης ήθελε πόλη· έφυγε μετά το σχολείο. Γύρισε μετά από δυο χρόνια, μ εσένα στην αγκαλιά. Μικρούλα, αρρώστια να τη σηκώσει κανείς. Κι η Όλγα σαν να σού δωσε όλη της την ομορφιά, κακόμοιρη, αδύνατη, νευρική. Μετά από δυο μέρες εξαφανίστηκε, σε άφησε και πάλι στην Αθήνα έφυγε. Για τα ναρκωτικά της αυτό μάθαμε αργότερα. Γρήγορα έφυγε κι αυτή από υπερβολική δόση. Δεν μπορούσα να σ αφήσω σε ίδρυμα είπα: αφού είμαι μόνη, τουλάχιστον να έχω ένα παιδί κοντά μου. Στο χωριό δεν κατάλαβε κανείς. Απλά τη μέρα που η Όλγα φάνηκε, δυο μέρες ήταν κι εξαφανίστηκε. Εγώ τακτοποίησα τα χαρτιά σαν να είμαι βιολογική σου μητέρα. Άλλαξα και το όνομα σ είπαν Μπάρμπι, εγώ σε έκανα Βαρβάρα.
Ένα χρόνο μετά ήρθε ο πατέρας σου. Ήταν στρατιωτικός. Όταν η Όλγα ήταν έγκυος, δεν του είπε τίποτα. Βγήκε στη σύνταξη και ήρθε να μείνει. Κι έτσι, μείνατε οικογένεια. Δεν ήξερε τίποτα για τα ναρκωτικά της Όλγας Γι αυτό δεν σου είπα τίποτα. Δεν ήξερα αν θα ήταν καλό να μάθεις ότι η μάνα σου ήταν έτσι Ίσως και να μην έπρεπε να σου πω και τώρα. Αλλά καλύτερα να το μάθεις από μένα παρά από ξένους. Ένα να θυμάσαι: μάνα είναι αυτή που σε μεγαλώνει, όχι μόνο αυτή που σε φέρνει στον κόσμο.
Η Βαρβάρα έμεινε αποσβολωμένη. Αναγνώρισε κάτι βαθύτερο: Τι σημασία έχει το αίμα, όταν η πραγματική ζωή είναι αλλιώς;
Πήγε σιωπηλή προς την πόρτα.
Πού πας; ανησύχησε η μάνα.
Θέλω να μείνω λίγο μόνη, είπε και βγήκε έξω.
Η Τασούλα έμεινε σιωπηλή, τα μάτια της χαμηλωμένα.
Οι σκέψεις τρέχαν στο μυαλό της Βαρβάρας: Η βιολογική μου μάνα έφυγε τόσο γρήγορα… Τίποτα δεν θυμάμαι απ αυτήν. Εκείνη με άφησε. Η μάνα που με ξενύχτησε, με φρόντισε, που μου στάθηκε αυτή είναι, η πραγματική μάνα!
Η νύχτα είχε πέσει, το σπίτι φωτιζόταν από την σόμπα. Η Βαρβάρα ξαναμπήκε μέσα και αγκάλιασε τη μάνα της σφιχτά.
Συγγνώμη. Εσύ είσαι η μάνα μου. Σ αγαπώ.
Κι εγώ, κορίτσι μου. Συγγνώμη που στο έκρυψα τόσα χρόνια, ψιθύρισε η Τασούλα.
Εκείνη την ώρα βγήκε και η Ειρήνη απ το δωμάτιο.
Γιαγιά, τι όμορφη που ήσουν στη φωτογραφία! είπε αθώα.
Άσε τις φωτογραφίες στην άκρη, κορίτσι μου, να μας βλέπεις ζωντανά, όσο έχουμε ο ένας τον άλλον.
Τη νύχτα, η Βαρβάρα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Η Τασούλα επίσης αναστέναζε ήσυχα στο κρεβάτι της. Η Βαρβάρα σηκώθηκε, πλησίασε, και σφίχτηκε στη μάνα της, όπως τότε που ήταν μικρή.
Δεν κοιμάσαι;
Έλα να ζεσταθείς, είπε η Τασούλα, τεντώνοντας το πάπλωμα.
Η Βαρβάρα ξάπλωσε δίπλα της.
Ανησυχείς ακόμα; ρώτησε η μάνα.
Τίποτα πια. Η πραγματική μου μάνα είσαι εσύ, είπε. Όλες οι απαντήσεις είναι εδώ. Καμία άλλη ανταπόκριση δεν χρειάζεται.
Της τακτοποίησε το πάπλωμα, της χαμογέλασε, γύρισε στο δικό της κρεβάτι και κοιμήθηκε ήσυχη.
Το επόμενο πρωί, η μάνα τις έβγαλε στον δρόμο για τον σταθμό.
Μη στεναχωριέσαι, γιαγιά, θα ξανάρθουμε σύντομα! φώναξε η Ειρήνη.
Η Βαρβάρα αγκάλιασε σφιχτά τη μάνα της, μύρισε τη γνώριμη μυρωδιά της.
Πήγαινε παιδί μου, θα κρυώσεις, είπε η μάνα δακρυσμένη.
Το λεωφορείο χάθηκε, και η Τασούλα στεκόταν να κοιτάζει τον δρόμο, τα μάτια της βουρκωμένα μέσα στο χιόνι και στον παγωμένο ουρανό.
Έτσι, στα τριαντατρία της, η Βαρβάρα έμαθε ότι τη μεγάλωσε η αδελφή της βιολογικής της μητέρας. Στην αρχή πικράθηκε για το ψέμα. Μα έπειτα κατάλαβε πως η αγάπη δεν έχει γενετικές ρίζες, μονάχα καρδιά. Δεν της έλειψε τίποτα και πιο κοντινό από αυτό δε γίνεται.
Στη ζωή την αληθινή οικογένεια την φτιάχνει η αγάπη. Όλες οι υπόλοιπες διαφορές χάνονται εκεί που νικά η αυτοθυσία και το δόσιμο.





