Η ζωή μου, σαν παραμύθι
Εκείνο το πρωινό ξύπνησα με τη διαίσθηση πως κάτι σημαντικό θα συμβεί σήμερα. Ο ήλιος έλαμπε δυνατά, τα πουλιά τραγουδούσαν έξω από το παράθυρο, και καθώς ο άντρας μου έφευγε για τη δουλειά, με φίλησε απαλά στο μάγουλο λέγοντας: «Είσαι το καλύτερό μου». Όλα, όπως πάντα. Ιδανικά.
Αυτή η λέξη, «ιδανικά», ήταν το μέτρο της ζωής μου. Ιδανικός άντρας επιχειρηματίας πετυχημένος, φροντιστικός. Ιδανικά παιδιά φοιτητής ο γιος, μαθήτρια λυκείου η κόρη, και οι δύο αριστούχοι, χωρίς προβλήματα. Ιδανικό διαμέρισμα στο Κολωνάκι, ιδανικό εξοχικό στους Αγίους Θεοδώρους, ιδανικό αυτοκίνητο. Και εγώ, ιδανική περιποιημένη, γυμνασμένη, στα σαράντα πέντε μου να δείχνω δέκα χρόνια νεότερη.
Οι φίλες ζήλευαν: «Μαρία, είσαι τυχερή! Σαν παραμύθι η ζωή σου». Χαμογελούσα ταπεινά και σκεφτόμουν: ναι, είμαι τυχερή. Αν και μεταξύ μας, δεν ήταν τύχη. Ήξερα πάντα τι και πώς. Πώς πρέπει να δείχνεις, πώς να μιλάς, τι να κάνεις στο σπίτι, πώς να στηρίζεις τον άντρα, πώς να μεγαλώνεις τα παιδιά. Έβαζα όλη μου την ψυχή σε αυτή την «ιδανικότητα». Μέχρι το μεδούλι.
Ο άντρας μου, ο Κώστας, ήταν το κέντρο της ζωής μου. Τον γνώρισα στο τέταρτο έτος του Οικονομικού, ένας ωραίος, έξυπνος, από καλή οικογένεια. Όλα τα κορίτσια τον λιμπίζονταν, κι εκείνος διάλεξε εμένα. Εμένα τη Μαρία. Κόντεψα να τρελαθώ απ’ τη χαρά μου τότε.
Παντρευτήκαμε σε έναν χρόνο. Έπειτα ο δικός του αγώνας με τη δουλειά και η δική μου άνοδος έφτασα να γίνω οικονομική διευθύντρια μεγάλης εταιρείας έπειτα τα παιδιά. Όλα σαν παρτιτούρα που παίζεται στην εντέλεια.
Πού και πού, όμως, παρατηρούσα παράξενες σκηνές. Ο Κώστας βυθιζόταν στη σκέψη του, κοιτώντας το παράθυρο, και δεν άκουγε τι του έλεγα. Έλειπε εκτός Αθηνών για δουλειές και τηλεφωνούσε λιγότερο. Κάποιες φορές με κοίταζε με μια θλίψη, λες και έβλεπε κάτι άλλο πέρα από μένα.
Τι έχεις; ρωτούσα.
Τίποτα, απλώς κουράστηκα, μου απαντούσε συνήθως.
Δεν το έκανα θέμα. Όλοι κουράζονται, στο κάτω κάτω, ειδικά άμα τρέχεις το δικό σου μαγαζί.
***
Εκείνη την Τρίτη πέρασα από το γραφείο του για να υπογράψω κάτι έγγραφα με πληρεξούσιο, τα ζήτησε ο ίδιος. Η καινούρια γραμματέας τα χασε λίγο, ψέλλισε: «Ο κύριος Κωνσταντίνου είναι απασχολημένος, μήπως να περιμένετε;». Της γέλασα: «Είμαι δική σας, μην ανησυχείς».
Μπήκα χωρίς να χτυπήσω.
Ο Κώστας καθόταν με το βλέμμα στη οθόνη. Στην οθόνη, η φωτογραφία μιας γυναίκας. Νέα, όμορφη, με μακριά ξανθά μαλλιά και θλιμμένα μάτια. Απόρησα στιγμιαία: κάθεται και χαζεύει ξένες φωτό μπροστά στη γραμματέα;
Ήρθα για τα χαρτιά, είπα.
Τινάχτηκε, έκλεισε το παράθυρο νευρικά, αλλά το είχα ήδη προσέξει. Και κάτι σφήνωσε μέσα μου.
Εδώ είναι, είπε βιαστικά, φέρνοντας τα χαρτιά. Υπέγραψε τα και άφεσέ τα στο γραφείο.
Ποια είναι; ρώτησα ήρεμα. Πολύ ήρεμα, όπως μόνο μια γυναίκα που νιώθει τη θύελλα στην καρδιά μπορεί να ρωτήσει έτσι.
Ποια; Μα συνεργάτης είναι, απάντησε με ύφος απορίας, μα τα μάτια του δεν έπειθαν.
Συνεργάτες βλέπουν φωτό σε πλήρη οθόνη;
Μη ξεκινάς, μουρμούρισε. Δεν είναι ό,τι νομίζεις.
Δεν συνέχισα. Έφυγα με τα χαρτιά. Αλλά ο σπόρος της αμφιβολίας είχε ήδη ριζώσει.
***
Η έρευνα ξεκίνησε μόνη της. Δεν το ήθελα, μα τα χέρια έπαιρναν πρωτοβουλία. Έψαξα το κινητό του ενώ έκανε ντους. Βρήκα συνομιλία. Για καλά κρυμμένη, σε εφαρμογή με κωδικό. Αλλά ήξερα τον κωδικό τα γενέθλια της κόρης. Ο Κώστας ποτέ δεν τα άλλαζε.
«Μου λείπεις», του έγραφε εκείνη.
«Κι εσύ. Σύντομα», απαντούσε.
«Εκείνη; Κατάλαβε τίποτα;»
«Όχι. Όλα καλά».
Διάβαζα και δεν πίστευα στα μάτια μου. Πέντε χρόνια. Πέντε χρόνια είχε σχέση με άλλη γυναίκα. Διπλή ζωή. Όση ώρα εγώ μαγείρευα, φρόντιζα τα παιδιά, του έκανα παρέα σε τραπέζια, αυτός ζούσε αλλού.
Γύρισα πίσω τη συζήτηση. Υπήρχαν φωτογραφίες, γλυκά λόγια, ραντεβού. Μα έμεινα άφωνη σε μια φράση:
«Εσύ είσαι η μόνη μου. Από τη σχολή ακόμη. Αν τότε δεν μας χώριζαν, δε θα είχαμε απομακρυνθεί. Η Μαρία είναι καλή, αλλά έτσι τα έφερε η μοίρα».
Ξαναδιάβασα τρεις φορές.
«Η μόνη μου». «Από τη σχολή». «Μοίρα».
Άρα, ήμουν απλώς η εύκολη επιλογή. Αυτή που ήταν βολική, όταν η πραγματική αγάπη χάθηκε.
Τον βρήκα στην κουζίνα το βράδυ. Στεκόμουν στο παράθυρο, με φόντο τον ήλιο που έδυε. Σκεφτόμουν: και τώρα; Τι θα πω στα παιδιά; Τι σημαίνουν όλα αυτά τα χρόνια;
Μπήκε, είδε το πρόσωπό μου και κατάλαβε.
Ξέρεις, είπε. Χωρίς να το ρωτήσει.
Ξέρω, απάντησα. Ποια είναι;
Απέφυγε το βλέμμα μου. Κάθισε με τα χέρια στο πρόσωπο.
Συγχώρεσέ με. Δε θα θελα να το μάθεις έτσι.
Πώς θα ήθελες δηλαδή; Να μη μάθω ποτέ; Να ζεις μαζί μου ενώ σκέφτεσαι εκείνη;
Δεν τη σκέφτομαι συνέχεια, ψέλλισε.
Μην κοροϊδεύεις. Διάβασα «Η μόνη μου». Από τη σχολή. Θέλω να ξέρω όλη την αλήθεια.
Και άρχισε να μιλάει.
Την έλεγαν Κατερίνα. Την είχε γνωρίσει στο πρώτο έτος, κι ήταν κεραυνοβόλο. Σχεδιάζαν να παντρευτούν, μα οι δικοί της δεν τον ήθελαν δεν ήταν του κύκλου τους, ούτε είχε λεφτά ή γνωριμίες. Την πήραν στη Θεσσαλονίκη, της βρήκαν άλλον. Η Κατερίνα έκλαιγε και του έγραφε γράμματα, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.
Εκείνος την περίμενε δυο χρόνια. Μετά γνώρισε εμένα όμορφη, έξυπνη, από «καλή» οικογένεια. Γιατί όχι; Στη ζωή προχωράμε.
Παντρευτήκαμε, κάναμε παιδιά, έστησε τη δική του επιχείρηση για πείσμα στους γονείς της πρώτης του αγάπης. Ήθελε να αποδείξει κάτι, σε εκείνους και στον εαυτό του. Και η Κατερίνα, πάντα εκεί, στη μνήμη του.
Πριν πέντε χρόνια βρεθήκαμε τυχαία, είπε χαμηλόφωνα. Είχε χωρίσει, ζούσε μόνη. Και όλα άναψαν ξανά. Δεν μπορούσα να το παλέψω.
Εμένα πέντε χρόνια τι με έκανες; ρώτησα. Είκοσι χρόνια μαζί, τι ήμουν;
Σε εκτιμώ, είπε. Είσαι υπέροχη γυναίκα, μάνα, στήριγμα. Τα έδωσες όλα.
Εκτός από αγάπη, τον διέκοψα. Τη δική μου δε τη δέχτηκες. Ήθελες μια βολική γυναίκα για μια βολική ζωή. Η αγάπη έμεινε στη σχολή.
Σιώπησε. Γιατί ήξερε πως ήταν αλήθεια.
***
Τα μαζέματα έγιναν γρήγορα. Πάντα ήξερα: αν φεύγεις, φεύγεις αμέσως. Χωρίς φασαρίες, χωρίς εκβιασμούς τύπου «ας το ξαναπροσπαθήσουμε». Είχα μάθει να σέβομαι τον εαυτό μου αρκετά για να μη γίνω διακοσμητικό σε ξένο δράμα.
Είπα στα παιδιά ήρεμα. Ο γιος μου προσπάθησε να μιλήσει στον Κώστα, μα τον σταμάτησα. «Δε χρειάζεται, Στέλιο. Είναι μεταξύ μας αυτό. Εσείς μακριά».
Η κόρη μου έκλαιγε: «Μαμά, πώς θα είσαι μόνη;»
Έχω εμένα, της είπα. Κι αυτό αξίζει περισσότερο από όσο νομίζεις.
Βρήκα διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη.
Οι πρώτοι μήνες ήταν κόλαση. Τα βράδια ξαγρυπνούσα, κυλιόμουν στο κρεβάτι, τα πρωινά δούλευα, χαμογελούσα στις συναδέλφους. Τα βράδια, όμως, με πονούσαν οι αναμνήσεις: όλα όσα αυτός ψιθύριζε, οι γιορτές, τα μικρά μας μυστικά. Και κατάλαβα ότι όλα ήταν ψέμα. Ωραίο, ζεστό, αλλά ψέμα.
Το χειρότερο δεν ήταν καν η απιστία. Ήταν πως δεν είχα δει τίποτα. Γιατί δεν ήθελα να δω. Μου ταίριαζε η «τέλεια εικόνα».
***
Ένα χρόνο αργότερα, που οι πληγές είχαν κλείσει, έτυχε να συναντήσω μια παλιά γνωστή.
Ξέρεις, ο Κώστας ξαναπαντρεύτηκε, μου είπε. Με την Κατερίνα του, από τη σχολή κιόλας αγαπιόντουσαν. Τι ιστορία, σαν ταινία!
Χαμογέλασα, όπως μόνο μια πρώην «τέλεια» γυναίκα μπορεί να χαμογελάσει.
Ναι, φαντάζομαι, της απάντησα. Πολύ ρομαντικό.
Το βράδυ στη μικρή μου κουζίνα τα δάκρυα ήρθαν μόνο τους. Πρώτη φορά εκείνη τη χρονιά.
Όχι από πόνο αυτός είχε μαλακώσει. Από το ότι τόσα χρόνια ήμουν απλώς φόντο. Χρήσιμη, βολική, αυτή που φροντίζει τη ζωή ενός άντρα που καρδιοχτυπάει για άλλη.
Έκανα παιδιά μαζί του. Έχτισα σπιτικό. Στήριξα δουλειά και παραστάσεις, φρόντισα γονείς και φίλους του. Κι εκείνος, όλα αυτά τα χρόνια, είχε άλλην στην καρδιά του. Και το πιο πικρό; Δεν μπορείς να αναγκάσεις κάποιον να σε αγαπήσει. Δεν μπορείς να γίνεις πρωταγωνίστρια αν ο άλλος σε έχει επιλέξει για δεύτερο ρόλο.
***
Άλλα δύο χρόνια πέρασαν.
Έμαθα να ζω μόνη. Και, αν το πιστεύει κανείς, μου άρεσε. Κανένας δε ζητάει φαγητό στις 7 ακριβώς. Κανένας δε σχολιάζει γιατί άργησα στη δουλειά. Κανένας δε χαζεύει το παράθυρο σκεπτόμενος άλλη. Τα παιδιά μεγάλωσαν, ο γιος παντρεύτηκε, η κόρη μπήκε μεταπτυχιακό. Βρισκόμασταν συχνά, και δεν ήμουν απλώς μάνα ήμουν φίλη τους.
Κάποιες φίλες με ρώταγαν: «Μαρία, άντρες; Είσαι ακόμα νέα, όμορφη. Τι κάθεσαι;». Χαμογελούσα: «Δεν έχω χορτάσει ακόμα τη μοναξιά μου».
Στην ουσία, δεν ήθελα να ξαναγίνω η βολική λύση για κανέναν. Φοβόμουν τη μοναξιά μέσα στη σχέση, το ψεύτικο ενδιαφέρον, να γίνω ξανά στήριγμα ενώ ο άλλος περιμένει τη «μοναδική» του.
Καλύτερα μόνη μου, παρά με λάθος άνθρωπο, έλεγα. Πρωταγωνίστρια στη δική μου ζωή.
Ένα βράδυ, ξεδιαλέγοντας παλιές φωτογραφίες, βρήκα το γαμήλιο άλμπουμ. Έμεινα να κοιτάζω για ώρα τα νεανικά μου μάτια, το χαμόγελό του. Ποτέ δεν φανταζόμουν τότε πως τίποτα δεν είναι μόνιμο.
Και τώρα;
Έκλεισα το άλμπουμ και το έβαλα καλά σε ένα συρτάρι. Δεν το πέταξα ανάμνηση είναι ανάμνηση. Μα δεν το άφησα και κάπου να το βλέπω.
Ο ήλιος φώτιζε το σαλόνι. Από δίπλα ακουγόταν μουσική οι γείτονες έβαφαν το σπίτι. Η ζωή προχωρούσε.
Πλησίασα τον καθρέφτη, κοίταξα τη γυναίκα που φαινόταν εκεί. Σχηματισμένη, περιποιημένη, με καθαρό βλέμμα και ήρεμο χαμόγελο.
Τα κατάφερες, είπα. Τα κατάφερες.
Και ήταν η αλήθεια. Τα κατάφερα. Όχι επειδή βρήκα κάποιον καλύτερο από τον Κώστα. Αλλά επειδή βρήκα τη Μαρία αυτή που λίγο ακόμα και θα έχανα στην αγωνιώδη αναζήτηση της τελειότητας. Αυτή που ξέρει να ζει μόνη, χωρίς να είναι μοναχική. Αυτή που ξέρει τι αξίζει.
Και αυτό δεν αγοράζεται ούτε με ευρώ, ούτε με τίποτα.
Ο Κώστας καμιά φορά τηλεφωνεί. Ρωτάει πώς είμαι. Χρόνια πολλά στη γιορτή ή στα γενέθλια. Του απαντώ ευγενικά, λιτά. Τελεία.
Δεν κρατώ κακία. Αυτό πέρασε. Έμεινε μια ησυχία: ήμουν καλή σύζυγος. Απλώς δεν ήταν ο δικός μου άντρας. Και το καταλάβαμε αργά.
Η Κατερίνα Λοιπόν, τώρα ζει στο παλιό μου σπίτι, με τον πρώην άντρα μου. Άκουσα ότι είναι καλά. Και, ξέρεις τι; Το χάρηκα. Κάποια ιστορία τουλάχιστον είχε καλό τέλος ας μην ήταν δικό μου.
Σήμερα θα πάω στη γιόγκα. Μετά καφέ με φίλη. Το βράδυ φαΐ με το γιο και τη νύφη μου με κάλεσαν σ ένα καινούριο εστιατόριο.
Η ζωή είναι γεμάτη. Μόνη μου τη γέμισα.
Καμιά φορά, πριν κοιμηθώ, σκέφτομαι: κι αν Αν μ’ αγαπούσε στ αλήθεια; Αν μέναμε μαζί ως τα βαθιά γηρατειά, με εγγόνια, εξοχικό, παρέες
Κι ύστερα αλλάζω πλευρό και κοιμάμαι. Δεν έχει νόημα ν αναπολείς ό,τι δεν έγινε. Έγινε ό,τι ήταν να γίνει. Και βγήκα νικήτρια.
Όχι επειδή νίκησα τους άλλους. Επειδή δεν έχασα εμένα.





