— Παππού, κοίτα! — Η Λίλια κόλλησε τη μύτη της στο παράθυρο. — Σκυλάκι! Έξω από την αυλόπορτα τριγυρνούσε μια μαυριδερή, αδύνατη αδέσποτη. Είχε σκισμένο τρίχωμα και πεταγμένα πλευρά. — Πάλι αυτό το σκυλί… — μουρμούρισε ο Παύλος Ιωάννου, τραβώντας τις γαλότσες του. — Τρίτη μέρα έξω τριγυρίζει. Άντε, φύγε από δω! Σήκωσε το μπαστούνι του. Το σκυλί τινάχτηκε πίσω, αλλά δεν έφυγε μακριά. Κάθισε στα πέντε μέτρα και κοίταζε. Μόνο κοίταζε. — Παππού, μην το διώχνεις! — Η Λίλια τον άρπαξε από το μανίκι. — Σίγουρα πεινάει και κρυώνει! — Έχω κι εγώ τις έγνοιες μου! — απάντησε ο γέρος. — Θα μας φέρει ψύλλους, άρρωστιες και βρωμιές. Φύγε από εδώ! Το σκυλί έσυρε την ουρά του και πήγε πιο πίσω. Όμως, όταν ο Παύλος Ιωάννου μπήκε σπίτι, γύρισε ξανά… …Η Λίλια έμενε με τον παππού εδώ και μισό χρόνο, από τότε που έχασε τους γονείς της σε τροχαίο. Ο Παύλος Ιωάννου την πήρε στο σπίτι του, αν και δεν είχε συνηθίσει τα παιδιά. Είχε συνηθίσει στην ησυχία του. Κι όμως — ένα κορίτσι έκλαιγε τη νύχτα και ρωτούσε συνέχεια: «Παππού, πότε θα γυρίσουν η μαμά κι ο μπαμπάς;» Πώς να της εξηγήσει πως ποτέ; Μόνο βόγκαγε και γύριζε πλάτη. Ήταν δύσκολο και για τους δυο τους, αλλά δεν υπήρχε άλλη λύση. Το μεσημέρι, ενώ ο παππούς λαγοκοιμόταν μπροστά στην τηλεόραση, η Λίλια βγήκε σιγανά στην αυλή. Κρατούσε ένα μπωλ με λίγη σούπα. — Έλα εδώ, Ζούζα, — ψιθύρισε το κορίτσι. — Έτσι σε ονόμασα. Ωραίο όνομα, δεν είναι; Το σκυλί πλησίασε διστακτικά. Έγλυψε προσεκτικά το μπωλ, μετά ξάπλωσε, το κεφάλι στα πόδια της. Και κοίταζε — ευγνωμοσύνη, αφοσίωση στα μάτια. — Είσαι καλή, — την χάιδευε η Λίλια. — Πολύ καλή. Από τότε η Ζούζα δεν έφυγε ποτέ από το σπίτι. Φυλούσε τη γωνιά στην αυλόπορτα, συνόδευε την Λίλια στο σχολείο, την περίμενε πλάι. Όταν ο Παύλος Ιωάννου έβγαινε έξω, ακούγονταν οι φωνές: — Πάλι εσύ; Πόσο θα ανεχτώ ακόμα; Η Ζούζα ήξερε ήδη: αυτός ο άνθρωπος αγαπάει να γκρινιάζει, αλλά δεν δαγκώνει. Ο γείτονας, ο Σωτήρης Νικολάου, που συχνά στεκόταν στο φράχτη, έβλεπε όλο αυτό το σκηνικό και είπε μια μέρα: — Πάυλο, άδικα τη διώχνεις. — Λες να μου χρειάζεται το σκυλί; Μακριά από εμένα! — Μήπως ο Θεός σου την έστειλε για καλό; — μουρμούρισε ο Σωτήρης. Ο Παύλος Ιωάννου μόνο που φύσηξε ανάμεσα στα δόντια του. Πέρασε μια βδομάδα. Η Ζούζα έμεινε εκεί, όποιος κι αν ήταν ο καιρός, ό,τι κι αν έκανε το κρύο. Η Λίλια εξακολουθούσε να της φέρνει φαγητό στα κρυφά, κι ο παππούς έκανε ότι δεν το βλέπει. — Παππού, να βάλουμε τη Ζούζα μέσα στο χολ; — παρακαλούσε το κορίτσι το βράδυ. — Να ζεσταθεί λίγο. — Όχι και όχι! — χτύπησε το τραπέζι ο γέρος. — Εδώ μέσα τα ζώα δεν έχουν θέση! — Μα παππού, αυτή… — Χωρίς «μα»! Φτάνει οι παραξενιές σου! Η Λίλια σιώπησε πεισματωμένα. Όμως το βράδυ, ο Παύλος Ιωάννου στριφογύριζε ανήσυχος στο κρεβάτι. Το πρωί κοίταξε απ’ το παράθυρο: Η Ζούζα, κουλουριασμένη στο χιόνι. «Σε λίγο θα πεθάνει…» μουρμούρισε. Και κάτι τον έσφιξε μέσα του. Το Σάββατο, η Λίλια πήγε στη λιμνούλα για πατινάζ. Η Ζούζα, φυσικά, ακολούθησε σιωπηλά. Η Λίλια γελούσε, στριφογύριζε, η σκυλίτσα καθόταν στο πλάι και την κοίταζε. — Κοίτα πώς κάνω! — φώναξε η Λίλια και έτρεξε προς το κέντρο. Ο πάγος άρχισε να τρίζει. Και να σπάει. Η Λίλια βυθίστηκε ξαφνικά. Μαύρο, παγωμένο νερό. Δάγκωσε το κορμί της, την παρέσυρε κάτω απ’ τον πάγο. Προσπαθούσε, φώναζε, αλλά μόνο τα χέρια της έκαναν κύματα. Η Ζούζα πάγωσε για μια στιγμή. Ύστερα έτρεξε στο σπίτι. Ο Παύλος Ιωάννου έσχιζε ξύλα. Άκουσε γάβγισμα, άγριο, σκισμένο. Κοιτάζει: το σκυλί πλησιάζει, τρέχει, τραβάει το παντελόνι του, τον σπρώχνει στην αυλόπορτα. — Τρελάθηκες; — απόρησε ο γέρος. Αλλά η Ζούζα δεν σταμάτησε. Ούρλιαζε, χοροπηδούσε, ξανάτραβαγε το ρούχο του. Κι εκεί ο Παύλος Ιωάννου κατάλαβε. — Λιλάκι! — φώναξε και έτρεξε πίσω από το σκυλί. Η Ζούζα προπορευόταν, κοίταζε πίσω αν έρχεται. Και πάλι μπροστά, στη λιμνούλα. Είδε το σκούρο λεκέ, άκουσε τα μικρά παφλασίσματα του νερού. — Κρατήσου! — ούρλιαξε, πιάνοντας ένα μακρύ κοντάρι. — Κρατήσου, μικρή μου! Σέρνονταν στο πάγο, που έτριζε, αλλά δεν έσπαγε. Τράβηξε τη Λίλια, την έσυρε στην όχθη. Η Ζούζα γύριζε γύρω τους, γάβγιζε, τους ξεσήκωνε. Η Λίλια ήταν μπλε. Ο Παύλος Ιωάννου της έτριβε το πρόσωπο, φυσούσε, προσευχόταν. — Παππού… — ψιθύρισε η Λίλια. — Η Ζούζα, πού είναι η Ζούζα; Το σκυλί καθόταν κοντά τους. Έτρεμε — μάλλον από κρύο και φόβο μαζί. — Να, εδώ είναι, — είπε βραχνά ο Παύλος Ιωάννου. — Εδώ… Από εκείνη τη μέρα, όλα άλλαξαν. Ο Παύλος Ιωάννου δεν φώναξε ξανά στη σκυλίτσα — μα ούτε την άφησε στο σπίτι του. — Παππού, γιατί; — ικέτευε η Λίλια. — Εκείνη με έσωσε! — Το ξέρω, αλλά δεν έχουμε μέρος στο σπίτι. — Γιατί; — Γιατί έτσι έχω μάθει! — βρόντηξε ο γέρος. Ο Παύλος Ιωάννου ήταν θυμωμένος με τον εαυτό του. Γιατί; Δεν ήξερε. Νόμιζε πως έχει δίκιο… Μα η ψυχή δεν ησύχαζε. Ο γείτονας, ο Σωτήρης Νικολάου, ήρθε για τσάι. — Άκουσα τι έγινε, — είπε απαλά. — Άκουσες. — Έξυπνο σκυλί. Πρέπει να το προσέχεις. — Το προσέχουμε. Τουλάχιστον δεν το κυνηγάμε. — Και στον παγετό πού κοιμάται; — Έξω! Σκύλος δεν είναι; Τι θες να πεις; Ο γείτονας κούνησε το κεφάλι. — Παράξενος είσαι, Πάυλο. Σου έσωσε το κορίτσι και… Είσαι αγνώμων! — Δεν της χρωστώ τίποτα! — φώναξε ο Παύλος. — Την ταΐζουμε, δεν τη διώχνουμε — αυτό φτάνει! — Αλήθεια, έτσι το βλέπεις; Κι αν ήμασταν άνθρωποι; Να συμπεριφερόμασταν ανθρώπινα; — Να αγαπάμε ανθρώπους, όχι ζώα! — αντέτεινε ο Παύλος. Ο Σωτήρης σιώπησε — ήξερε πως είναι μάταιο άλλο να μιλάει. Ο Φεβρουάριος έγινε αληθινά παγωμένος. Θύελλες η μια πίσω από την άλλη. Ο Παύλος Ιωάννου έσκαβε τις αυλές απ’ το χιόνι κάθε μέρα. Η Ζούζα στη θέση της. Αδυνατισμένη, ξεπουπουλιασμένη, με θλιμμένα μάτια. Έμενε πάντα εκεί, φύλακας. — Παππού, — τραβούσε το μανίκι του η Λίλια, — κοίτα την. Είναι μισοπεθαμένη. — Διάλεξε μόνη της να μείνει εδώ, — απαντούσε αποφεύγοντας. — Κανείς δεν την κράτησε. — Ναι, αλλά… — ΦΤΑΝΕΙ! — βρόντηξε ο γέρος. — Πόσες φορές να το πούμε; Μ’ έπρηξες με το σκυλί σου! Η Λίλια θύμωσε και σώπασε. Το βράδυ, όταν ο παππούς διάβαζε εφημερίδα, του είπε ήσυχα: — Σήμερα δεν είδα τη Ζούζα. — Εμ, και λοιπόν; — γρύλισε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα. — Όλη μέρα δεν φάνηκε. Μήπως αρρώστησε; — Ίσως έφυγε για πάντα. Καλά να πάθει. — Παππού! Πώς μπορείς να λες τέτοια; — Και τι να κάνω δηλαδή; — άφησε την εφημερίδα και την κοίταξε. — Δεν είναι δικιά μας! Ξένη είναι! Δεν της χρωστάμε τίποτα! — Της χρωστάμε, — είπε σιγανά η Λίλια. — Μου έσωσε τη ζωή. Κι ούτε ένα ζεστό μέρος δεν της δώσαμε. — Δεν υπάρχει χώρος! — χτύπησε το τραπέζι ο γέρος. — Το σπίτι δεν είναι ζωολογικός κήπος! Η Λίλια έφυγε δακρυσμένη στο δωμάτιό της. Ο γέρος μόνος στο τραπέζι. Κι η εφημερίδα πια δεν διάβαζε. Αργά τη νύχτα ξέσπασε θύελλα. Ο αέρας ούρλιαζε, το τζάμι έτριζε, το χιόνι κάλυπτε κάθε γωνιά. Ο Παύλος Ιωάννου γύριζε στο στρώμα του, δεν τον έπαιρνε ο ύπνος. «Σκυλίσιος καιρός, ε;» σκέφτηκε. Κι αμέσως: «Τι με νοιάζει; Δεν είναι δική μου δουλειά!» Αλλά μέσα του, τον ένοιαζε. Το πρωί ο αέρας ησύχασε. Ο Παύλος Ιωάννου φτιάχνει τσάι, κοιτάει απ’ το παράθυρο: Η αυλή έχει χαθεί κάτω από το χιόνι. Δίπλα στην αυλόπορτα κάτι μαύρο προβάλλει. «Κάποιο σακούλι σκουπίδια είναι», σκέφτηκε. Αλλά η καρδιά του βάρυνε. Φόρεσε το μπουφάν, γαλότσες, βγήκε στην αυλή. Το χιόνι αφράτο, μισοχυμένο στα γόνατα. Έφτασε μέχρι την αυλόπορτα. Εκεί ακινητοποιήθηκε. Στην χιονοστιβάδα, η Ζούζα ξαπλωμένη. Ακίνητη. Σχεδόν σκεπασμένη από χιόνι, φαίνονται μόνο αυτιά και άκρη ουράς. «Έφυγε κι αυτή…» σκέφτηκε κι ένιωσε να σπάει κάτι μέσα του. Κοντοκάθισε, έδιωξε το χιόνι. Το σκυλί μισοπεθαμένο, η ανάσα ίσα που ακούγεται. Τα μάτια κλειστά. — Καημένη, — ψιθύρισε. — Γιατί δεν έφυγες; Η Ζούζα ανασάλεψε, άκουσε τη φωνή. Πήγε να σηκωθεί, δεν τα κατάφερε. Ο Παύλος κοίταζε. «Άντε, ό,τι γίνει ας γίνει» σκέφτηκε, και σήκωσε προσεκτικά το σκυλί στα χέρια του. Ελαφρύ — μόνο κόκκαλα και τρίχωμα. Αλλά ακόμα ζεστό. Ζωντανό. — Κράτα γερά, — μουρμούρισε, περνώντας μέσα από το χιόνι. — Κράτα γερά, κουτή μου. Την πήγε πρώτα στο χολ, μετά στην κουζίνα. Την άφησε σε μια παλιά κουβέρτα στο φούρνο. — Παππού; — εμφανίστηκε η Λίλια με τις πιτζάμες. — Τι έγινε; — Ε, πλησίαζε να παγώσει έξω. Να ξεπαγιάσει λιγάκι μέσα, λέω. Η Λίλια έτρεξε στη Ζούζα: — Ζει, παππού; Ζει ακόμα; — Ζει. Ρίξε της λίγα ζεστά γάλα. — Αμέσως! — έτρεξε στη σόμπα το κορίτσι. Κι ο Παύλος Ιωάννου κάθισε δίπλα της, της έριχνε χαϊδευτικά μια ματιά, σκεφτόταν: «Τι άνθρωπος είμαι; Την άφησα σχεδόν να χαθεί. Κι εκείνη πάλι δεν έφυγε. Πίστεψε…» Η Ζούζα άνοιξε λίγο τα μάτια. Τον κοίταξε — ευγνωμοσύνη. Ο Παύλος δάκρυσε. — Το γάλα έτοιμο! — Η Λίλια ακούμπησε το μπωλ δίπλα. Η Ζούζα σήκωσε το κεφάλι δύσκολα, ήπιε λίγο-λίγο. Παππούς και εγγονή κοιτούσαν, χαίρονταν σαν να έβλεπαν θαύμα. Το μεσημέρι η Ζούζα έκατσε στα πόδια της. Βραδάκι, έκανε μερικές βόλτες στο μαγειρείο. Κι ο Παύλος όλο της πέταγε το καλύτερο κρέας στο πιάτο της, την σκέπαζε, την χάιδευε νομίζοντας πως δεν τον βλέπει κανείς. «Δεν θα τη διώξει πια», το ήξερε η Λίλια. Το πρωί ο Παύλος ξύπνησε νωρίς. Η Ζούζα ξαπλωμένη δίπλα στη σόμπα, τον κοιτούσε. Κούνησε τη νουρά της διστακτικά. Μετά το πρωινό, ο Παύλος βγήκε στην αυλή, κοίταξε την παλιά σκυλόσπιτα στο πίσω μέρος. — Λιλάκι! — φώναξε. — Έλα έξω! Το κορίτσι βγήκε, από κοντά και η Ζούζα. — Κοίτα, — έδειξε τη σκυλόσπιτα. — Η σκεπή χάλασε, χρειάζεται φτιάξιμο. — Γιατί, παππού; — Κάπου πρέπει να μένει. Άδεια μένει, ε; Ας τη φτιάξω. Έφερε σανίδια, σφυρί, καρφιά. Μαστόρευε, βλαστήμαγε, αγανακτούσε με τις λεπτομέρειες. Η Ζούζα κοντοκαθόταν από δίπλα, ήξερε — για εκείνη ήταν το σπίτι. Μέχρι το μεσημέρι, όλα έλαμπαν. Έστρωσε κουβέρτα, τοποθέτησε πιατάκια δίπλα. — Να το, — σκούπισε τον ιδρώτα του, — όλα έτοιμα. — Παππού, — ρώτησε ήσυχα η Λίλια, — αυτό για τη Ζούζα είναι; — Ποιανής άλλο; — χαμογέλασε πονηρά. — Στο σπίτι δεν μπαίνει, αλλά έξω να ζήσει σαν σκυλί με αξιοπρέπεια. Η Λίλια τον αγκάλιασε. — Σ’ ευχαριστώ, παππού! Σ’ ευχαριστώ! — Καλά, καλά, — γκρίνιαξε πάλι. — Προσωρινά είναι όλα! Ως ότου της βρούμε νέο σπιτικό. Μα ήξερε καλά πια — κανείς άλλος δεν θα ψάξει για Ζούζα. Εκείνη τη στιγμή, ο γείτονας Σωτήρης ήρθε κοντά να δει, χαμογέλασε πονηρά: — Σου το ’λεγα, Πάυλο, ο Θεός την έστειλε. — Άντε, άσε μας με τον Θεό σου, — μουρμούρισε ο Παύλος, — απλά τη λυπήθηκα! Μεγάλο πράγμα! — Τη λυπήθηκες, γιατί έχεις καρδιά, — είπε ο Σωτήρης. Ο Παύλος πήγε να του απαντήσει, αλλά σταμάτησε. Κοίταζε τη Ζούζα να εξερευνά το νέο της σπιτάκι. Τη Λίλια που την χάιδευε στο κεφάλι. Και ένιωθε — τώρα επιτέλους ήταν οικογένεια. Κουτσουρεμένη ίσως, περίεργη, αλλά οικογένεια. — Ε, Ζούζα — ψιθύρισε, — τώρα κι εσύ έχεις σπίτι εδώ. Το σκυλί τον κοίταξε για ώρα. Και ξάπλωσε δίπλα στο σπιτάκι, να βλέπει την πόρτα του σπιτιού — εκεί που έμεναν πια οι άνθρωποί της.

Παππού, κοίτα! Η Ειρήνη είχε κολλήσει τη μύτη της στο τζάμι. Ένα σκυλάκι!

Έξω από τη σιδερένια αυλόπορτα, γύριζε συνέχεια ένα αδέσποτο. Μαύρο, βρόμικο, με κόκαλα που ξεπρόβαλαν.

Πάλι αυτό το παλιόσκυλο, μουρμούρισε ο Γιάννης Νικολάου, βάζοντας τα παντοφλοπλαστά του. Τρίτη μέρα που τριγυρνάει. Για τράβα παραπέρα!

Σήκωσε τη μαγκούρα. Το σκυλί πετάχτηκε τρομαγμένο μα δεν έφυγε· κάθισε πέντε μέτρα μακριά και τον κοιτούσε. Απλώς κοιτούσε.

Παππού, μην το διώχνεις! Η Ειρήνη τον άρπαξε από το μανίκι. Θα πεινάει, θα κρυώνει…

Έχω κι εγώ τα δικά μου, απάντησε νευρικά ο παππούς. Άσε μας, μην φέρει ψύλλους και αρρώστιες. Άντε, τράβα από εδώ!

Το σκυλί χαμήλωσε ουρά και έκανε να φύγει. Όμως μόλις ο Γιάννης μπήκε στο σπίτι, αυτό ξαναγύρισε…

Η Ειρήνη είχε έρθει στον παππού εδώ και έξι μήνες, από τότε που σκοτώθηκαν οι γονείς της σε εκείνο το ατύχημα. Ο Γιάννης, παρόλο που ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με παιδιά, την πήρε κοντά του. Είχε συνηθίσει τη σιωπή, τα δικά του ωράρια.

Κι εκεί που ήξερε μόνο ησυχία, βρέθηκε με ένα κορίτσι που ξενυχτούσε στα κλάματα και συνέχεια ρωτούσε: «Παππού, πότε θα γυρίσει η μαμά κι ο μπαμπάς;»

Πώς να της πει το ποτέ; Απλώς πασχίζει να το καταπιεί, να γυρίσει την πλάτη. Κι οι δυο τους πιέζονται αλλά που να πάνε αλλού;

Μετά το μεσημεριανό, ενώ ο παππούς κοιμόταν μπροστά στην τηλεόραση, η Ειρήνη βγήκε σιγανά στην αυλή. Στα χέρια είχε ένα μπωλάκι με λίγη σούπα.

Έλα εδώ, Μίνα, ψιθύρισε. Έτσι τη βάφτισα. Δεν είναι ωραίο όνομα;

Το σκυλί πλησίασε διστακτικά, έγλειψε το μπωλ, ξάπλωσε κι έβαλε μουσούδα στις πατούσες της. Με κοίταγμα ευχαριστίας, αφοσίωσης.

Είσαι καλή, τη χάιδεψε. Πολύ καλή.

Από εκείνη τη μέρα, η Μίνα δεν ξεκολλούσε από το σπίτι. Έξω από την αυλόπορτα, κάθε φορά που η Ειρήνη πήγαινε ή ερχόταν από το σχολείο, την συνόδευε. Κι όποτε ο Γιάννης Νικολάου έβγαινε έξω, ακουγόταν σ όλη τη γειτονιά:

Πάλι εσύ! Μέχρι πότε πια;

Αλλά η Μίνα είχε μάθει πως αυτός ο άνθρωπος φωνάζει, αλλά δε δαγκώνει.

Ο γείτονας, ο Μανώλης Αντωνίου, έβλεπε όλα αυτά από δίπλα. Ένα απόγευμα του είπε:

Κρίμα, Γιάννη, που τη διώχνεις.

Και τι να την κάνω, Μανώλη; Σκύλο εγώ χρειάζομαι τώρα;

Ποιος ξέρει, σήκωσε τους ώμους ο Μανώλης, μπορεί κι ο Θεός να σου την έστειλε για κάποιο λόγο…

Ο Γιάννης γέλασε ειρωνικά.

Πέρασε μια βδομάδα. Η Μίνα εκεί σταθερά, μες στον χειμωνιάτικο καιρό, έστηνε σκοπιά έξω από την αυλόπορτα.

Η Ειρήνη, όπως πάντα, της άφηνε λίγο φαΐ στα κρυφά, κι ο Γιάννης έκανε πως δεν έβλεπε.

Παππού, να βάλουμε τη Μίνα στο χολ; παρακαλούσε η μικρή στο βραδινό. Θα είναι πιο ζεστά εκεί!

Όχι και πάλι όχι! χτύπησε το χέρι στο τραπέζι. Δεν είναι μέρος για ζώα το σπίτι!

Μα…

Τέρμα «μα» και «μου». Δεν θα δεχτώ άλλες παραξενιές!

Η Ειρήνη κατσούφιασε και σώπασε. Εκείνο το βράδυ, ο Γιάννης γύριζε στο κρεβάτι χωρίς ύπνο. Το πρωί, κοίταξε από το παράθυρο:

Η Μίνα κουλουριασμένη στο χιόνι. «Πάει, θα αφήσει την ψυχή της…», σκέφτηκε. Κι ένιωσε ένα τσίμπημα μέσα του.

Το Σάββατο, η Ειρήνη πήγε στη λιμνούλα να κάνει πατινάζ. Η Μίνα την ακολούθησε, όπως πάντα. Η μικρή χαιρόταν, έκανε γύρους στον πάγο, το σκυλί περίμενε υπομονετικά στην όχθη.

Δες τι μπορώ! φώναξε η Ειρήνη και κατευθύνθηκε στη μέση.

Ο πάγος βούιξε, μετά ράγισε. Κι η Ειρήνη βρέθηκε στο παγωμένο νερό.

Η Μίνα τρόμαξε. Ύστερα έτρεξε σαν σίφουνας στο σπίτι.

Ο Γιάννης έκοβε ξύλα. Ξαφνικά άκουσε λύσσα γαβγίσματα. Είδε το σκυλί να γυρνά σαν δαιμονισμένο, να κυνηγάει το μπατζάκι του, να τον τραβάει έξω.

Τρελάθηκες, ρε; δεν καταλάβαινε.

Αλλά η Μίνα δεν σταματούσε. Ούρλιαζε, τριγυρνούσε, του τραβούσε το ρούχο. Τα μάτια της παρακλητικά. Κάτι άστραψε στον Γιάννη.

Ειρήνη! φώναξε τρέχοντας.

Η Μίνα μπροστά του, οδηγός. Έριχνε ματιές πίσω αν τον ακολουθεί. Κι όλο μπροστά, ίσια στη λιμνούλα.

Ο παππούς είδε το σκούρο σημάδι στο νερό, και κάποιους αδύναμους παφλασμούς.

Κρατήσου! φώναξε παίρνοντας μια μακριά βέργα. Κρατήσου, κοριτσάκι μου!

Σύρθηκε στον πάγο, που τρίζοντας, γούβωνε υπό το βάρος του. Τράβηξε την Ειρήνη από το μπουφάν, σιγά σιγά έξω. Η Μίνα δεν έφευγε από κοντά τους, γάβγιζε να ενθαρρύνει.

Όταν έβγαλαν την μικρή, ήταν καταμπλε κοντά στο λιποθυμικό. Ο παππούς την έτριψε με χιόνι, φύσηξε το πρόσωπό της, σταυροκοπήθηκε.

Παππού… ψιθύρισε η Ειρήνη τελικά. Η Μίνα… πού είναι η Μίνα;

Το σκυλί ήταν δίπλα στο παράθυρο, σιμά σιμά, τρέμοντας από το κρύο, ίσως κι από φόβο.

Εδώ είναι, είπε βραχνά ο Γιάννης. Εδώ…

Από εκείνη τη μέρα, κάτι άλλαξε. Ο Γιάννης δεν φώναζε πια στη Μίνα. Μα σπίτι μέσα δεν την έβαζε.

Μα γιατί; ρωτούσε η μικρή. Με έσωσε!

Σε έσωσε, σε έσωσε. Αλλά δεν έχει μέρος μέσα.

Γιατί;

Γιατί έτσι είναι τα πράγματα! αγρίεψε.

Τους μάλωνε, και μάλωνε με τον ίδιο του τον εαυτό και δεν ήξερε γιατί. Όλα τα έκανε σωστά τάξη, κανόνες. Κι όμως αισθανόταν να του σφίγγεται η ψυχή.

Ο Μανώλης περνούσε για καφέ. Καθόντουσαν στην κουζίνα, τρώγοντας παξιμάδια.

Έμαθα τι έγινε, ξεκίνησε ήπια ο γείτονας.

Το άκουσες, απάντησε ξερά ο Γιάννης.

Έξυπνο σκυλί. Φύλακας.

Κι άλλοι υπάρχουν

Τέτοια φυλάνε κανείς, Γιάννη.

Ο παππούς στραβομουτσούνιασε:

Τη φυλάμε. Δεν την διώχνουμε πια.

Ναι, αλλά πού κοιμάται τέτοιες παγωνιές;

Έξω. Σκύλος δεν είναι;

Ο Μανώλης κουνούσε το κεφάλι:

Κρίμα, Γιάννη. Έσωσε το εγγόνι σου κι εσύ… Αυτό λέγεται ασπλαχνία.

Δεν χρωστάω τίποτα στο σκυλί! θύμωσε ο Γιάννης. Το ταΐζουμε, δεν το χτυπάμε αρκετά!

Δεν είναι θέμα χρέους. Άνθρωπος να σαι λίγο.

Άνθρωπος αγαπάει ανθρώπους, όχι όλα τα κοπρόσκυλα!

Ο Μανώλης σώπασε. Μάταιο να συνεχίσει.

Ο Φλεβάρης έδειξε τα δόντια του. Τα μποφόρ τ ένα μετά το άλλο, σα να ήθελε ο χειμώνας να αποδείξει ποιος κάνει κουμάντο.

Ο Γιάννης μετά βίας άνοιγε διάδρομους στη χιονισμένη αυλή κάθε πρωί πάλι θαμμένοι.

Η Μίνα πάντα εκεί, όξω από την αυλόπορτα. Σχεδόν σκιά του εαυτού της, μάτια σβησμένα· όμως έμενε στη θέση της, πάντα σιωπηλή φύλακας.

Παππού, του τραβούσε το μανίκι η Ειρήνη, κοίτα τη, δεν αντέχει άλλο…

Μόνη της κάθεται, αποκρινόταν κοφτά ο παππούς. Δεν την ανάγκασε κανείς!

Μα…

Ως εδώ! χτύπησε το τραπέζι. Έλεος μ αυτό το σκύλο!

Η Ειρήνη μαζεύτηκε στη γωνιά. Κι το βράδυ, πάνω που ο παππούς διάβαζε εφημερίδα, ψιθύρισε:

Σήμερα η Μίνα δεν φάνηκε.

Και λοιπόν; ούτε που σήκωσε το βλέμμα.

Όλη μέρα εξαφανισμένη. Μήπως είναι άρρωστη;

Ίσως να πήγε πια. Στα τσακίδια.

Παππού! Πώς το λες αυτό;

Γιατί να μη το πω; Δεν είναι δικιά μας! Το καταλαβαίνεις; Ξένη είναι! Δεν της χρωστάμε τίποτα!

Της χρωστάμε, μουρμούρισε η Ειρήνη. Μ έσωσε, κι ούτε μια γωνιά δεν της δώσαμε.

Δεν έχει θέση! ξέσπασε ο παππούς. Το σπίτι δεν είναι καταφύγιο!

Η μικρή έκλαψε και κλείστηκε στο δωμάτιο. Ο Γιάννης έμεινε μόνος με την εφημερίδα που πια δεν διάβαζε.

Τη νύχτα φυσούσε τόσο που το σπίτι σάλευε. Ο αέρας σφύριζε στη καμινάδα, το τζάμι κουδούνιζε. Γύριζε άυπνος ο Γιάννης.

«Καιρός για τα σκυλιά», σκεφτόταν κι αμέσως μάλωνε τον εαυτό του: «Τι με νοιάζει εμένα; Δεν είναι δική μου δουλειά!» Μα ήξερε πως τον ένοιαζε.

Το πρωί, ο καιρός ησύχασε. Έφτιαξε τσάι, έριξε μια ματιά έξω. Η αυλή θαμμένη ως τα παράθυρα. Η σιδερένια αυλόπορτα ξεχώριζε στη λευκή πλαγιά κι εκεί, μια μαύρη κηλίδα.

«Κάτι σκουπίδια θα είναι,» σκέφτηκε, μα ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται.

Έριξε μπουφάν, φόρεσε γαλότσες κι άνοιξε το χιόνι να φτάσει στην αυλόπορτα. Πάγωσε στη θέση του.

Η Μίνα ήταν εκεί, μισοθαμμένη στο χιόνι. Ακίνητη, καλυμμένη ως τα αυτιά· μόνον η άκρη από την ουρά της φαινόταν.

«Τελείωσε, έσβησε…» σκέφτηκε κι απότομα κάτι σκίρτησε μέσα του.

Έσκυψε, τίναξε το χιόνι. Το ζώο σχεδόν δεν αναπνέει πια, κοιμάται βαθιά, τα μάτια μισόκλειστα.

Βρε κουτούλα, ψιθύρισε. Γιατί δεν έφυγες;

Η Μίνα ανασάλεψε. Πήγε να σηκώσει κεφάλι, δεν μπορούσε.

Ο Γιάννης στεκόταν λιώνοντας. «Να πάρει…», ψιθύρισε κι απαλά τη σήκωσε στην αγκαλιά του.

Ήταν φτενό το ζώο δέρμα και κόκαλο. Μα ζούσε.

Κράτα γερά, μουρμούριζε, προχωρώντας προς το σπίτι. Κράτα γερά, κουτούλα…

Την μπήκε στο χολ, μετά στην κουζίνα. Την άπλωσε σε μια παλιά κουβέρτα δίπλα στη σόμπα.

Παππού; η μικρή, με την πυτζάμα στην πόρτα. Τι έγινε;

Α, τίποτα… κόμπιασε ο παππούς. Πάγωνε έξω. Ε, να ζησταθεί λίγο.

Η Ειρήνη έτρεξε στη Μίνα:

Ζει; Παππού, ζει;

Ζει, ζει. Φέρε λίγο ζεστό γάλα στο μπωλ.

Σε λίγο! έτρεξε στην κουζίνα.

Ο Γιάννης κάθισε γονατιστός δίπλα στη Μίνα και τη χάιδεψε. «Τι άνθρωπος είμαι, έτσι όπως την άφησα Μα αυτή έμεινε. Εμπιστεύτηκε.»

Η Μίνα άνοιξε λίγο τα μάτια. Τον κοίταξε ευχαριστημένη. Ο λαιμός του σφίχτηκε.

Έτοιμο το γάλα! έφερε η μικρή το μπωλ δίπλα στο σκυλί.

Η Μίνα με κόπο σήκωσε το κεφάλι, ήπιε. Ο παππούς κι η εγγονή κάθισαν δίπλα και παρακολούθησαν, λες και αντίκριζαν θαύμα.

Ως το μεσημέρι, η Μίνα καθόταν. Το βράδυ, τριγυρνούσε με τρεμάμενα πόδια στην κουζίνα. Ο Γιάννης πότε πότε τη χάζευε, φωνάζοντας:

Μόνο προσωρινά! Μόλις δυναμώσεις, πάλι έξω!

Η Ειρήνη χαμογελούσε. Έβλεπε πως ο παππούς της έβαζε τα καλά κομμάτια από το φαγητό της στον σκύλο, την σκέπαζε, τη χάιδευε τάχα μου διακριτικά.

«Δεν θα τη διώξει,» το ήξερε η μικρή. «Ποτέ πια.»

Το άλλο πρωί ο παππούς ξύπνησε νωρίς. Η Μίνα τον παρακολουθούσε από το χαλάκι της δίπλα στη σόμπα.

Ε, πήρες τα πάνω σου κακομοίρα; μουρμούρισε, τραβώντας το παντελόνι του. Έτσι μπράβο.

Το σκυλί κουνούσε φοβισμένα την ουρά. Σαν να ρωτούσε αν θα τη διώξουν πάλι.

Μετά το πρωινό, ο παππούς βγήκε στην αυλή. Κοίταξε την παλιά σκυλοσπιτούλα δίπλα στην αποθήκη. Δέκα χρόνια έρημη.

Ειρήνη! φώναξε. Έλα μια στιγμή!

Η μικρή πετάχτηκε έξω, μαζί η Μίνα. Η Μίνα κρατιόταν δίπλα της, μα τον παππού δεν τον φοβόταν πια.

Κοίτα εδώ, έδειξε ο Γιάννης τη σκυλοσπιτούλα. Έχει πάρει νερά, σάπισαν τα ξύλα. Θέλει φτιάξιμο.

Για τι, παππού; ρώτησε απορημένα η Ειρήνη.

Τι θα πει για τι; γέλασε. Άδικα να μένει άδεια;

Έφερε σανίδια, σφυρί και καρφιά από την αποθήκη και άρχισε να τη φτιάχνει. Σιχτίριζε που τα ξύλα δεν ταίριαζαν, τα καρφιά λύγιζαν.

Η Μίνα καθόταν παραδίπλα και τον παρακολουθούσε. Ήξερε καλά για ποιον χτυπούσε τα χέρια του.

Ως το μεσημέρι η σκυλοσπιτούλα είχε καινούργια σκεπή. Ο Γιάννης έστρωσε παλιά κουβέρτα μέσα, άφησε μπωλ νερό και φαγητό απ έξω.

Έτοιμο, σκούπισε τον ιδρώτα. Αυτό ήταν.

Παππού, τον κοίταξε η Ειρήνη, τη Μίνα το έφτιαξες;

Και ποιανού νομίζεις; γέλασε επιφυλακτικά. Στον άνθρωπο δεν ταιριάζει, αλλά στο ζώο τουλάχιστον να έχει το κεφάλι του ήσυχο.

Η μικρή τον αγκάλιασε:

Σ ευχαριστώ, παππού!

Άντε, άντε, αμύνθηκε. Και θυμήσου: προσωρινά, μέχρι να βρούμε νέο σπιτικό.

Ήξερε καλά πως κανέναν δεν θα έψαχνε. Και πως η Μίνα είχε βρει πια το δικό της.

Τότε πλησίασε ο Μανώλης, είδε τη σπιτούλα, το σκύλο, το χαμόγελο της μικρής. Έκλεισε το μάτι:

Ε, Γιάννη, δεν σου τα λεγα για το τι στέλνει ο Θεός;

Άσε μας, Μανώλη, απάντησε ο Γιάννης. Απλώς λυπήθηκα το ζώο. Σπουδαία τα λάχανα.

Ε, η καρδιά σου είναι καλή, μόνο που την έχεις βαθιά κρυμμένη.

Ο Γιάννης ήθελε να του απαντήσει, μα δε βρήκε λόγια. Κοίταζε τη Μίνα να μυρίζει το καινούργιο σπίτι της, την Ειρήνη που τη χάιδευε. Και κατάλαβε: τώρα πια, ήταν οικογένεια. Ίσως αλλιώτικη οικογένεια, μα οικογένεια.

Μίνα, της ψιθύρισε. Κι αυτό, το σπίτι μας, είναι και δικό σου τώρα.

Το σκυλί τον κοίταξε βαθιά, κατέβασε μουσούδα και ξάπλωσε μπροστά στην πόρτα, μην χάσει λεπτό από όσους αγαπούσε μέσα σ εκείνο το σπίτι.

Τώρα που κάθισα να γράψω όλα αυτά, καταλαβαίνω ίσως πρώτη φορά ότι η ευγνωμοσύνη και η αφοσίωση, όσο απροσδόκητα κι αν έρθουν στη ζωή μας, μπορεί να μας αλλάξουν κι αν οι καρδιές μας μαλακώσουν λίγο, κερδισμένοι βγαίνουμε όλοι.

Oceń artykuł
— Παππού, κοίτα! — Η Λίλια κόλλησε τη μύτη της στο παράθυρο. — Σκυλάκι! Έξω από την αυλόπορτα τριγυρνούσε μια μαυριδερή, αδύνατη αδέσποτη. Είχε σκισμένο τρίχωμα και πεταγμένα πλευρά. — Πάλι αυτό το σκυλί… — μουρμούρισε ο Παύλος Ιωάννου, τραβώντας τις γαλότσες του. — Τρίτη μέρα έξω τριγυρίζει. Άντε, φύγε από δω! Σήκωσε το μπαστούνι του. Το σκυλί τινάχτηκε πίσω, αλλά δεν έφυγε μακριά. Κάθισε στα πέντε μέτρα και κοίταζε. Μόνο κοίταζε. — Παππού, μην το διώχνεις! — Η Λίλια τον άρπαξε από το μανίκι. — Σίγουρα πεινάει και κρυώνει! — Έχω κι εγώ τις έγνοιες μου! — απάντησε ο γέρος. — Θα μας φέρει ψύλλους, άρρωστιες και βρωμιές. Φύγε από εδώ! Το σκυλί έσυρε την ουρά του και πήγε πιο πίσω. Όμως, όταν ο Παύλος Ιωάννου μπήκε σπίτι, γύρισε ξανά… …Η Λίλια έμενε με τον παππού εδώ και μισό χρόνο, από τότε που έχασε τους γονείς της σε τροχαίο. Ο Παύλος Ιωάννου την πήρε στο σπίτι του, αν και δεν είχε συνηθίσει τα παιδιά. Είχε συνηθίσει στην ησυχία του. Κι όμως — ένα κορίτσι έκλαιγε τη νύχτα και ρωτούσε συνέχεια: «Παππού, πότε θα γυρίσουν η μαμά κι ο μπαμπάς;» Πώς να της εξηγήσει πως ποτέ; Μόνο βόγκαγε και γύριζε πλάτη. Ήταν δύσκολο και για τους δυο τους, αλλά δεν υπήρχε άλλη λύση. Το μεσημέρι, ενώ ο παππούς λαγοκοιμόταν μπροστά στην τηλεόραση, η Λίλια βγήκε σιγανά στην αυλή. Κρατούσε ένα μπωλ με λίγη σούπα. — Έλα εδώ, Ζούζα, — ψιθύρισε το κορίτσι. — Έτσι σε ονόμασα. Ωραίο όνομα, δεν είναι; Το σκυλί πλησίασε διστακτικά. Έγλυψε προσεκτικά το μπωλ, μετά ξάπλωσε, το κεφάλι στα πόδια της. Και κοίταζε — ευγνωμοσύνη, αφοσίωση στα μάτια. — Είσαι καλή, — την χάιδευε η Λίλια. — Πολύ καλή. Από τότε η Ζούζα δεν έφυγε ποτέ από το σπίτι. Φυλούσε τη γωνιά στην αυλόπορτα, συνόδευε την Λίλια στο σχολείο, την περίμενε πλάι. Όταν ο Παύλος Ιωάννου έβγαινε έξω, ακούγονταν οι φωνές: — Πάλι εσύ; Πόσο θα ανεχτώ ακόμα; Η Ζούζα ήξερε ήδη: αυτός ο άνθρωπος αγαπάει να γκρινιάζει, αλλά δεν δαγκώνει. Ο γείτονας, ο Σωτήρης Νικολάου, που συχνά στεκόταν στο φράχτη, έβλεπε όλο αυτό το σκηνικό και είπε μια μέρα: — Πάυλο, άδικα τη διώχνεις. — Λες να μου χρειάζεται το σκυλί; Μακριά από εμένα! — Μήπως ο Θεός σου την έστειλε για καλό; — μουρμούρισε ο Σωτήρης. Ο Παύλος Ιωάννου μόνο που φύσηξε ανάμεσα στα δόντια του. Πέρασε μια βδομάδα. Η Ζούζα έμεινε εκεί, όποιος κι αν ήταν ο καιρός, ό,τι κι αν έκανε το κρύο. Η Λίλια εξακολουθούσε να της φέρνει φαγητό στα κρυφά, κι ο παππούς έκανε ότι δεν το βλέπει. — Παππού, να βάλουμε τη Ζούζα μέσα στο χολ; — παρακαλούσε το κορίτσι το βράδυ. — Να ζεσταθεί λίγο. — Όχι και όχι! — χτύπησε το τραπέζι ο γέρος. — Εδώ μέσα τα ζώα δεν έχουν θέση! — Μα παππού, αυτή… — Χωρίς «μα»! Φτάνει οι παραξενιές σου! Η Λίλια σιώπησε πεισματωμένα. Όμως το βράδυ, ο Παύλος Ιωάννου στριφογύριζε ανήσυχος στο κρεβάτι. Το πρωί κοίταξε απ’ το παράθυρο: Η Ζούζα, κουλουριασμένη στο χιόνι. «Σε λίγο θα πεθάνει…» μουρμούρισε. Και κάτι τον έσφιξε μέσα του. Το Σάββατο, η Λίλια πήγε στη λιμνούλα για πατινάζ. Η Ζούζα, φυσικά, ακολούθησε σιωπηλά. Η Λίλια γελούσε, στριφογύριζε, η σκυλίτσα καθόταν στο πλάι και την κοίταζε. — Κοίτα πώς κάνω! — φώναξε η Λίλια και έτρεξε προς το κέντρο. Ο πάγος άρχισε να τρίζει. Και να σπάει. Η Λίλια βυθίστηκε ξαφνικά. Μαύρο, παγωμένο νερό. Δάγκωσε το κορμί της, την παρέσυρε κάτω απ’ τον πάγο. Προσπαθούσε, φώναζε, αλλά μόνο τα χέρια της έκαναν κύματα. Η Ζούζα πάγωσε για μια στιγμή. Ύστερα έτρεξε στο σπίτι. Ο Παύλος Ιωάννου έσχιζε ξύλα. Άκουσε γάβγισμα, άγριο, σκισμένο. Κοιτάζει: το σκυλί πλησιάζει, τρέχει, τραβάει το παντελόνι του, τον σπρώχνει στην αυλόπορτα. — Τρελάθηκες; — απόρησε ο γέρος. Αλλά η Ζούζα δεν σταμάτησε. Ούρλιαζε, χοροπηδούσε, ξανάτραβαγε το ρούχο του. Κι εκεί ο Παύλος Ιωάννου κατάλαβε. — Λιλάκι! — φώναξε και έτρεξε πίσω από το σκυλί. Η Ζούζα προπορευόταν, κοίταζε πίσω αν έρχεται. Και πάλι μπροστά, στη λιμνούλα. Είδε το σκούρο λεκέ, άκουσε τα μικρά παφλασίσματα του νερού. — Κρατήσου! — ούρλιαξε, πιάνοντας ένα μακρύ κοντάρι. — Κρατήσου, μικρή μου! Σέρνονταν στο πάγο, που έτριζε, αλλά δεν έσπαγε. Τράβηξε τη Λίλια, την έσυρε στην όχθη. Η Ζούζα γύριζε γύρω τους, γάβγιζε, τους ξεσήκωνε. Η Λίλια ήταν μπλε. Ο Παύλος Ιωάννου της έτριβε το πρόσωπο, φυσούσε, προσευχόταν. — Παππού… — ψιθύρισε η Λίλια. — Η Ζούζα, πού είναι η Ζούζα; Το σκυλί καθόταν κοντά τους. Έτρεμε — μάλλον από κρύο και φόβο μαζί. — Να, εδώ είναι, — είπε βραχνά ο Παύλος Ιωάννου. — Εδώ… Από εκείνη τη μέρα, όλα άλλαξαν. Ο Παύλος Ιωάννου δεν φώναξε ξανά στη σκυλίτσα — μα ούτε την άφησε στο σπίτι του. — Παππού, γιατί; — ικέτευε η Λίλια. — Εκείνη με έσωσε! — Το ξέρω, αλλά δεν έχουμε μέρος στο σπίτι. — Γιατί; — Γιατί έτσι έχω μάθει! — βρόντηξε ο γέρος. Ο Παύλος Ιωάννου ήταν θυμωμένος με τον εαυτό του. Γιατί; Δεν ήξερε. Νόμιζε πως έχει δίκιο… Μα η ψυχή δεν ησύχαζε. Ο γείτονας, ο Σωτήρης Νικολάου, ήρθε για τσάι. — Άκουσα τι έγινε, — είπε απαλά. — Άκουσες. — Έξυπνο σκυλί. Πρέπει να το προσέχεις. — Το προσέχουμε. Τουλάχιστον δεν το κυνηγάμε. — Και στον παγετό πού κοιμάται; — Έξω! Σκύλος δεν είναι; Τι θες να πεις; Ο γείτονας κούνησε το κεφάλι. — Παράξενος είσαι, Πάυλο. Σου έσωσε το κορίτσι και… Είσαι αγνώμων! — Δεν της χρωστώ τίποτα! — φώναξε ο Παύλος. — Την ταΐζουμε, δεν τη διώχνουμε — αυτό φτάνει! — Αλήθεια, έτσι το βλέπεις; Κι αν ήμασταν άνθρωποι; Να συμπεριφερόμασταν ανθρώπινα; — Να αγαπάμε ανθρώπους, όχι ζώα! — αντέτεινε ο Παύλος. Ο Σωτήρης σιώπησε — ήξερε πως είναι μάταιο άλλο να μιλάει. Ο Φεβρουάριος έγινε αληθινά παγωμένος. Θύελλες η μια πίσω από την άλλη. Ο Παύλος Ιωάννου έσκαβε τις αυλές απ’ το χιόνι κάθε μέρα. Η Ζούζα στη θέση της. Αδυνατισμένη, ξεπουπουλιασμένη, με θλιμμένα μάτια. Έμενε πάντα εκεί, φύλακας. — Παππού, — τραβούσε το μανίκι του η Λίλια, — κοίτα την. Είναι μισοπεθαμένη. — Διάλεξε μόνη της να μείνει εδώ, — απαντούσε αποφεύγοντας. — Κανείς δεν την κράτησε. — Ναι, αλλά… — ΦΤΑΝΕΙ! — βρόντηξε ο γέρος. — Πόσες φορές να το πούμε; Μ’ έπρηξες με το σκυλί σου! Η Λίλια θύμωσε και σώπασε. Το βράδυ, όταν ο παππούς διάβαζε εφημερίδα, του είπε ήσυχα: — Σήμερα δεν είδα τη Ζούζα. — Εμ, και λοιπόν; — γρύλισε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα. — Όλη μέρα δεν φάνηκε. Μήπως αρρώστησε; — Ίσως έφυγε για πάντα. Καλά να πάθει. — Παππού! Πώς μπορείς να λες τέτοια; — Και τι να κάνω δηλαδή; — άφησε την εφημερίδα και την κοίταξε. — Δεν είναι δικιά μας! Ξένη είναι! Δεν της χρωστάμε τίποτα! — Της χρωστάμε, — είπε σιγανά η Λίλια. — Μου έσωσε τη ζωή. Κι ούτε ένα ζεστό μέρος δεν της δώσαμε. — Δεν υπάρχει χώρος! — χτύπησε το τραπέζι ο γέρος. — Το σπίτι δεν είναι ζωολογικός κήπος! Η Λίλια έφυγε δακρυσμένη στο δωμάτιό της. Ο γέρος μόνος στο τραπέζι. Κι η εφημερίδα πια δεν διάβαζε. Αργά τη νύχτα ξέσπασε θύελλα. Ο αέρας ούρλιαζε, το τζάμι έτριζε, το χιόνι κάλυπτε κάθε γωνιά. Ο Παύλος Ιωάννου γύριζε στο στρώμα του, δεν τον έπαιρνε ο ύπνος. «Σκυλίσιος καιρός, ε;» σκέφτηκε. Κι αμέσως: «Τι με νοιάζει; Δεν είναι δική μου δουλειά!» Αλλά μέσα του, τον ένοιαζε. Το πρωί ο αέρας ησύχασε. Ο Παύλος Ιωάννου φτιάχνει τσάι, κοιτάει απ’ το παράθυρο: Η αυλή έχει χαθεί κάτω από το χιόνι. Δίπλα στην αυλόπορτα κάτι μαύρο προβάλλει. «Κάποιο σακούλι σκουπίδια είναι», σκέφτηκε. Αλλά η καρδιά του βάρυνε. Φόρεσε το μπουφάν, γαλότσες, βγήκε στην αυλή. Το χιόνι αφράτο, μισοχυμένο στα γόνατα. Έφτασε μέχρι την αυλόπορτα. Εκεί ακινητοποιήθηκε. Στην χιονοστιβάδα, η Ζούζα ξαπλωμένη. Ακίνητη. Σχεδόν σκεπασμένη από χιόνι, φαίνονται μόνο αυτιά και άκρη ουράς. «Έφυγε κι αυτή…» σκέφτηκε κι ένιωσε να σπάει κάτι μέσα του. Κοντοκάθισε, έδιωξε το χιόνι. Το σκυλί μισοπεθαμένο, η ανάσα ίσα που ακούγεται. Τα μάτια κλειστά. — Καημένη, — ψιθύρισε. — Γιατί δεν έφυγες; Η Ζούζα ανασάλεψε, άκουσε τη φωνή. Πήγε να σηκωθεί, δεν τα κατάφερε. Ο Παύλος κοίταζε. «Άντε, ό,τι γίνει ας γίνει» σκέφτηκε, και σήκωσε προσεκτικά το σκυλί στα χέρια του. Ελαφρύ — μόνο κόκκαλα και τρίχωμα. Αλλά ακόμα ζεστό. Ζωντανό. — Κράτα γερά, — μουρμούρισε, περνώντας μέσα από το χιόνι. — Κράτα γερά, κουτή μου. Την πήγε πρώτα στο χολ, μετά στην κουζίνα. Την άφησε σε μια παλιά κουβέρτα στο φούρνο. — Παππού; — εμφανίστηκε η Λίλια με τις πιτζάμες. — Τι έγινε; — Ε, πλησίαζε να παγώσει έξω. Να ξεπαγιάσει λιγάκι μέσα, λέω. Η Λίλια έτρεξε στη Ζούζα: — Ζει, παππού; Ζει ακόμα; — Ζει. Ρίξε της λίγα ζεστά γάλα. — Αμέσως! — έτρεξε στη σόμπα το κορίτσι. Κι ο Παύλος Ιωάννου κάθισε δίπλα της, της έριχνε χαϊδευτικά μια ματιά, σκεφτόταν: «Τι άνθρωπος είμαι; Την άφησα σχεδόν να χαθεί. Κι εκείνη πάλι δεν έφυγε. Πίστεψε…» Η Ζούζα άνοιξε λίγο τα μάτια. Τον κοίταξε — ευγνωμοσύνη. Ο Παύλος δάκρυσε. — Το γάλα έτοιμο! — Η Λίλια ακούμπησε το μπωλ δίπλα. Η Ζούζα σήκωσε το κεφάλι δύσκολα, ήπιε λίγο-λίγο. Παππούς και εγγονή κοιτούσαν, χαίρονταν σαν να έβλεπαν θαύμα. Το μεσημέρι η Ζούζα έκατσε στα πόδια της. Βραδάκι, έκανε μερικές βόλτες στο μαγειρείο. Κι ο Παύλος όλο της πέταγε το καλύτερο κρέας στο πιάτο της, την σκέπαζε, την χάιδευε νομίζοντας πως δεν τον βλέπει κανείς. «Δεν θα τη διώξει πια», το ήξερε η Λίλια. Το πρωί ο Παύλος ξύπνησε νωρίς. Η Ζούζα ξαπλωμένη δίπλα στη σόμπα, τον κοιτούσε. Κούνησε τη νουρά της διστακτικά. Μετά το πρωινό, ο Παύλος βγήκε στην αυλή, κοίταξε την παλιά σκυλόσπιτα στο πίσω μέρος. — Λιλάκι! — φώναξε. — Έλα έξω! Το κορίτσι βγήκε, από κοντά και η Ζούζα. — Κοίτα, — έδειξε τη σκυλόσπιτα. — Η σκεπή χάλασε, χρειάζεται φτιάξιμο. — Γιατί, παππού; — Κάπου πρέπει να μένει. Άδεια μένει, ε; Ας τη φτιάξω. Έφερε σανίδια, σφυρί, καρφιά. Μαστόρευε, βλαστήμαγε, αγανακτούσε με τις λεπτομέρειες. Η Ζούζα κοντοκαθόταν από δίπλα, ήξερε — για εκείνη ήταν το σπίτι. Μέχρι το μεσημέρι, όλα έλαμπαν. Έστρωσε κουβέρτα, τοποθέτησε πιατάκια δίπλα. — Να το, — σκούπισε τον ιδρώτα του, — όλα έτοιμα. — Παππού, — ρώτησε ήσυχα η Λίλια, — αυτό για τη Ζούζα είναι; — Ποιανής άλλο; — χαμογέλασε πονηρά. — Στο σπίτι δεν μπαίνει, αλλά έξω να ζήσει σαν σκυλί με αξιοπρέπεια. Η Λίλια τον αγκάλιασε. — Σ’ ευχαριστώ, παππού! Σ’ ευχαριστώ! — Καλά, καλά, — γκρίνιαξε πάλι. — Προσωρινά είναι όλα! Ως ότου της βρούμε νέο σπιτικό. Μα ήξερε καλά πια — κανείς άλλος δεν θα ψάξει για Ζούζα. Εκείνη τη στιγμή, ο γείτονας Σωτήρης ήρθε κοντά να δει, χαμογέλασε πονηρά: — Σου το ’λεγα, Πάυλο, ο Θεός την έστειλε. — Άντε, άσε μας με τον Θεό σου, — μουρμούρισε ο Παύλος, — απλά τη λυπήθηκα! Μεγάλο πράγμα! — Τη λυπήθηκες, γιατί έχεις καρδιά, — είπε ο Σωτήρης. Ο Παύλος πήγε να του απαντήσει, αλλά σταμάτησε. Κοίταζε τη Ζούζα να εξερευνά το νέο της σπιτάκι. Τη Λίλια που την χάιδευε στο κεφάλι. Και ένιωθε — τώρα επιτέλους ήταν οικογένεια. Κουτσουρεμένη ίσως, περίεργη, αλλά οικογένεια. — Ε, Ζούζα — ψιθύρισε, — τώρα κι εσύ έχεις σπίτι εδώ. Το σκυλί τον κοίταξε για ώρα. Και ξάπλωσε δίπλα στο σπιτάκι, να βλέπει την πόρτα του σπιτιού — εκεί που έμεναν πια οι άνθρωποί της.