Παρατυχίες στον γάμο τους ήταν εμφανείς ακόμη και χωρίς μεγεθυντικό.
Η Μαρία, τρώντας ένα κρουασάν στο δρόμο, κοίταξε μέσα στο υπνοδωμάτιο του Παύλου. Κοινό πρωινό; Όχι πια. Μια φορά ξυπνούσε νωρίς για να της τηγανίσει αυγά
12:00
Ο Παύλος κοιμόταν βαθειά. Ξύπναγε μόνο σε περίπτωση πυρκαγιάς, πλημμύρας ή επίσκεψης της μητέρας του. Στο πιστοποιητικό ήτανε ζωντανός σύζυγος, στην πραγματικότητα όμως, από το πρωί που ξύπνησε, αλλάζει ρούχα και ξανακοιμάται. Τώρα κοιμάται μέχρι το μεσημέρι.
– Παύλ το είπε η Μαρία φθονηρά, για να μην τον ξυπνήσει.
Στο βάθος της ήθελε να τον ακούσει, να ξυπνήσει και να γίνει πάλι ο ίδιος που την αγαπούσε τόσο.
– Παύλ
Καμία αντίδραση, μόνο ομαλό αναπνοή.
– Τι μας έγινε, Παύλε; φώναξε απομακρυσμένα, απομακρυνόμενη από το δωμάτιό του.
Η Μαρία δεν έψαχνε να μάθει πού πέρασε τη νύχτα. Όπου και αν ήταν, αυτό δεν την αφορούσε.
Τους τελευταίους μήνες η επικοινωνία τους περιοριζόταν σε λίγες φράσεις, κυρίως μέσω των γυναικών τους, Αλεξίας και Δανάης. Σταμάτησαν να περνούν τα Σαββατοκύριακα μαζί, να παίρνουν πρωινό μαζί, να μιλούν.
Ο Παύλος, με ένα αβάσιμο δικαίωμα, μετακόμισε στο σαλόνι: «Μαρία, ροχαίνεις πολύ». Δεν μίλησε ούτε μια λέξη γιατί η Μαρία ήξερε ότι δεν ροχαίνει· τα παιδιά το επιβεβαίωναν, τα τοιχώματα ήταν λεπτά. Έτσι του άρεσε περισσότερο να ζει χωριστά, παρόλα αυτά στην ίδια κατοικία.
14 χρόνια γάμου, δύο κοριτσάκια, κοινό διαμέρισμα, ακόμη και διαμερίσματα που αγόρασαν για τα παιδιά, χρήματα, κατανόηση, τα είχαν όλα κι ξαφνικά, η σιωπή που τρελούσε την ψυχή της τρελάτιζε.
Η Μαρία προσπαθούσε: «Παύλε, τι συμβαίνει;», αλλά ο Παύλος απλώς «οκ» ήταν η απάντησή του.
Ήταν απ το κρεβάτι του όταν η Μαρία ήρθε στην πόρτα.
– Παύλε, πήγαινα να συναντήσω τις παίδες, είπε ξανά, χωρίς ελπίδα.
Το κ blanket έμεινε αμετάβλητο. Ο Παύλος δεν ξύπνησε.
Η Μαρία κατέβηκε στο λόμπι. Στο δρόμο ζέστηνε περισσότερο από μέσα. Στο σταθμό του λεωφορείου έτρεχαν οι Αλεξία και Δανάη.
– Μαμά! φώναξαν.
– Γεια σας, παιδάκια μου! τις αγκάλιασε η Μαρία, νιώθοντας λίγο λιγότερη μοναξιά φτιάχτηκε το φαγητό, όλα είναι έτοιμα.
– Μαμά, εσύ γαμήσες τόσο καλά είπε η Δανάη αδερφικά.
– Πάρετε τσάι, παρακαλώ.
Η Μαρία ήθελε να ρωτήσει πώς πέρασε το Σαββατοκύριακο, αλλά τα κορίτσια βρέθηκαν ήδη μέσα. Ξαφνικά, ο Παύλος εμφανίστηκε από το λόμπι, ντυμένος όπως όταν πήγαινε στη δουλειά. Στα τρία λεπτά ήταν έξω. Άρα δεν είχε κοιμηθεί. Η κόψη του δεν έδειχνε σημάδια νύχτας. Έκανε ένα μικρό νεύμα και έφυγε προς το αυτοκίνητό του, χωρίς να σταθεί.
– Πού πας, μπαμπά; ρώτησε ανήσυχα η Αλεξία.
– Στη δουλειά, μάλλον. απάντησε η Μαρία. Πλύντε τα χέρια σας
– Μαμά, γιατί 'μάλλον’; ρώτησε η Αλεξία. Δεν ξέρεις που πήγε;
– Λίγο βιάστηκε, δεν μπόρεσα να τον ακούσω. Είχε μάλλον δύσκολη μέρα, απάντησε η Μαρία, αμήχανη.
– Ίσως θα έπρεπε να πάτε σε ψυχολόγο; πρότεινε η Δανάη.
– Αν ο Παύλος το αποδεχόταν σκέφτηκε η Μαρία.
Στο τραπέζι υπήρχε πρωινό-μεσημεριανό: φρέσκα λαχανικά, σπιτικές κεφτέδες που είχε ετοιμάσει η Μαρία ενώ ο Παύλος κοιμόταν. Τα κορίτσια, ακόμη χορτάτα, αρνήθηκαν να φάνε, αλλά μια ώρα αργότερα κατανάλωσαν ακόμη και τους κρύους κεφτέδες που είχαν βάλει στο ψυγείο. Η Μαρία έτρεμε με ό,τι να κάνει για να σώσει το γάμο τους. Είχε δοκιμάσει όλα: συζητήσεις, υπαινιχίες, ακόμη και ρομαντικά δείπνα, μα τίποτα δεν λειτούργησε.
Το βράδυ ήρθε μια απρόσμενη κλήση. Ο Παύλος χτύπησε την πόρτα, κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ. Η Μαρία τον άνοιξε και βρέθηκε μπροστά του ένας άντρας με τεράστιες σακούλες γεμάτες ψώνια.
– Μαρούλα! Σκέφτηκα να κάνουμε αύριο μια γιορτινή βραδιά! τον αγκάλιασε ενθουσιασμένα, σφίγγοντας την Μαρία πιο σφιχτά Έχω έκπληξη για σένα και τα κοριτσάκια! Χορεύουμε!
Η Μαρία έμεινε άφωνη. Η έκπληξη ήταν κάτι σαν ταινία επιστημονικής φαντασίας.
– Πήρα δεσμευμένα εισιτήρια! φώναξε στην Κρήτη! Δύο εβδομάδες!
Η Μαρία κοίταξε τον Παύλο σαν να είχε έρθει από το παρελθόν, όταν ήταν ακόμα «ο σωστός» Παύλος.
– Τι; ρώτησε.
– Στην Κρήτη, θα πετάξουμε. Βρήκα μια προσφορά allinclusive, όλα περιλαμβάνονται: διαμονή, φαγητό, πολυτελές δωμάτιο. Θα σας αρέσει, το υπόσχομαι
Η Μαρία βρισκόταν ακόμα στο μανεβές.
– Ε δεν ευχαριστιέσαι; ρώτησε.
– Ναι! Αλλά πρέπει να αγοράσουμε τα πράγματα για την παραλία, εσείς και ίσως και να φορέσω σορτς έδωσε η Μαρία.
– Εγώ δεν χρειάζομαι τίποτα. Τα εισιτήρια είναι για εσάς.
– Τι δεν θα έρθεις μαζί μας; ρώτησε η Μαρία, βλέποντας την αλήθεια.
Ο Παύλος κοίταξε μακριά.
– Έχω πολύ δουλειά, ψιθύρισε, ώστε να μην ξυπνήσει τα παιδιά δεν μπορώ.
– Αλλά δεν έφτασε να πει.
– Θα πετάξετε σε τρεις μέρες, πρόσθεσε γρήγορα, φοβούμενος να αλλάξει γνώμη όλα είναι πληρωμένα: ξενοδοχείο, εισιτήρια, όλα. Δεν μπορώ να το ακυρώσω. Εγώ δαπανήθηκα πολλά για να έχετε ένα διακοπές.
Η Μαρία, αν και χαρούμενη για το δώρο, ένιωσε το βάρος της ξαφνικής προσοχής που δεν άφηνε χώρο για χαρά.
– Είσαι σίγουρος; ρώτησε, προσπαθώντας να καταλάβει το κίνητρο της ξαφνικής γενναιοδωρίας.
– Απόλυτα! χτύπησε την πλάτη της απολαύστε! Πες μου, γιατί δουλεύω τόσο πολύ; Για εσάς, φυσικά.
Εκείνο το βράδυ η Μαρία ετοίμασε το γιουέλ, χωρίς όμως να χαμογελάσει.
Την επόμενη μέρα, στο αεροδρόμιο, ήρθε το πλήθος. Πτήση, μεταφορά στο ξενοδοχείο, checkin
– Μόλις μπει στο δωμάτιο, θα κοιμηθώ αμέσως, μουρμούρισε η Δανάη.
Μετά από λίγα λεπτά, τα κορίτσια έτρεξαν στο κολυμπιό. Η Μαρία δεν ήθελε να τις αφήσει μόνες, παρόλο που θα ήθελε κι αυτή λίγη ανάπαυση.
Η Δανάη βυθιζόταν στο νερό χωρίς φόβο, ενώ η Αλεξία έπαιζε στην ακτή, προτιμώντας να νιώθει το βυθό κάτω από τα πόδια της.
– Δανάη! φώναξε η Μαρία, αλλά η μικρή ήταν ήδη εκτός οπτικής.
Η φωνή της χάθηκε στο κύμα. Ξαφνικά εμφανίστηκε ένας άντρας που τη βοήθησε να επανέλθει στην άκρη.
– Μην ανησυχείτε, είπε, έβγαλε λίγο νερό από το στόμα της.
– Ευχαριστώ πολύ! Φοβήθηκα πολύ! απάντησε η Μαρία.
– Χαίρομαι που μπορούσα να βοηθήσω. Είμαι ο Σάκης.
– Μαρία, παιδιά, αυτό είναι ο Σάκης, νέος φίλος μας.
Ο Σάκης ήρθε από τη Θεσσαλονίκη, είχε φτάσει μια μέρα νωρίτερα και τα σχέδιά του ταιριάζανε τυχερά με τα δικά μας. Τον είδαν συχνά στο ίδιο εστιατόριο, και η Μαρία αρχικά το έβλεπε ως σύμπτωση, μέχρι που άρχισε να διακρίνει μια ματιά που έλειπε στον Παύλο.
Μια μέρα, ο Σάκης την πλησίασε:
– Μαρία, δεν μπορώ να κρύψω άλλο. Είσαι ξεχωριστή, με γοητεύει πολύ. Θα ήθελα να σε γνωρίσω καλύτερα.
Η Μαρία απάντησε ταπεινά:
– Σάκη, είμαι παντρεμένη.
– Το ξέρω, είπε, αλλά μπορούμε να μιλήσουμε χωρίς πίεση. Το βράδυ υπάρχει ένα όμορφο σημείο κοντά στο ξενοδοχείο. Τα παιδιά θα μείνουν στο δωμάτιο, εσύ έλα σε μένα.
– Αυτό δεν είναι σωστό. Πρέπει να ψάξεις για άλλες γυναίκες, την απέτρεψε η Μαρία.
Παρ’ όλα αυτά, η Μαρία κατάφερε να αρνηθεί.
Και τελικά, η Κρήτη, η διακοπή, και ο Σάκης έμειναν στο παρελθόν.
Το τελευταίο βράδυ, ο Σάκης επέστρεψε και τόνισε:
– Μαρία, βλέπω τα προβλήματα στο σπίτι σου. Γιατί ήρθες χωρίς τον άντρα σου; Μήπως δεν ήθελε να έρθει;
– Απλώς δεν πήγε καλά, απάντησε.
– Τότε γιατί; Κανένας που σε αγαπά θα σε άφηνε μόνη σου σε ξένη χώρα. είπε σκληρά.
– Έχουμε πολλά χρόνια, απάντησε η Μαρία, θυμώμενη.
– Σε παρακαλώ, μείνε μαζί μου.
– Όχι! φώναξε.
Την επόμενη μέρα, επέστρεψαν στην Αθήνα. Η Μαρία, κουρασμένη αλλά ελπιδοφόρα ότι ο Παύλος θα είχε ξεκουραστεί, πήγε στο σπίτι τους.
Το κλειδί δεν ταίριαζε. Η πόρτα άνοιγαν μόνο οι νέοι κλειδαρίτες. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά από πανικό.
– Παύλε, άλλαξες τις κλειδαριές; τηλεφώνησε. Γιατί δεν μου το είπες;
Η φωνή στο άλλο άκρο άκουγε ξένο άτομο.
– Μαρία, τελείωσα. Θέλω να διατηρήσω τη συντριβή. Αλλάξαμε κλειδαριές, ώστε να μην υπάρξουν φάσες. Πάρτε τα πράγματα σας, θα τα παραδώσω σε ώρα.
– Με βγάζεις έξω; έσφυσε η Μαρία.
– Δεν σε βγάζω, αλλά το σπίτι είναι δικό μου. Τα παιδιά θα μείνουν μαζί μου, και τα πράγματα τους θα μείνουν εδώ. Δεν υπάρχει λόγος να τα τραβήξετε.
Η Μαρία έμεινε άναυδη. Αφήγησε την ιστορία της στα παιδιά που την κοίταζαν με δάκρυα.
– Μαμά, θα μείνουμε μαζί σου, είπε η Αλεξία.
– Δεν έχουμε επιλογή, προσέθεσε η Δανάη.
Κάθε βράδυ έπρεπε να κοιμάται στο σπίτι των γονέων της, που του έδωσαν ένα μικρό διαμέρισμα. Δεν ήξερε αν αυτό ήταν σπίτι.
Την επόμενη μέρα, ο Παύλος εμφανίστηκε μπροστά στο σπίτι των γονέων, με γυναίκα στο πίσω κάθισμα, κρυμμένη, σαν να θέλει να κρύψει κάτι.
– Μαρία! Γιατί πήρες τα παιδιά μακριά; Πρέπει να είναι μαζί μου! φώναξε.
– Δεν θέλουν, Παύλε απάντησε η Μαρία. Θέλουν να ζήσουν μαζί μου. Εσύ δεν έδειχες θάρρος όταν μου είπες ότι θέλεις να χωρίσουμε. Τα παιδιά δεν σε θέλουν.
– Είσαι χρεωστική, Μαρία. Πώς θα κρατήσεις τα παιδιά; Που θα ζήσεις; Στα γονεϊκά μου; είπε ο Παύλος, γελώντας με σαρκασμό.
– Ξαφνικά κατάλαβα! σκέφτηκε η Μαρία. Η Κρήτη, η ξαφνική προσφορά. Η αδικία του! Με έστειλε μακριά για να αλλάξει κλειδαριές και να κρύψει τα κέρδη του.
– Το ήξερες πράγματι; ρώτησε.
– Ναι, έκανες όλα για να μην μου φτάσει τίποτα από την περιουσία μας. απάντησε η Μαρία.
Η δικαστική διαδικασία ξεκίνησε. Ο Παύλος είχε κρύψει περιουσιακά στοιχεία σε συγγενείς, που έκανε δύσκολο να επανέλθει κάτι. Η Μαρία, όμως, δεν άφησε τα παιδιά της, αγωνιζόταν για δικαίωση.
Μια μέρα, περπατώντας στην παραλιακή οδό, είδε τον Σάκη να στέκεται στον πρόπυργο κοιτώντας τη θάλασσα.
– Σάκη; φώναξε.
Ο Σάκης γύρισε, έκπληκτος αλλά χαμογελαστός.
– Μαρία! Πόσο καιρό!
Κάθισαν και μίλησαν για λίγο. Ο Σάκης της αποκάλυψε:
– Μαρία, ήμουν στην Κρήτη γιατί ο Παύλος μου πλήρωσε να παριστάνω κάποιον. Ήμουν ηθοποιός. Ήθελε αποδείξεις για την «απουσία» μου. Δεν ήθελα να το κάνω, αλλά δεν ήξερα τι να κάνω.
Η Μαρία ένιωσε τον κόσμο να της καταρρέει. Ήταν παγιδευμένη στην παγίδα του Παύλου.
Αν και ήξερε πως δεν θα ξαναδεί ποτέΤελικά η Μαρία κατάλαβε ότι η αληθινή δύναμη κρύβεται στην αγάπη και την ενότητα της οικογένειάς της, όχι στα δόλια δώρα ή στις ψεύτικες υποσχέσεις των άλλων.





