– Αυτό είναι κόλαση, όχι σπίτι! Δεν καταλαβαίνεις πόσο κουρασμένος είμαι. Αρχίζεις να σκουπίζεις τη Δευτέρα και τελειώνεις το Σάββατο. Και δεν πειρακίζομαι. Με τα γόνατά μου είναι άσκοπο να τρέχω παντού, να ξεσκονώνω κάτω από τις ντουλάπες, να σκαρφαλώνω στο σκάλασκαλοπάτι για τα ανώτερα ράφια, να βγάζω τα πάντα από εκεί
– Αν είναι γενική καθαριότητα έκανα το ένα φορά το χρόνο.
– Νομίζεις ότι η καθημερινή δεν είναι δύσκολη; Να καθαρίσεις όλους τους πατώματα είναι ήδη περιπέτεια. Με τέτοιοι χώροι! Δεν μπορείς να ζήσεις μόνος σ ένα μικρό διαμέρισμα η οικογένεια είναι κάτι άλλο. Η τακτοποίηση του σπιτιού είναι μισό πρόβλημα, και μετά έρχονται και οι λογαριασμοί! Ξέρεις πόσα πλήρωσα αυτόν τον μήνα; Δεν θέλω καν να το πω. Μόλις αρχίσει η θέρμανση, τα τιμολόγια γίνονται ωτοκουκούλα.
Ο Γιάννης άκουγε τον πατέρα του από το ηχείο. Άκουγε, αλλά δεν μπορούσε να τον συμφωνήσει. Η ευρύχωρη κατοικία του πατέρα, στην πράσινη περιοχή της Καλλιθέας, του φαινόταν όνειρο.
Το στούντιο που αγόρασε ο Γιάννης στην Πλακοπούλα δεν μπορείς να το περιστρέψεις.
– Πατέρα, σου έλεγα
– Τι μου είπες; διακόπηκε από το πατέρα Άλλαξέ τα; Να ζήσω στο μικρό σου πακέτο; Όχι ευχαριστώ! Εγώ, ένας γέρος, χρειάζομαι χώρο. Αλλά το να το συντηρείς γίνεται σκοινί. Ξέρεις πόσα δαπανώνει αυτή η μεγάλη κατοικία; Σκουπίζεις, σκουπίζεις, και το τέλος δεν φαίνεται η σκόνη βγαίνει απ όλες τις χαραδέρες! Σκουπίζεις ένα μέρος, και το άλλο πάλι βρώμικο. Να μιλήσουμε για τα κοινόχρηστα; Όχι, είναι όνειρο.
– Αν είναι όνειρο
– Δεν θα αλλάξω.
– Πατέρα, λοιπόν, τι παραπονιέσαι;
– Και πάλι δεν μπορώ να μιλήσω;;
Ο πατέρας τηλεφωνούσε τακτικά, κάθε φορά με νέο κουβάρι παραπόνων. Το κυρίως θέμα ήταν η τεράστια κατοικία στην οποία ζούσε μόνος του από κάποια καιρό. Μία φορά ζούσαν εκεί όλοι η μητέρα, ο πατέρας και ο Γιάννης. Η μητέρα πέθανε. Ο Γιάννης μετακόμισε. Ο πατέρας βρήκε μια καλή γυναίκα, και, φαίνεται, δεν έβλεπε πια τον καθημερινό λογισμό, μέχρι που αυτή μετακόμισε στην κόρη της στην Αττική.
Και όλα έπληξαν άνετα τον Αθανάσιο.
Ο Αθανάσιος ήταν κουρασμένος από το καθάρισμα, και ο Γιάννης από το στούντιο. Όταν ήταν μόνος, του άρεσε. Τώρα όμως έχει τη Ναταλία. Συνεχίζουν μαζί έξι μήνες, και ο Γιάννης θέλει σίγουρα να την φέρει στο σπίτι του. Αλλά
– Γιάννη, φυσικά σε αγαπώ είπε η Ναταλία όταν του πρότεινε να μετακομίσουν μαζί αλλά το διαμέρισμά σου είναι σπουδαίο, μοντέρνο, αλλά που θα βάλω τα πράγματά μου; Δύο άτομα δεν χωράμε. Συγγνώμη, θα ζήσουμε προσωρινά χωριστά και μετά θα σκεφτούμε.
Χαμογέλασε γλυκά.
Ο Γιάννης δεν άρεσε η πρόταση.
Πώς να ζήσουν μαζί; Πού;
– Το κατάλαβα, μπαμπά διακόπτησε τον κύκλο παραπόνων του πατέρα το κατάλαβα. Αλλά δεν καταλαβαίνω κάτι: γιατί δεν θέλεις να έρθεις εδώ; Θα πάρω το διαμέρισμά σου, εσύ το δικό μου. Εδώ είναι μικρό, αλλά το καθάρισμα είναι ψώνιο, και η ενοικίαση είναι φθηνή. Γιατί όχι; Έκανα τις δουλειές εγώ, εγγυούμαι την ποιότητα, τίποτα δεν θα σπάσει· αν σπάσει, το φτιάχνω. Μπορούμε να ανταλλάξουμε.
– Γιατί να θέλω το πακέτο σου, όταν έχω εδώ άρχισε ο πατέρας, αλλά ξαφνικά έμεινε σιωπηλός.
Μέχρι τότε ο πατέρας δεν έβαζε σοβαρά το κεφάλι του στα λόγια του γιου. Ο γιος είχε αγοράσει ένα στούντιο χωρίς κανονική κουζίνα, χωρίς χώρο για επισκέπτες, και ο Αθανάσιος το έβλεπε παράξενο. Δεν έπρεπε να ακούει. Αλλά ξαφνικά σταμάτησε.
– Δεν θέλω
– Μπαμπά, δεν σε βάζω υπό πίεση, αλλά εσύ πας και παραπονιέσαι! Σ’ ένα μικρό διαμέρισμα το κόστος είναι υψηλό. Εδώ είναι άνετο, φτηνό. Η καθαριότητα ελάχιστη. Τον μόνο σου.
– Μόνος επανέλαβε σκεπτικός ο Αθανάσιος ναι, μόνος αλλά
– Εγώ θέλω η Ναταλία να έρθει στο διαμέρισμά σου. Αν ανταλλάξουμε, θα ζήσουμε μαζί στην τεράστια κατοικία σου, και εμείς θα έχουμε οικογένεια, εσύ θα μετακομίσεις σε δικό μου, που είναι πιο εύκολο. Δεν είναι έτσι;
Ο Γιάννης μιλούσε, σαστισμένος από το θάρρος του. Ήξερε ότι η πρόταση ήταν τολμηρή· πολύ τολμηρή. Αλλά η προοπτική να ζήσουν με τη Ναταλία σε ευρύχωρο διαμέρισμα φαινόταν πιο ελκυστική από κάθε άλλη λύση.
Ο Αθανάσιος σκέφτεται.
– Πώς θα μεταφέρω τα αντικείμενα μου; ρώτησε.
– Θα τα μεταφέρουμε όλα, μπαμπά. Θα βοηθήσω.
Μετά από μια μακρά, έντονη συζήτηση γεμάτη αμφιβολίες, ο Αθανάσιος αποφάσισε. Η κούραση από το ατελείωτο καθάρισμα και τα υψηλά κοινόχρηστα έκαναν τη δουλειά τους. Ίσως ήθελε απλώς να δει τον γιό του ευτυχισμένο, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε να μετακομίσει στην μικρή του «κουτί».
***
Πριν τη μετακόμιση, ο πατέρας έδινε δισταγμούς. Αλλά μόλις μπήκε στο στούντιο του Γιάννη, ο Αθανάσιος ανανέωσε τις πνευματικές του δυνάμεις.
– Ουάου! ξέσπασε, κοιτάζοντας γύρω Πριν ήρθα στο νέο σου σπίτι, νόμιζα ότι είναι σαν αποθήκη, αλλά εδώ είναι υπέροχο. Δεν είναι τόσο στενό. Φωτεινό! Μου αρέσει η μικρή αυτή ανανέωση! Και δεν υπάρχουν πονηρές γωνιές, ούτε μεγάλοι διάδρομοι με χαλιά! Όλα είναι κομψά, όλα κοντά. Τι καθαριότητα! Αν μου αφήσεις τον ρομποτικό σου καθαριστή, θα
Ο Γιάννης δεν άφησε να τελειώσει.
– Φυσικά! Τι δεν θα σου χάσω; Το έδωσα και πάλι αν θέλεις.
– Δεν το πρόβλεψες;
– Συγγνώμη.
– Συγγνώμη μίλαγε ο πατέρας με σαρκαστικό τόνο Λοιπόν, παιδί μου, σύμφωνος να αλλάξουμε, θα μεταφέρουμε τα πράγματα.
Την επόμενη Σαββατοκύριακο η μετακόμιση πραγματοποιήθηκε.
Ο Γιάννης, που τώρα εξερευνούσε το ευρύχωρο διαμέρισμα του πατέρα, χαμογελούσε καθώς τον έβλεπε ο Αθανάσιος να γλείφει τις λαμπρές επιφάνειες, να θαυμάζει τις ενσωματωμένες συσκευές και να χαίρεται που δεν θα το τράβαει πάλι τον καθαριστή μέσα από τρία δωμάτια.
– Έχεις δει τους λογαριασμούς; ρώτησε ο Γιάννης Έχεις δει το ποσό; Πραγματικά λες πόσο εξοικονομείς!
– Ουρανός και γη απάντησε ο πατέρας Ουρανός και γη. Νιώθω ότι πάω στον Παράδεισο. Γιατί δεν σε άκουσα νωρίτερα;;
Ο Γιάννης ένιωσε ανακούφιση. Χαίρονταν και οι δύο, και η Ναταλία, που στην αρχή έψαχνε με δισταγμό το μικρό στούντιο, τα πήρε γρήγορα. Ο Γιάννης την προσκάλεσε, μαζί με τον γάτο Μούρο, να ζήσουν μαζί.
– Κοίτα, Γιάννη είπε η Ναταλία, δείχνοντας πώς τακτοποιούσε τη γωνιά για τον Μούρο τώρα θα είναι άνετο για αυτόν. Θα αγοράσω και καινούργιο κρεβάτι Συγγνώμη, πατέρα σου θα του είναι άνετο στο στούντιο; νιώθω ότι τον έβαλα έξω από το σπίτι του.
– Είναι ενθουσιασμένος! Μίλα με αυτόν, θα το δεις!
– Ας γιορτάσουμε λοιπόν τη μετακόμιση!
Ο Γιάννης κοίταξε τα λαμπερά μάτια της Ναταλίας, και κατάλαβε πως η απόφαση ήταν σωστή.
Ακόμα δεν ήρθε η πλήρης ευτυχία. Η κατοικία, παρόλο που δεν ήταν άσχετη αποθήκη, χρειαζόταν βαθείνα επισκευές, τις οποίες ξεκινούσαν. Ο Γιάννης έλεγε ότι θα τα κάνει μόνος, αλλά η Ναταλία δεν μπορούσε να τον δει να παλεύει, οπότε πήρε τα εργαλεία και έμαθε να βιδώνει, να σφυρίζει και να μετράει με ταινία.
– Σίγουρα είναι σωστό; ρώτησε ο Γιάννης βλέποντας τη Ναταλία να στερεώνει το πάγκο.
– Γιάννη, δίνεις άσχημα! Είναι παιδικό! Το μυστικό είναι να μην βιαζόμαστε και να προσέχουμε μαθαίνω γρήγορα, ο πατέρας μου με βοηθάει, τα βίντεο είναι χρήσιμα. Θα σου στείλω το link μετά
Ο Γιάννης ξέρει περισσότερα από αυτήν για την επιδιόρθωση, αλλά δε φέρνει αντίρρηση.
Και η Ναταλία μάθαινε γρήγορα. Η ενέργειά της ήταν αρκετή για δυο. Μαζί επέλεξαν χρώματα, κόλλησαν πλακάκια, συναρμολόγησαν έπιπλα. Η δουλειά ήταν άφθονη, τα χρήματα για επαγγελματίες δεν υπήρχαν. Αλλά το σύζευξαν.
– Θα τα καταφέρουμε! είπε η Ναταλία, καλυμμένη με σκόνη, κρατώντας το επίπεδο, Δες πόσο ευθύγραμμο!
Όπως λένε, για να γνωρίσεις κάποιον, κάνε και εσύ μαζί του μια επισκευή. Ο Γιάννης και η Ναταλία ταιριάζουν τέλεια. Δημιουργούν το σπίτι τους όχι απλώς χώρο, αλλά τόπο που θα νιώθουν και οι δύο κυρίες του σπιτιού. Η επισκευή τράβαζε, αλλά δεν τους ανησυχούσε. Θα τα περάσουν καλά.
Τέσσερις μήνες πέρασαν.
Το διαμέρισμα μεταμορφώθηκε.
Τα ουδέτερα τοιχώματα έγιναν χρωματιστά, τα απλά έπιπλα έγιναν στυλ, που είχαν επιλέξει μαζί. Η Ναταλία, που κάποτε φοβόταν να καρφώσει μια ράφι, τώρα συναρμολόγει ντουλάπες και κρεβάτια με άνεση.
Μια μέρα, όταν τα έλειπαν μόνο λίγα, εμφανίστηκε ο πατέρας. Έφερε σνακ και μερικά μπουκάλια κρασί.
– Λοιπόν, ταξιδιώτες, πώς είναι εδώ; ρώτησε με χαμόγελο, μπροστά στο νέο σπίτι Πώς σας φαίνεται;
Ο Γιάννης και η Ναταλία τον υποδέχτηκαν ενθουσιασμένα και του έδειξαν όλη τη «πρόταση».
– Μπαμπά, κοίτα, κάναμε και ενσωματωμένο ντουλάπι! είπε ο Γιάννης Αν είδες τη Ναταλία να το κατασκευάζει, θα ζήλαγες!
– Είμαι σε σοκ απάντησε ο Αθανάσιος, κοστώντας τα μάτια του Φαντάζομαι πόση δουλειά έχετε κάνει Συγχαρητήρια! Έχετε χρυσά χέρια, Γιάννη. Και εσύ, Ναταλίτσα, επίσης. Εδώ η στενότητα είναι εξαιρετική, όχι στο μικρό μου διαμέρισμα. Στενότητα!
Ο Γιάννης σήκωσε τα φρύδια.
– Στενότητα; Τι εννοείς
– Ναι, στενότητα χτύπησε το χέρι του Κάτι δεν μου αρέσει πια στο διαμέρισμά σου. Δεν είναι άνετο
Η Ναταλία κοίταξε επιφυλακτικά τον Αθανάσιο.
– Δεν είναι άνετο; Αλλά
– Ναταλίτσα, καταλαβαίνω ότι σου φαίνεται ωραία εδώ. Αλλά ξέρω ότι εκεί μόνος μου νιώθω βαριεστημένος. Οι γείτοι είναι όλοι νέοι, μουσική, θόρυβος. Δεν υπάρχει κανείς να μιλήσω. Εγώ όμως εδώ έχω φίλους, γείτονες, όλη η ζωή! Η γειτονιά είναι γνωστή, όλα είναι κοντά, γνωστά.
Ο Αθανάσιος κάθισε στον καναπέ και συνέχισε:
– Λοιπόν, γιε μου, σκέφτηκα Θέλεις να ξαναγυρίσουμε πίσω;
Το μπουκάλι κρασί έπεσε από το χέρι του Γιάννη, αλλά δεν σπάει. Ακόμα κι αν σπάει, δεν θα το προσέξει. Να αλλάξουμε; Η δουλειά σχεδόν τελειώνει!
– ΠίΤελικά, όλοι συμφώνησαν ότι το σπίτι είναι εκεί που μοιράζονται γέλια, και μαζί, με ένα ποτήρι κρασί, έγραψαν το επόμενο κεφάλαιο της κοινής τους ζωής.






