Γιατί αποφάσισες να χωρίσεις;, τη ρώτησε πετάχτηκε η πεθερά της, λες και είχε κανένα δικαίωμα. Η Αικατερίνη δεν άντεχε να μένει με τους γονείς του άντρα της. Εκείνος τη γέμισε λόγια, ότι η μητέρα του δεν μπορούσε να τον αφήσει να φύγει τριαντατεσσάρων χρονών άντρας! Αλλά η Αικατερίνη τον λυπήθηκε, να σου πω την αλήθεια.
Έχουμε διαφορετικές αντιλήψεις για τη ζωή. Αυτά συμβαίνουν. Δεν είμαστε ούτε οι πρώτοι, ούτε οι τελευταίοι, είπε, αν και μέσα της ήθελε να τα ξεράσει όλα.
Τι έφταιγε στην πραγματικότητα; Κάθε μέρα, ακόμη κι αν δεν ερχόταν από κοντά, η πεθερά της έκανε βιντεοκλήση στον Χρήστο, για να σιγουρευτεί πως η Αικατερίνη τα φέρνει βόλτα. Και μιλάμε για κάθε μέρα! Θυμάμαι στο γάμο τους, που τους ευχήθηκε κιόλας, είχε πει κάτι απίστευτο:
Είμαι τόσο χαρούμενη που ο αγαπημένος μου γιος επιτέλους παντρεύτηκε. Βέβαια, είχε και καλύτερες επιλογές. Αλλά έτσι τα έφερε η ζωή. Μη θυμώνεις μαζί μου, νυφούλα.
Ίσως έπρεπε τότε να έχει φύγει η Αικατερίνη. Η πεθερά της ονειρευόταν χρόνια να τον χωρίσει από την Αικατερίνη, έκανε τα πάντα γι’ αυτό. Κι ο Χρήστος; Ούτε μια φορά δεν προσπάθησε να τη στηρίξει. Σκέψου, μια μέρα που περνούσαν έξω από το σπίτι της μάνας του κι εκείνη δεν ήθελε να αφήσει την Αικατερίνη να περάσει μέσα Πρέπει να μιλήσω μόνη μου με τον γιο μου, της είπε ξερά ο Χρήστος απλά σιώπησε. Άφησε τη γυναίκα του να περιμένει μιάμιση ώρα στη βεράντα.
Κι ακόμα να μου εξηγήσει πώς και κάθισε τόσα χρόνια. Ίσως να μην ξέρει ούτε η ίδια. Αλλά τώρα το πήρε απόφαση. Μην αρχίζεις τώρα μαζί μου, είπε στην πεθερά. Διαφορές αντιλήψεων. Αυτά μόνο στις ταινίες. Άντε, πες μου. Τι δεν σου αρέσει στον γιο μου; Σε παραδέχομαι, δεν ήσουν ποτέ η νύφη που φανταζόμουν για τον Χρήστο. Και τώρα που φτάσαμε εδώ, δεν μπορώ να σ αφήσω έτσι απλά. Πες μου τι δεν σου άρεσε.
Η Αικατερίνη χαμογέλασε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο. Δεν χρειαζόταν άδεια από κανέναν. Αυτό το σπίτι το άντεξε μόνο για χάρη του άντρα της. Και ο λόγος που φεύγει είναι ένας η πεθερά της. Τα μαζεύω και φεύγω, είπε ήρεμα η Αικατερίνη. Δεν στο επιτρέπω, απάντησε εκείνη. Δε με νοιάζει, είπε ψύχραιμα η Αικατερίνη. Για μένα δεν υπάρχεις πλέον. Φέρε μου πίσω τα μισά λεφτά για το δαχτυλίδι, ούρλιαξε η πεθερά της. Τι είπες; Θέλω τα μισά από τα λεφτά του δαχτυλιδιού. Αυτού που σου πήρε ο Χρήστος.
Η Αικατερίνη γέλασε. Για το δαχτυλίδι μιλάς; Επειδή ήταν το μόνο που κατάφερε να αγοράσει ο γιος σου ποτέ; Πάρ’ το πίσω. Εγώ δεν το θέλω.
Και έτσι χώρισαν. Η Αικατερίνη ακόμα παλεύει να καταλάβει πώς και συμφώνησε να παντρευτεί τον Χρήστο. Η πεθερά της είχε δείξει το πραγματικό της πρόσωπο πολύ καιρό πριν το γάμο και πάλι το κάθισε το κορίτσι. Μόνο ο Θεός ξέρει γιατί. Εγώ παντρεύομαι, της είπε μια μέρα η συνάδελφός της η Μαρίνα. Σοβαρά; Με ποιον; τη ρώτησε η Αικατερίνη διστακτικά. Μη θυμώσεις… Μη μου πεις…, αναφώνησε η Αικατερίνη, αλλά αμέσως το κατάλαβε. Με τον Χρήστο. Τον πρώην σου, της είπε. Πλάκα μου κάνεις; Και ξέρεις πολύ καλά πώς χωρίσαμε… Το ξέρω. Αλλά ξέρεις, για τον καθένα είναι αλλιώς. Ο Χρήστος είναι τόσο δοτικός. Και η μαμά του, μας βοηθάει απίστευτα πολύ. Καμιά φορά υπερβολικά, αλλά δεν πειράζει.
Για μένα πειράζει. Χαίρομαι που τελείωσε για μένα αυτό το κεφάλαιο. Παρεμπιπτόντως, είδες το δαχτυλίδι που μου έδωσε; Δες το!
Η Αικατερίνη το ήξερε ήδη. Ήταν το ίδιο δαχτυλίδι που της είχε δώσει και εμένα κάποτε ο Χρήστος. Κατάλαβες; Ούτε καν μπήκε στη διαδικασία να αγοράσει ένα καινούργιο. Μη σου κάνει εντύπωση.
Έχει και χαραγμένο Για πάντα μαζί. Να μπορούσε να σβήσει αυτή τη χαζή αφιέρωση…






