Μπαμπά! Έλα να δεις το θέαμα. Ο Βενέτης έφερε σπίτι την οικογένειά του…
Ο Βενέτης ήταν γάτος με χαρακτηριστική „μαρκίζ” όψη: η πλάτη του είχε βαθύ μπλε χρώμα, το ίδιο και τα αυτιά και η ουρά του, ενώ το στήθος, οι πατούσες, τα μάγουλα, η κοιλιά, η άκρη της ουράς και το λευκό τρίγωνο στο μέτωπό του έλαμπαν σαν φως. Η ευλυγισία και η χάρη του γέννησαν την έκφραση κομψός σαν πιάνο. Τα μάτια του, πράσινα και σκεπτικά, θύμιζαν νυχτερινό τραγουδιστή κάτω από τα παλιά αθηναϊκά μπαλκόνια.
Ο γάτος διέθετε μια ασυνήθιστη ευγένεια. Δεν σκαρφάλωνε στο τραπέζι, δεν χάλαγε τα έπιπλα με τα νύχια του, ούτε προσπαθούσε να κάνει επιστημονικά πειράματα όπως ο Ισαάκ Νεύτων. Παιδί δεν τον είχαμε δει ίσως ν ανεβαίνει στις κουρτίνες, να γκρεμίζει χριστουγεννιάτικα δέντρα, να κυνηγάει παιχνίδια. Όμως στα χέρια μας ήρθε ενήλικος, με διαμορφωμένο χαρακτήρα. Και πριν από εμάς, δεν ζούσε σε διαμέρισμα.
Ο Βενέτης είχε βρει καταφύγιο σε ένα συνεργείο ψαράδων στην άλλη πλευρά του Ιλισού. Όταν άλλαξε ο προϊστάμενος κι ήρθε ένας φανατικός φίλος των σκύλων και εχθρός των γατιών, ο Βενέτης κινδύνεψε. Τον έφερε σε εμάς ο κουνιάδος μου, που δούλευε εκεί ως ηλεκτροσυγκολλητής.
Οι σκύλες του προϊστάμενου θα τον κατασπαράξουν, μπορείτε να τον φιλοξενήσετε; μας είπε ικετεύοντας.
Έτσι συμφωνήσαμε. Ο Βενέτης, σαν νέος καβαλιέρος, έπιασε αμέσως τις γατούλες της γειτονιάς, προσπαθώντας να αφήσει το αποτύπωμά του.
Μην με κρίνετε αυστηρά για τα θέματα της ελεύθερης βόλτας και της στείρωσης. Ήταν τα τέλη της δεκαετίας του ’80, στη Νέα Μάκρη, τότε η κτηνιατρική δεν ήταν γνωστή στους περισσότερους, ούτε η στείρωση. Αν κάποιος το έλεγε στον τοπικό κτηνίατρο με το κρασί στο χέρι, θα τον κοιτούσε λες και ήταν τρελός.
Παρόλα αυτά, με τις περιπέτειές του, καμία γάτα δεν κέρδισε την καρδιά του. Ο Βενέτης ήταν δίκαιος προς όλες, αλλά δεν ξεχώριζε καμία. Μέχρι που εμφανίστηκε εκείνη η Μυρτώ.
Εκείνη τη μέρα γύρισα από νυχτερινή βάρδια, έκανα ένα ντους κι έπεσα για ύπνο. Προς το μεσημέρι, η κόρη μου με ξύπνησε απαλά.
Μπαμπά, ξύπνα, πρέπει να το δεις. Ο Βενέτης έφερε οικογένεια…
Σηκώθηκα κι ακολούθησα στο διάδρομο, μπήκα στην κουζίνα και έμεινα ακίνητος. Ο Βενέτης, σε σοβαρή στάση γάτου, με την πλάτη ψηλή, πατούσες διπλωμένες, ουρά γύρω από τα πόδια, αυτιά και μουστάκια μπροστά…
Και μπροστά του, τρία γατάκια. Ίδια μπλε πλάτη, λευκές πατούσες, λευκά στήθη και άκρες στην ουρά. Έκανα δυο βήματα και ξανασταμάτησα: αυτό που ακολούθησε ήταν έκπληξη.
Από το μπολ του Βενέτη, μια αδύναμη, ταλαιπωρημένη γάτα ταμπί, γκριζό-ριγωτή, με δαγκωμένα αυτιά κι αγχωμένη ματιά, έτρωγε λαίμαργα ψάρι με ρύζι.
Όταν σήκωσε το κεφάλι της, έμεινα άφωνος: είχε μόνο ένα μάτι.
Μόλις πήγα για να τους διώξω, είπε απολογητικά η κόρη μου τους είδα όλους στη σειρά στο χαλί, ο Βενέτης μπροστά. Ήθελα να τους βγάλω έξω, αλλά είδα ότι έχει θέμα με το μάτι…
Καλά έκανες και τους άφησες! της απάντησα αυστηρά.
Προσπάθησα να ακουμπήσω μαλακά τη γάτα, αλλά εκείνη σουρώθηκε κι έφυγε. Δεν εμπιστευόταν πια τους ανθρώπους. Ποιος ξέρει τι είχε περάσει. Ήταν εύκολο να φανταστείς τι θα γινόταν αν την έβρισκαν τα αδέσποτα σκυλιά σκληρά, ημίάγρια, κυνηγημένα. Το ότι είναι μονομάτη, έλεγε πολλά για την προηγούμενη ζωή της.
Κρατήσαμε όλη την οικογένεια. Και τότε εμφανίστηκε κάτι όμορφο: ο Βενέτης έγινε σπίτι-για-σπίτι! Αν παλιά μαχόταν στην αυλή για τις γατούλες, τώρα πολεμούσε μόνο για την περιοχή. Πάντα γύριζε, χτυπημένος, στη μονομάτη σύντροφό του.
Τα βράδια αγκαλιάζονταν στη μεγάλη κούτα κάτω από το τραπέζι. Ο Βενέτης με φροντίδα έγλειφε τη Μυρτώ, προσέχοντας ειδικά το τραυματισμένο μάτι της.
Κάποτε κατάφερα να πείσω τον τοπικό ειδικό στα ζώα να δει τη Μυρτώ. Με δυσκολία και προσφέροντας τσίπουρο πράγμα δύσκολο λόγω τότε ξηρού νόμου έγινε τελικά η θεραπεία.
Τα γατάκια βρήκαν γρήγορα σπίτια. Οι ψαράδες που είχαν γνωρίσει τον Βενέτη, τα πήραν αμέσως, σαν να ήταν παιδιά διάσημου γατού. Άλλοι περίμεναν στη σειρά, ελπίζοντας να πάρουν κι επόμενους απογόνους.
Και έτσι, η Μυρτώ έκανε άλλες δύο γέννες. Κάποια στιγμή ξαναέφυγε και δεν γύρισε ποτέ. Ποτέ δεν ήταν πιστή στον Βενέτη αυτό το ανακαλύψαμε μόνοι μας.
Ψάχναμε μέρες: φωνάζαμε στα παράθυρα, γυρνούσαμε στην αυλή, ψάχναμε σε παλιά υπόστεγα και ανάμεσα στους θάμνους. Αλλά δεν βρέθηκε. Τα τελευταία γατάκια που μεγάλωσαν, τα υιοθέτησαν όλοι αυτοί που είχαν προλάβει να δηλώσουν ενδιαφέρον.
Ο Βενέτης όμως άρχισε να μελαγχολεί. Ώρες καθόταν στην κορυφή της σκάλας κοιτάζοντας έξω, σαν να περίμενε κάποιον. Περιφερόταν στην αυλή, έμπλεκε σε καβγάδες. Μα οι νέες γάτες δεν του έδιναν χαρά καμία δεν έφερε ξανά στην πόρτα μας.
Μόνο από τα νεαρά γατιά με μαρκίζ όψη που εμφανίζονταν κάθε άνοιξη και φθινόπωρο, καταλαβαίναμε πως ο Βενέτης είχε αφήσει το στίγμα του.
Γύρω στο 1998, ο Βενέτης μπήκε στη σύνταξη: σταμάτησε τις εξόδους, κοιμόταν σχεδόν 1819 ώρες, έτρωγε λίγο. Έδειχνε να γερνάει σε σώμα κι ψυχή.
Τον Ιούλιο του 1999, με έκπληξη, άρχισε να νιαουρίζει γοερά στην πόρτα, γρατζουνώντας και ζητώντας επίμονα να βγει έξω. Κατάλαβα πως κάτι συμβαίνει τον ακολούθησα, φοβούμενος για τους σκύλους.
Ο Βενέτης κατέβαινε με κόπο τα σκαλιά, σαν γερασμένος άνθρωπος κάθε βήμα ήταν δύσκολο. Πήγε γύρω από το σπίτι, ανέβηκε το μικρό λόφο πίσω. Πήγα να τον σηκώσω, αλλά αντιστάθηκε: μην τολμάς πρέπει να πάω μόνος.
Όταν έφτασε στην κορυφή, στάθηκε κοντά στ αυλάκι με πολλούς μικρούς λάκκους. Κοίταξε βαθιά στα μάτια μου, σαν να ήθελε να πει κάτι ή να θυμάται για πάντα. Τα πράσινα μάτια του διαπέρασαν τη ψυχή μου. Και τότε, για πρώτη φορά, έτρεξε γρήγορα σε ένα από τα λαγούμια και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι.
Τον περίμενα, τον φώναξα, άκουσα κάθε ήχο. Έτσι, άδειος, επέστρεψα στο σπίτι.
Πήρα ένα φακό, λίγο τροφή και ξαναπήγα. Τον κάλεσα, αλλά δεν ξαναβγήκε. Έφυγα, σκεπτόμενος ότι ίσως ήταν η τελευταία φορά που τον είδα.
Δεν φάνηκε ποτέ ξανά. Ίσως, όπως λένε οι παλιοί στην Ελλάδα, οι γέροι γάτοι φεύγουν μόνοι, μακριά, για να βρουν τη δική τους ηρεμία. Την επόμενη άνοιξη, ένα άγριο τριαντάφυλλο με βαθιά κόκκινα άνθη φύτρωσε εκεί που είχε χαθεί. Όλοι αναρωτηθήκαμε αν ήταν απλώς ένα φυτό ή αν ο Βενέτης γύρισε σε νέα μορφή, διδάσκοντας ότι η αγάπη μένει στον τόπο της και συνεχίζει να δίνει ζωή, ακόμα και με απώλειες και αποχωρισμούς.
Η ζωή μας έδειξε πως το αληθινό νόημα κρύβεται στον σεβασμό, στη φροντίδα και στη γενναιοδωρία αξίες που δεν χάνονται, αλλά μεταμορφώνονται κι ανθίζουν εκεί όπου τις σπέρνεις.




