Πια δεν είμαι σύζυγος

Πια δεν είμαι σύζυγος

Άρη, Άρη μου, μέτρησες καθόλου την πίεσή σου σήμερα; Πήρες το χάπι σου; Η Φωτεινή φάνηκε στην κάσα της πόρτας, στεγνώνοντας τα χέρια της στη ριγέ ποδιά της.

Θεέ μου, Φώτω, σταμάτα με τα φάρμακα και τις πιέσεις! απάντησε μουτρωμένος, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα απ το κινητό. Έχω σύσκεψη στη δουλειά σε μία ώρα. Πού είναι το γαλάζιο το πουκάμισο, εκείνο το βαμβακερό; Το σιδέρωσες;

Τρία σου σιδέρωσα χτες… Εκείνο μου είπες εσύ να το πάω καθαριστήριο, είχε έναν λεκέ…

Πάντα μπερδεύεις τα πράγματα! Τίποτα δεν σου εμπιστεύομαι. Έλα, φέρε όποιο να 'ναι. Και φτιάξε και έναν δυνατό τσάι, έλεος πια με το χαμομήλι σου! Μου έχει ανέβει ως το λαιμό.

Οι ώμοι μου σκλήρυναν, αλλά δεν είπα τίποτα. Πήγα στην κουζίνα βουβή.

Έξω Νοέμβρης στην Αθήνα, κρύο ψιλόβροχο και μουντό φως στα παράθυρα της πολυκατοικίας απέναντι, μόνο σε δύο σπίτια βλέπω φως αναμμένο. Εγώ, η Φωτεινή Αντωνίου, πενήντα έξι ετών σήμερα, στάθηκα μπροστά στην παλιά κουζινομηχανή και κοίταζα το νερό να βράζει στο σπασμένο βραστήρα, αυτόν που, όλο λέω, θα αλλάξω και δεν το κάνω ποτέ.

Έριξα μαύρο τσάι, όπως το θέλει, δυνατό, χωρίς χαμομήλι, χωρίς μέντα. Έβαλα και την πιατέλα με τα τοστά που είχα ετοιμάσει στις έξι το πρωί: ψωμί, βούτυρο, τυρί, χωρίς κόρα γιατί έχει πρόβλημα στο στομάχι. Έκοψα και ντομάτα Νοέμβρης, άνοστη, αλλά, τουλάχιστον, βιταμίνες. Τα έβαλα όλα στον δίσκο και μπήκα στο σαλόνι.

Ο Άρης Παυλάκης, πενήντα οκτώ, καθόταν στην πολυθρόνα με το κινητό. Τρεις μήνες τώρα είναι προϊστάμενος. Πριν δούλευε δίπλα μας σαν πολιτικός μηχανικός, είκοσι χρόνια έτσι. Με το που βγήκε στη σύνταξη ο Γιάννης, έβαλαν τον Άρη πιο πάνω. Μαζί πήγαν τα ευρώ παραπάνω πεντακόσια τον μήνα, δικό του γραφείο, αλλά κι αλλαγμένος άνθρωπος. Αλλιώς βλέπει πια τον εαυτό του και την υπόλοιπη ζωή.

Βάλε τα εδώ, μου είπε, χωρίς να σηκώσει μάτια.

Άφησα το δίσκο στο τραπέζι του σαλονιού. Κοντοστάθηκα.

Άρη, σοβαρά, το χάπι να το πάρεις. Χτες έλεγες ότι πονούσε το κεφάλι σου.

Είπα ότι χτες πονούσε. Σήμερα δεν πονάει. Άντε, πήγαινε, έχω να πάρω τηλέφωνο.

Βγήκα και στάθηκα στο χωλ, εκεί που κρέμονται τα πανωφόρια: το παλτό του, το μακρύ μου μπουφάν και η ομπρέλα μου με τα στραβά ακτίνια. Έμεινα έτσι για λίγο και μετά πήρα το ξεσκονόπανο κι έτριψα το περβάζι στην κουζίνα ήταν ό,τι μπορούσα να κάνω για να μη χάσω τα λογικά μου.

Έτσι ήταν τρεις βδομάδες τώρα. Από τότε που ο Άρης πήγε σε ένα εταιρικό σεμινάριο στη Θεσσαλονίκη και γύρισε άλλος άνθρωπος: στητός, με νέα κουπ, με άλλη αυτοπεποίθηση. Τότε χάρηκα. Είπα, να, ξανάνοιξε, αναστήθηκε άντρας μου. Μα μετά άρχισαν τα παράξενα.

Ξεκίνησε να γκρινιάζει για το φαγητό. Παλιά έτρωγε ό,τι του έδινα. Τώρα όμως, όλα του φταίνε: το στιφάδο αλμυρό, τα μπιφτέκια στεγνά, το φακόρυζο «φαΐ φοιτητικό, όχι για προϊστάμενο». Τον ρώτησα αν κατάλαβα καλά. Με κοίταξε περίεργα και μου είπε:

Έλεος, Φώτω, καιρός να φτιάξεις τίποτα πιο της προκοπής. Ψάρι στο φούρνο, σαλάτες νορμάλ, όχι αυτή την ρώσικη κάθε Χριστούγεννα.

Έφτιαξα ψάρι στο φούρνο, έφτιαξα και σαλάτες. Έφαγε, δεν είπε τίποτα, σκέφτηκα, τάξη. Την άλλη μέρα γύρισε μουτρωμένος και μου είπε ότι η γυναίκα του Μανώλη, του νέου γνωστού απ’ το σεμινάριο, είναι μόνο στο σπίτι, δεν δουλεύει, έχει αναλάβει τα πάντα και «είναι και κυρία, να χαίρεσαι να τη βλέπεις».

Έκανα πως δεν άκουσα. Είχα τι να απαντήσω. Ότι ούτε εγώ δουλεύω εδώ και τέσσερα χρόνια μετά την απόλυσή μου στη λογιστική εταιρεία. Ξυπνάω νωρίς, κοιμάμαι αργά, παλεύω με ραντεβού σε γιατρούς, φέρνω συνταγές, στήνομαι στα φαρμακεία. Αλλά τι να πω, συνηθισμένη τόσα χρόνια.

Δύο μέρες πριν, όμως, κάτι άλλαξε, και δεν μπορούσα πια να μείνω άφωνη.

Ήρθε βράδυ στο σπίτι, κάπου οκτώ. Μόλις έβγαζα σούπα κοτόπουλου απ τη φωτιά, ελαφριά όλα για τη χοληστερίνη του. Μύριζε άνηθο και καρότο η κουζίνα.

Άργησες; ρώτησα από την κουζίνα.

Ε, κράτησα, είπε, πετώντας τα παπούτσια στη μέση, αντί για το πατάκι.

Έχει σούπα, κάτσε να φας.

Ήρθε, κοίταξε την κατσαρόλα. Μούτρα.

Πάλι κοτόπουλο.

Αρη, έχεις χοληστερίνη, το είπε ο γιατρός…

Ξέρω τι έχω. Δεν είμαι παιδί. Απλά, κουράστηκα σπίτια να τρώω νοσοκομειακό φαγητό.

Σέρβιρα τη σούπα, έκοψα ψωμί. Έφαγε, έφυγε, ούτε που μάζεψε πιάτο. Πήγα να πω πως έχει και κομπόστα. Είδα εκείνη τη στιγμή στο κινητό στην οθόνη του κάτι ροζ δεν πρόλαβα να δω τι. Στράφηκε ντροπαλά.

Άρη, θα πιεις;

Σήκωσε τα μάτια. Με κοίταξε πολύ. Σαν να σκεφτόταν σοβαρά.

Όχι, και μετά από μια παύση: Ρε, για κοίτα τον εαυτό σου λίγο.

Δεν κατάλαβα αμέσως.

Τι είπες;

Λέω, κοίτα λίγο. Πόσο καιρό έχεις να κουρευτείς; Τα μαλλιά σου κρέμονται. Κι αυτό το καρώ μπουρνούζι σου… σαν χωριάτισσα μοιάζεις.

Στην κουζίνα έσταζε η βρύση. Από τον τοίχο ακουγόταν η τηλεόραση των γειτόνων.

Άρη, είπα σιγανά.

Τι, Άρη; Αλήθεια λέω. Τώρα, με τα εταιρικά, πρέπει να εμφανίζεσαι σαν άνθρωπος. Κι εσύ… τι παρουσία αυτή;

Εταιρικά; Ποια εταιρικά, ούτε μια φορά τρεις μήνες δεν έφερες κανέναν σπίτι.

Ναι, γιατί ντρέπομαι! φώναξε, κι η λέξη «ντρέπομαι» ακούστηκε βαριά σαν πέτρα στο πάτωμα. Του Μανώλη η γυναίκα να τη χαίρεσαι. Περιποιημένη, κομψή. Εσύ… κοντύτεψες, κυκλοφορείς με τη ρόμπα, άβαφη…

Αρίσταρχος, είπα το όνομά του ολόκληρο, που ποτέ δεν το χρησιμοποιώ. Κοντεύεις εξήντα. Εγώ πενήντα έξι. Δεν είμαστε παιδιά.

Ακριβώς! Τώρα πρέπει να κρατάμε τον εαυτό μας. Εγώ πήγα γυμναστήριο, το παλεύω. Εσύ κάθεσαι όλη μέρα σπίτι και…

Όλη μέρα σπίτι, το επανέλαβα. Η φωνή μου ψυχρή, δεν κατάλαβα καν τον τόνο. Καλά, Άρη. Κατάλαβα.

Βγήκα απ το σαλόνι, έκλεισα απαλά την πόρτα. Μπήκα στην κουζίνα, τακτοποίησα το ψωμί στην ψωμιέρα. Έσβησα τα φώτα. Όλα τα έκανα ήρεμα, σαν μηχανή. Μέσα μου όμως κάτι μετακινήθηκε. Όχι έσπασε μετακινήθηκε, σαν έπιπλο που αλλάζεις θέση και λες 'να το, έπρεπε να το 'χα κάνει χρόνια’.

Το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Ήμουν στο κρεβάτι, στον δικό μου χώρο, ο Άρης ροχάλιζε. Σκεφτόμουν.

Τα τελευταία δέκα χρόνια η ζωή μου ήταν σέρβις: ξυπνούσα, μαγείρευα, καθάριζα, έτρεχα σε γιατρούς, φαρμακεία, σημείωνα ποια φάρμακα τελειώνουν και πήγαινα πριν τη δουλειά. Δεν έχουμε πια αμάξι το πουλήσαμε πριν τρία χρόνια όταν του έπεσε η πίεση και δεν οδηγούσε. Τώρα τον πήγαινα ταξί, πληρώνοντας με τη δική μου κάρτα. Πρόσεχα τα χάπια του: για πίεση „Νορβάσκ”, για χοληστερίνη „Κρεστορ”, και τελευταία βάλαμε και για αρθρώσεις, πανάκριβο, 30 ευρώ το κουτί. Το σημείωνα σε μπλοκάκι, να μη λείψει ποτέ, έτσι είπε ο γιατρός.

Κι εκείνος, να του είναι ντροπή να με βλέπει. Να λέει πως του χαλάω την εικόνα. Ότι η γυναίκα του Μανώλη είναι 'κυρία’.

Αναλογίστηκα πολύ. Μία η ώρα το βράδυ, πήρα μια καθαρή απόφαση: φτάνει.

Όχι „φεύγω”, όχι „διαζύγιο”, ούτε καυγάς. Απλά αρκετά με τα πράγματα που αυτός δεν παρατηρεί και δεν εκτιμά. Αρκετά σαν να είμαι βρύση ανοίγεις, παίρνεις ό,τι θέλεις, κλείνεις, τέλος. Από εδώ και πέρα, να δούμε.

Το πρωί, στις έξι όπως πάντα, έφτιαξα χαμομηλένιο τσάι για εμένα. Έκατσα με το κινητό. Έψαξα κομμωτήριο εκείνο στην Καλλιθέα, απέναντι από το μετρό, ακριβό, δεν είχα πάει ποτέ. Ραντεβού Τετάρτη, 25 ευρώ το κούρεμα. Μετά είδα δωρεάν μάθημα nordic walking στο πάρκο της γειτονιάς, τρίτη και πέμπτη πρωί. Το σημείωσα.

Όταν ο Άρης βγήκε να φάει στις επτά, είδε μόνο τη δικιά του κούπα στο μάτι. Το ψωμί, το βούτυρο στο ψυγείο. Από μόνος του.

Το πρωινό; ρώτησε με απορία.

Έχει ψωμί, βούτυρο, τυρί στο ψυγείο. Φτιάξε ό,τι θες, του είπα χωρίς να πάρω τα μάτια απ το κινητό.

Έμεινε λίγο σιωπηλός. Ήπιε τσάι, έκοψε το ψωμί μόνος του. Έφαγε όρθιος. Έφυγε στη δουλειά χωρίς να πει λέξη.

Ένιωσα ανακούφιση μόλις έκλεισε η πόρτα.

Εκείνη τη βδομάδα πήγα στο κομμωτήριο. Νεαρή κοπέλα με ξυρισμένο σβέρκο και δέκα σκουλαρίκια με ρώτησε:

Πότε τα έβαψες τελευταία;

Τρία χρόνια, απάντησα. Δεν έβρισκα ποτέ ώρα.

Ωραία παράδοση! Να κάνουμε ένα φυσικό ντεκαπάζ και λίγο φιλάρισμα;

Έμεινα δύο ώρες μισή στην πολυθρόνα, έβλεπα τον εαυτό μου να αλλάζει στον καθρέφτη. Βγήκα άλλος άνθρωπος όχι νέα, αλλά ζωντανή, αυτή που είχα ξεχάσει.

Έδωσα 90 ευρώ. Στην επιστροφή πήρα και κρέμα προσώπου καλή, όχι τη φθηνή του σούπερ μάρκετ, 18 ευρώ. Το σκέφτηκα λίγος ώρα, μου φάνηκε πολλά, μετά σκέφτηκα τη γυναίκα του Μανώλη και το πήρα.

Ο Άρης το είδε το βράδυ. Τίποτα δεν είπε.

Την άλλη βδομάδα τέλειωσαν τα χάπια του. Πάντα τα πρόσεχα εγώ, τώρα είδα το κουτί άδειο και το άφησα πάνω στη κομοδίνα του. Να το βρει.

Ήρθε σπίτι βαρύς, αγνόησε το κουτί. Δεν υπενθύμισα τίποτα.

Την άλλη μέρα το πήρε χαμπάρι και φώναξε:

Φώτω! Τα χάπια τελείωσαν!

Το ξέρω, απαντώ απ την κουζίνα.

Και γιατί δεν πήρες;

Είσαι μεγάλος άνθρωπος, Άρη. Μπορείς να πας μόνος.

Σιωπή. Μακρά παύση.

Εγώ δουλεύω…

Κι εγώ έχω δουλειές.

Πράγματι, είχα. Τρίτη και πέμπτη έκανα nordic walking στο πάρκο γνώρισα τη Ντίνα και τη Ράνια, στην ηλικία μου, η μια γραμματέας σε δημοτικό, η άλλη έχει εγγόνια. Βόλτα στα δέντρα, στα παγκάκια, κουβέντα, βαθιές ανάσες. Ήταν κάτι που δεν ήξερα ότι μου έλειπε.

Τα χάπια στο τέλος τα πήρε μόνος του. Φάνηκε σαν να περπάτησε στον Όλυμπο. Δεν είπα τίποτα. Ούτε κι εκείνος.

Εκείνο τον καιρό τηλεφώνησα στη φίλη μου, τη Ζωή Βερβέρη, που ήμασταν μαζί στη λογιστική.

Ζωή, είσαι ελεύθερη το Σάββατο;

Τι έχουμε;

Πάμε σινεμά, ή για καφέ;

Όλα καλά με σένα; παραξενεύτηκε. Τελευταία φορά είχαμε πάει καφέ τέσσερα χρόνια πριν.

Καλύτερα από ποτέ, της είπα.

Βρεθήκαμε στο σταθμό. Έπαθε σοκ βλέποντας τα μαλλιά μου.

Φώτω, τι έκανες! Πόσο όμορφα!

Βάφτηκα και κόπηκα.

Επί τέλους! Σε κοίταζα τόσο καιρό…

Ε, τώρα ήρθε η ώρα, είπα. Μπήκαμε στο καφέ.

Δύο καπουτσίνο και κομμάτι τούρτα έκαστη. Κοιτούσα το χιόνι έξω, αυτό το νοτισμένο, που λιώνει με το που πέφτει στην άσφαλτο.

Για πες, είπε η Ζωή.

Κι εγώ της τα είπα όλα. Την προαγωγή, το σεμινάριο, τη νέα του στάση. Τις γκρίνιες για το φαγητό, τη σύγκριση με τη γυναίκα του Μανώλη, το «κοίτα τον εαυτό σου». Μίλησα ήρεμα, καθόλου δακρυσμένη, σαν να έλεγα μια ξένη ιστορία.

Η Ζωή με άκουγε προσεκτικά, γύριζε τον καφέ της.

Κι εσύ τώρα τι έκανες;

Τίποτα το ιδιαίτερο, της απαντώ. Έπαψα να ασχολούμαι με ό,τι δεν μετράει γι αυτόν. Καθαρή δουλειά ούτε πείσμα, ούτε εκδίκηση. Απλά… δεν έχει νόημα.

Χωρίς νόημα, επανέλαβε συλλογισμένη. Το καταλαβαίνω. Πολύ καλά το κάνεις.

Δεν ξέρω αν είναι το σωστό. Αλλά αλλιώς δεν αντέχω.

Η Ζωή κούνησε το κεφάλι. Δοκίμασε τη τούρτα.

Το κατάλαβε επιτέλους;

Πως δεν τον τρέχω για τα χάπια του; Το κατάλαβε. Πως δεν του σιδερώνω τις πουκάμισες κάθε μέρα; Το ίδιο. Χτες φόρεσε τσαλακωμένη και έφυγε έτσι.

Και σκάνδαλο;

Τίποτα. Δεν ήξερε τι να πει. Είχε συνηθίσει τη σιωπή μου. Τώρα η σιωπή είναι άλλη.

Η Ζωή με κοίταξε καλά.

Για διαζύγιο το σκέφτεσαι;

Περνάει απ το μυαλό μου. Μα πρώτα πρέπει να βρω ποια είμαι χωρίς όλα αυτά. Δεκαετίες ολόκληρες δεν με έχω δει σαν Φωτεινή.

Καθίσαμε ακόμη, ήπιαμε άλλη μία φορά καφέ. Βγήκαμε νύχτα, με σιγανό χιονόνερο. Αγκαλιαστήκαμε στον σταθμό. Η Ζωή είπε:

Να μιλάμε! Και το άλλο Σάββατο πάλι!

Να μιλάμε, χαμογέλασα.

Στο μετρό, σκεφτόμουν ότι χρόνια είχα να κάτσω απλά με παρέα χωρίς ρολόι, χωρίς χρέος. Πάντα κάτι άλλο, ακόμα και το δικό μου φαγητό, να 'ναι έτοιμο για τον Άρη.

Σπίτι ο Άρης έβλεπε τηλεόραση. Στην κουζίνα άφησε βρώμικες πιατέλες, απ’ ό,τι φαίνεται, έψησε αβγό μόνος του. Παλιά θα τις έπλενα κατευθείαν. Τώρα τις άφησα.

Πού ήσουν; ρώτησε, χωρίς καν να με δει.

Με τη Ζωή, βγήκαμε.

Άργησες.

Ναι.

Πήγα να πλυθώ. Έβαλα το καινούρο κρεμ πρόσωπου. Στον καθρέφτη είδα μια γυναίκα πενήντα έξι ετών, όχι πια νέα, αλλά ζωντανή. Ρυτίδες, συσπάσεις, αλλά καθαρό πρόσωπο, όμορφα ανταύγειες. Έτσι είναι και δεν με πειράζει.

Δεκέμβρης με κρύο αληθινό. Αγόρασα καινούρια δερμάτινα μποτάκια, μετά από τρία χρόνια πλαστικά, 110 ευρώ. Δεν το μετάνιωσα.

Η ατμόσφαιρα στο διαμέρισμα άλλαζε. Μαγείρευα, αλλά πια όχι διαίτης μόνο για αυτόν. Έκανα ό,τι ήθελα: κανονική φασολάδα με λουκάνικο, πατάτες φούρνου, κάποιες φορές ζυμαρικά ή έτοιμα γιουβαρλάκια γιατί όχι; Τα ατμιστά κεφτεδάκια του τέλος. Καθένας να κοιτάξει τη διατροφή του. Ο γιατρός του τα είπε ξεκάθαρα.

Τα πουκαμισά του έπλεναν με τα υπόλοιπα στο πλυντήριο, χωρίς ξεχωριστή φροντίδα. Παλιά πρόσεχα ίσιωμα, απαλό πρόγραμμα. Τώρα όχι.

Το παρατηρούσε. Άλλοτε πετούσε κοφτά σχόλια:

Πάλι ζυμαρικά;

Ναι, ζυμαρικά χθες, φασολάδα προχθές.

Δεν μαγειρεύεις πια;

Ε, έφαγες και σούπα και ψητό χτες.

Έφευγε αμίλητος. Δεν μπορούσε να παραπονεθεί: „γιατί δεν γυρίζεις γύρω από μένα;”· αν και ήθελε.

Συνέχιζα το περπάτημα στο πάρκο, γνωρίστηκα καλά με τη Ντίνα που μου έδωσε τηλέφωνο καλής γυναικολόγου, το έψαχνα καιρό. Έκλεισα και ραντεβού. Επίσης βρήκα μάθημα ακουαρέλας στη δημοτική βιβλιοθήκη κάθε Τετάρτη: δύο ώρες χαλάρωμα με χαρτί και πινέλο, κάτι που δεν ήξερα πως χρειαζόμουν.

Μέσα Δεκέμβρη ο Άρης άρχισε να αργεί στη δουλειά. Παλιά θα με έπιανε άγχος, θα τον βομβάρδιζα με κλήσεις, θα ζέσταινα φαγητά. Τώρα έτρωγα μόνη, όποτε ήθελα. Γύριζε εννιά, δέκα, μια φορά έντεκα και μισή. Δεν ρωτούσα. Δεν έδινε εξηγήσεις.

Ότι είχε άλλη το κατάλαβα με τη μυρωδιά: γύριζε και μύριζε ένα γλυκό έντονο άρωμα, όχι γραφείου. Σκέφτηκα 'να τι συμβαίνει’.

Παράξενο, αλλά δεν πόνεσα το περίμενα κι απόρησα που δεν με πείραξε. Ένιωσα μια περίεργη ελευθερία δεν ήμουν πια υπεύθυνη για όλα. Αν φύγει, δικό του θέμα.

Τρεις εβδομάδες αυτό. Εργασία, βραδινά τηλέφωνα από το μπάνιο: „…σου είπα, Ελενίτσα, το Σάββατο…” Ελενίτσα. Ας είναι.

Εκείνες τις εβδομάδες έκανα πολλή σκέψη. Τριάντα δύο χρόνια μαζί. Έναν γιο, τον Πέτρο, τριάντα οκτώ, στη Θεσσαλονίκη με γυναίκα και δύο παιδιά. Ο Άρης ήταν αλλιώς νέος ζωντανός, έλεγε αστεία, πήγαινε ψάρεμα. Πότε έγινε έτσι; Σιγά-σιγά, όπως το υπόγειο που το τρώει νερό, στον καιρό.

Με τον εαυτό μου, επίσης, δεν ασχολήθηκα ποτέ αρκετά. Χίλια πράγματα για εκείνον, κανένα για μένα, ούτε μουσική, ούτε βιβλίο, ούτε ταξίδι.

Η ακουαρέλα στη βιβλιοθήκη έγινε σημαντική. Η δασκάλα, η κυρία Παναγιώτου, πενήντα δύο χρονών, είπε: «Έχετε ωραίο αισθητήριο, καλή ματιά». Μικρή απλή κουβέντα και ήταν η πρώτη φορά σε χρόνια που κάποιος μου είπε τέτοιο πράγμα.

Γενάρη, φαίνεται πως η υπόθεση Ελενίτσα έλαβε τέλος. Δεν με ενημέρωσε ο ίδιος, αλλά το είδα: καμία διάθεση, έπαψε να βγαίνει, δεν απαντούσε πια από το μπάνιο. Καθόταν βουβός. Καμιά φορά μου μιλούσε για τον καιρό.

Μια μέρα το έμαθα κιόλας: παλιός φίλος, ο Σταμάτης, στο τηλέφωνο είπε ξερά: «Τον Άρη μου είπαν τον άφησε η μικρή. Κατάλαβε φαίνεται». Γέλασα απλώς κι άλλαξε θέμα.

Φαντάστηκα το σενάριο: Νόμιζε κοπέλα ότι θα βρει προϊστάμενο χορτασμένο, με εξόδους. Πήρε πενηνταοκτάχρονο με πίεση κι απαιτήσεις για 'καλό’ τσάι και σιδερωμένα πουκάμισα. Δεν αντέχεται.

Δεν τον λυπήθηκα. Ήταν σαν να έχεις πονόδοντο χρόνια και ξαφνικά σταματάει. Δεν χαίρεσαι, αλλά είναι ελευθερία.

Το Φλεβάρη η υγεία του έπεσε. Τα χάπια μπερδεύτηκαν, κανένα πρόγραμμα. Εγώ είδα τα κουτιά ανάκατα, κάποτε ήπιε διπλή δόση. Δεν μίλησα. Ο γιατρός τα είχε πει.

Η πίεση ανέβηκε, χλώμιασε, ξύπναγε με ζαλάδες. Μια μέρα είπε:

Ζαλίζομαι.

Πήγαινε στο γιατρό, του λέω.

Εσύ να με κλείσεις…

Τηλεφώνησε μόνος σου στη γραμματεία, το νούμερο είναι στην κάρτα σου.

Με κοίταξε. Ήρεμη εγώ.

Δεν θυμάμαι πώς…

Είσαι μορφωμένος, προϊστάμενος. Θα βρεις.

Τελικά πήγε μόνος. Έφερε οδηγίες νέο χάπι.

Θα το πάρεις;

Αύριο περνάω από το φαρμακείο, φέρε χρήματα.

Τον κοίταξα. Παλιά τα αγόραζα απ τα δικά μου τώρα, όχι. Έδωσε λεφτά, το πήρα, το άφησα δίπλα στα άλλα. Δεν του έκανα πρόγραμμα.

Ο Μάρτιος ήρθε με λασποβροχές. Στις βόλτες μου πήρα νέα ανοιξιάτικη καμπαρντίνα, όχι άχαρη, αλλά όμορφη, με ζώνη, ανοιχτό μπεζ. Είδα στον καθρέφτη τον εαυτό μου και μ άρεσα, έτσι απλά.

Εκείνη την άνοιξη ήρθε ο Πέτρος με τη γυναίκα του την Ελένη για τρεις μέρες. Ο Πέτρος ψηλός, ήπιος η Ελένη ήρεμη, πρόσφερε μέλι και σοκολατάκια.

Μαζευτήκαμε βράδυ στην τραπεζαρία. Έφτιαξα πατάτες φούρνου, μακαρόνια, μπακαλιάρο, σαλάτα. Ο Άρης βουβός, ο Πέτρος έλεγε τα νέα του, η Ελένη ρωτούσε για τα μαθήματα στη βιβλιοθήκη.

Μαμά, ζωγραφίζεις;

Το προσπαθώ, ακουαρέλα.

Τέλεια. Να δούμε;

Έδειξα τα χαρτιά μου μήλο, βάζο, τοπίο.

Μαμά, φαίνεσαι πιο νέα! είπε ο Πέτρος γελώντας.

Κομμωτήριο μόνο, απάντησα.

Ο Πέτρος κοίταξε τον πατέρα του παράξενα· το κατάλαβε ότι κάτι έχει αλλάξει αλλά δεν ρώτησε.

Την επόμενη, η Ελένη βγήκε για ψώνια και ο Πέτρος έμεινε μαζί μου, φτιάξαμε πίτες.

Εσύ και ο μπαμπάς, καλά όλα;

Γιατί ρωτάς;

Δεν ξέρωΚάτι δεν είναι…

Ε, έχεις δίκιο. Η πίεσή του διαταράχθηκε λίγο, αλλά τα βρήκε μόνος.

Τσακωθήκατε;

Όχι. Απλώς είμαστε περισσότερο συγκάτοικοι πλέον.

Μαμά, αν κάτι δεν αισθάνεσαι καλά, πες μου.

Μια χαρά είμαι, Πέτρο. Στα αλήθεια.

Νομίζω με πίστεψε. Γιατί, το πίστευα κι εγώ. Για πρώτη φορά, ήμουν καλά.

Έφυγαν. Άδειασε το σπίτι, βγήκε τηγάνι διακριτικά.

Αργά, ο Άρης μπήκε στην κουζίνα να πιει νερό.

Καλός είναι ο Πέτρος, φαίνεται χαρούμενος.

Ναι.

Και τα παιδιά τους

Αλήθεια.

Τέλειωσε το νερό και έφυγε. Μείναμε στο σκοτάδι με τη βροχή έξω και το μυαλό στους δρόμους του Κολωνού.

Τον Απρίλη ο Άρης έπαθε υπερτασική κρίση. Όχι βαριά να χρειαστεί να έρθει ασθενοφόρο, αλλά κρίση. Πρωί, σηκώθηκε, και παραπάτησε στο χολ. Ζήτησε βοήθεια.

Φώτω. Δεν νιώθω καθόλου καλά.

Βγήκα. Στο πάτωμα, με κόκκινο πρόσωπο.

Έλα μέσα. Ξάπλωσε.

Του πήρα πίεση: 18,5 με 11,0. Πολύ.

Πιες το χάπι σου, το Captopril, εκεί στο κομοδίνο. Κάτσε ξάπλα. Σε μισή ώρα να σε ξαναδώ.

Εσύ;

Θα περιμένω στην κουζίνα.

Έβαλα τσάι, περίμενα. Τον άκουσα ν ανακατεύει τα κουτιά. Μετά μια ώρα καλυτέρεψε: 16 με 9,5.

Ξάπλα σήμερα, δεν πας πουθενά.

Εγώ στη δουλειά…

Πάρε να πεις αρρώστησες, πουθενά δεν πας.

Έμεινε σπίτι. Του πάσαρα τσάι και φρυγανισμένο ψωμί. Όχι γιατί το ζήτησε, γιατί το έκανα ανθρωπιά. Διαφορά είχε το ένα από το άλλο.

Άραζε. Κοίταζε το ταβάνι.

Φώτω, είπε μετά από ώρα.

Τι;

Φέρθηκα χαζά τους τελευταίους μήνες

Δεν απάντησα αμέσως. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού.

Ναι, Άρη, του είπα. Χαζά.

Αυτό το αξίωμα… Μου ανέβηκε στο κεφάλι. Νόμιζα όλα θα είναι αλλιώς. Νόμιζα πέτυχα κάτι.

Πέτυχες. Είσαι προϊστάμενος.

Ναι, αλλά εσύ… όπως σε βρήκα, έτσι…

Ξέρω τι θες να πεις, είπα ήρεμα.

Σηκώθηκα, πήρα την κούπα και έφυγα. Καμιά σκηνή, κανένα κλάμα. Είπε «χαζά», του απάντησα, πήγα να φτιάξω τσάι.

Πέρασαν οι μήνες. Πήγα θέατρο με τη Ντίνα, όνειρο χρόνια. Φέραμε εισιτήρια για μπροστά μπροστά. Μου άρεσε πολύ: να κάθομαι εκεί, με ένα πορτοκαλάδα από το μπουφέ, να βλέπω ζωντανά ανθρώπους στη σκηνή.

Είμαι πενήντα έξι. Δεν τελειώνει τίποτα αρχίζει κάτι άλλο.

Με τον Άρη συνυπάρχουμε πια ήσυχα. Καμιά φορά συζητάμε, καμιά φορά όχι. Συχνά βράδια σε διαφορετικά δωμάτια, ήσυχα. Και δεν νιώθω ότι χρωστάω τίποτα.

Μια μέρα με παρακάλεσε να παραγγείλω τα φάρμακα από το ίντερνετ, γιατί ήταν φθηνά.

Δεν το ξέρω πώς γίνεται, είπε.

Γίνεται εύκολα. Ψάχνεις το φάρμακο, βάζεις στη λίστα, επιλέγεις σημείο.

Εσύ τα κάνεις καλύτερα.

Εγώ ναι, αλλά μπορείς κι εσύ.

Κάθισε ώρα στον υπολογιστή, με φώναξε δύο φορές. Έκανε την παραγγελία μόνος.

Τότε κατάλαβα πόσο σημαντικό είναι να μην κάνεις κάτι για άλλον, ενώ μπορεί να το μάθει. Παλιά το έπαιρνα όλο επάνω μου τώρα όχι.

Καλοκαίρι και ζέστη. Πήρα ένα όμορφο φορεματάκι, λουλουδάτο τέλος Ιουνίου. Το φόρεσα, με είδα στον καθρέφτη, και επιτέλους, μου φάνηκα γυναίκα όχι θείτσα από χωριό.

Τα ζευγάρια στην ηλικία μας έχουν κάθε λογής σχέσεις: άλλοι πόλεμος, άλλοι φιλία, άλλοι ψυχρότητα. Εμείς με τον Άρη είμαστε κάτι τέταρτο: όχι πόλεμος, όχι ειρήνη, όχι αδιαφορία απλώς, παράλληλοι.

Το μέλλον δεν το ξέρω. Σκέφτομαι την ερώτηση της Ζωής για διαζύγιο. Δεν το απορρίπτω, αλλά πρώτα πρέπει να βρω τον εαυτό μου.

Το καλοκαίρι κύλησε γρήγορα. Πήγα στη Θεσσαλονίκη στον Πέτρο για δύο εβδομάδες πρώτη φορά μόνη. Ο Άρης έμεινε Αθήνα, είπε „δουλειά”. Του έραψα μαξιλάρι με κέντημα για τη μικρή. Καμιά φορά η φροντίδα είναι όμορφη, αν θες να τη δώσεις.

Δύο εβδομάδες με τα εγγόνια, τον Πέτρο και την Ελένη ήμουν πιο ευτυχισμένη από ποτέ. Παιχνίδι, ψήσιμο, ιστορίες, τα πάντα αλλιώς όταν το κάνεις επειδή θες, όχι επειδή πρέπει.

Το φθινόπωρο με βρήκε γεμάτη, ξεκούραστη κάπως, ανανεωμένη κατά βάθος. Ο Άρης με υποδέχτηκε στην πόρτα „καλωσόρισες”, μου είπε. Βοήθησε με τις βαλίτσες. Αυτό ήταν.

Τον Αύγουστο, ψήθηκα στην Αθήνα και αγόρασα ανεμιστήρα για το υπνοδωμάτιο. Το μισό καρπούζι το έφαγα μόνη, το άλλο του το έκοψα φαίνεται του άρεσε.

Τον πρώτο μήνα του σχολείου, Σεπτέμβρη με τα πρώτα κρύα, ήρθε το μοιραίο.

Παρασκευή βράδυ μπήκε σπίτι, σταχτής, φοβισμένος. Εγώ κουζίνα με βιβλίο.

Φώτω, δεν νιώθω καλά.

Τι συμβαίνει;

Μάλλον πίεση, πονοκέφαλος, εδώ και στο στήθος κάτι με πιέζει…

Σηκώθηκα.

Από πότε;

Από το μεσημέρι. Νόμιζα θα φύγει.

Πήρες χάπι;

Το πήρα στις τρεις. Δεν έπιασε πολύ.

Κάτσε.

Έβαλα το πιεσόμετρο: 19 με 11,5. Χειρότερα από πριν.

Άρη, σοβαρά. Πρέπει να καλέσεις ασθενοφόρο.

Μπα, μήπως να πάρω ακόμα ένα χάπι…

Όχι. Είναι σοβαρό. Με τόσο υψηλή πίεση και πόνο στο στήθος; Θέλει γιατρό.

Πάρε τους εσύ…

Εκεί στάθηκα. Εγώ με το πιεσόμετρο στο χέρι.

Τον έβλεπα: πρόσωπο γκρίζο, μάτια πανικόβλητα, χέρι στο στήθος. Πόνος, φόβος, αλήθεια.

Αλλά ήξερα και κάτι άλλο: έναν χρόνο τώρα δεν με έβλεπε. Μου είπε λόγια που δεν ξεπλένονται. Ήμουν αόρατη γι αυτόν όταν σταμάτησα να τον φροντίζω.

Ήξερα τι θα κάνω και τι όχι.

Άρη, το κινητό σου είναι εκεί. Τον αριθμό τον ξέρεις.

Με κοίταξε άναυδος.

Τι…;

Πάρε εσύ το 166. Πες διεύθυνση, πίεση και πόνο στο στήθος. Θα έρθουν.

Μα… δε θα βοηθήσεις;

Σε βοήθησα: μέτρησα την πίεση και σου είπα τι χρειάζεται. Τα υπόλοιπα εσύ.

Αλλά…

Άρη. Το τηλέφωνο είναι εκεί. Είσαι ενήλικας, προϊστάμενος. Θα τα καταφέρεις.

Βγήκα απ την κουζίνα. Πέρασα από το χωλ και μπήκα στο δωμάτιό μου, έκλεισα διακριτικά πίσω μου.

Άκουσα κάποια στιγμή τον ψιθυριστό του φόβο:

Ναι, το 166, ναι Να, η διεύθυνση

Έβαλα χαμομήλι για μένα. Με κούπα στο χέρι ξαναμπήκα εκείνος μιλούσε ακόμα με το κέντρο. Με κοίταξε στα γρήγορα, πέρασα απαρατήρητη στο παράθυρο.

Κάτω ο δρόμος έρημος. Ένα φως στο πεζοδρόμιο αδύναμο μες στην ψιχάλα, τα φύλλα από τις λεύκες ξέβαφαν στο νερό. Στο παγκάκι κανείς.

Τελείωνε με το τηλέφωνο.

Έρχονται, είπε.

Ωραία.

Θα ρθεις μαζί μου… στο νοσοκομείο;

Γύρισα απ το παράθυρο. Τον κοίταξα. Ήταν γερασμένος, με πόνο, φοβισμένος. Και τον λυπόμουν, πραγματικά. Ήταν απλά ένας άρρωστος άντρας. Kαμία νίκη δική μου εδώ.

Όχι, Άρη, είπα ήρεμα. Οι γιατροί ξέρουν τι να κάνουν.

Φώτω…

Η δουλειά τους είναι. Εσύ θα πας, εγώ θα μείνω.

Πήρα το τσάι μου στο δωμάτιο, πίσω από την πόρτα. Είδα από το παράθυρο τα φώτα που άναβαν στο απέναντι σπίτι, την παλιά λεύκα να γέρνει από το νερό. Άκουσα φωνές, τα βήματα του 166 στο χολ, τη συζήτηση για „πίεση”, „καρδιογράφημα”, „πιθανό εισαγωγή”.

Άκουσα:

Υπάρχει σύζυγος;

Μένει σπίτι, αλλά δεν θα έρθει

Μικρή παύση. Ο γιατρός, ουδέτερα:

Εντάξει. Πάμε, θα τον εξετάσουμε.

Πόρτα. Ασανσέρ. Ησυχία.

Oceń artykuł
Πια δεν είμαι σύζυγος