Πήγανε για μαλλί και βγήκαν κουρεμένοι: Η Ίρινα ανακαλύπτει την προδοσία της αδελφής της Δάφνης και του άντρα της Αντρέα, όμως όλα αλλάζουν όταν μαθαίνουν σε ποιον ανήκει τελικά το σπίτι

Καλό είναι που θα περάσει σήμερα η Μαργαρίτα, κατά τις εφτά. Δεν σε πειράζει, έτσι;
Η Ειρήνη άφησε τη χτένα και γύρισε προς τον άντρα της, που πάλευε με το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης. Ο Λευτέρης έγνεψε καταφατικά, χωρίς να ξεκολλήσει τα μάτια του απ’ την οθόνη.

Φυσικά, ας έρθει.
Η Ειρήνη χαμογέλασε και ξανακοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη. Της άρεσε που ο άντρας και η αδερφή της τα πήγαιναν καλά. Η Μαργαρίτα ερχόταν συχνά, δύο με τρεις φορές τη βδομάδα, άραζε μέχρι αργά κι όλο το σπίτι γέμιζε με γέλια και συζητήσεις. Η Ειρήνη συχνά άκουγε να σχολιάζουν κάποιο σίριαλ ή να μαλώνουν για την πολιτική, και σκεφτόταν πως ήταν τυχερή. Ένας σύντροφος στήριγμα, πολυαγαπημένη αδερφή, γερή οικογένεια. Σαν ταινία που, όμως, είναι αληθινή.

Κάτι, βέβαια, γρατζουνούσε το μυαλό της πού και πού. Μικροπράγματα, φαντασίες. Όπως το πώς ο Λευτέρης έσκυβε προς τη Μαργαρίτα όταν εκείνη διηγιόταν μονορούφι μια ιστορία απ τη δουλειά. Πώς άγγιζε τον ώμο του, γελώντας με κάποιο αστείο. Πώς ψιθύριζαν στην κουζίνα και κουνούσαν τα κεφάλια τους όταν έμπαινε η Ειρήνη. Έδιωχνε αμέσως τέτοιες σκέψεις. Βλακείες. Αυτή ήταν η Μαργαρίτα, η μικρή της αδερφή, αίμα της, που τη φρόντιζε από το σχολείο. Και ο Λευτέρης, ο σύντροφός της εδώ και πέντε χρόνια. Σε λίγες μέρες είχαν επέτειο.

…Εκείνο το απόγευμα, σα μια σχισμή χαραγμένη στ’ όνειρο, η Ειρήνη έφυγε λίγο νωρίτερα από το φαρμακείο. Ήθελε να περάσει από το σούπερ μάρκετ για να αγοράσει υλικά για γιορτινό φαγητό. Να είναι η αυριανή βραδιά ξεχωριστή.

Το κλειδί έπεσε στη κλειδαριά λες και ήταν βουτηγμένο στο λάδι. Η Ειρήνη μπήκε στο χολ κι έμεινε ακίνητη. Ησυχία πηχτή, σαν να σήκωσε κουρτίνα το σπίτι στους ρυθμούς της. Μια σιγανή συζήτηση ερχόταν από το σαλόνι.

Η Ειρήνη περπάτησε στον διάδρομο, έσπρωξε την πόρτα και στάθηκε στο κατώφλι.

Η Μαργαρίτα καθόταν στη δική της πολυθρόνα. Είχε βολευτεί λες και της ανήκε ανέκαθεν. Ο Λευτέρης στο παράθυρο, κι όταν η Ειρήνη μπήκε, έστρεψε το βλέμμα ακόμα πιο έξω, σαν να ήθελε να χωθεί στον τοίχο.

Τι πάθατε και είστε έτσι; προσπάθησε να χαμογελάσει η Ειρήνη, τα χείλη όμως δεν υπάκουαν. Κάτι έγινε;
Η Μαργαρίτα της σήκωσε το βλέμμα. Κι η Ειρήνη δε γνώρισε την αδερφή της. Πού ήταν το γλυκό, λίγο ντροπαλό κορίτσι που της ζητούσε συμβουλές, που έκλαιγε στο ώμο της κάθε φορά που χωριζόταν με κάποιον; Τώρα ήταν μια ξένη γυναίκα με βλέμμα ψυχρό, στεγνό κι αλαζονικό.

Έγινε, ναι. Είμαι έγκυος απ τον άντρα σου, είπε η Μαργαρίτα απαλά. Μάζεψε τα πράγματά σου και φύγε. Εδώ θα μείνω εγώ πλέον.
Άγγιξε την κοιλιά της. Ακόμα επίπεδη, καλά καλυμμένη από την μπλούζα.

Η Ειρήνη δεν κινήθηκε. Από κάπου, ένας κορναριστός ήχος από μηχανάκι αντήχησε στη Συγγρού. Οι τηλεοράσεις στις γύρω πολυκατοικίες έπαιζαν πρωινάδικα, οι κατσαρόλες έβραζαν νερό, το σπίτι έστεκε, ενώ αυτή δε μπορούσε να βρει ανάσα.

Τι;! ο ήχος που βγήκε απ μέσα της ήταν τσακισμένος, αιχμηρός.
Τα άκουσες όλα, η Μαργαρίτα έκλινε πίσω στη πολυθρόνα. Ό,τι ήταν να ειπωθεί, ειπώθηκε. Εμείς το αποφασίσαμε ήδη με το Λευτέρη. Τέλος το θέατρο.
Η Ειρήνη έστρεψε τα μάτια στον άντρα της. Ο Λευτέρης με σκυφτούς ώμους, άσπρα ακροδάχτυλα στο περβάζι, απέφευγε να τη δει.

Λευτέρη, έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Λευτέρη, κοίταξέ με.
Εκείνος γύρισε το κεφάλι. Δεν είδε η Ειρήνη ούτε τύψη ούτε λύπη, μόνο εξάντληση, ίσως και μια λύτρωση.

Ειρήνη, σήκωσε τα χέρια αδύναμα. Έτσι τα έφερε η μοίρα, συγγνώμη.
Έτσι τα έφερε; άκουγε τώρα τη φωνή της λες ένα δωμάτιο παραδίπλα. Πέντε χρόνια, «έτσι τα έφερε»;
Μην κάνεις δράματα, πέταξε η Μαργαρίτα. Δεν είμαστε έφηβες. Η αγάπη έφυγε, αυτά συμβαίνουν. Εγώ και ο Λευτεράκης προχωράμε σοβαρά.
Λευτεράκης. Έτσι τον φώναζε πάντα η ίδια.

Πόσο καιρό; ρώτησε η Ειρήνη, σχεδόν ξέπνοα.
Η Μαργαρίτα αντάλλαξε ένα χαμόγελο με το Λευτέρη κι αδιαφόρησε.

Ένα χρόνο ίσως. Ή και παραπάνω. Ποια η διαφορά;
Ένας χρόνος. Όλες εκείνες οι βραδιές. Τα αθώα γέλια στην κουζίνα. Τα βλέμματα που νόμιζε πως ήταν απλώς αδερφική τρυφερότητα.

Σε θεωρούσα αδερφή μου, χωρίς να το καταλάβει, η φωνή της Ειρήνης δυνάμωσε. Πίστευα ότι μ αγαπάς.
Και σ αγαπάω, σήκωσε τους ώμους η Μαργαρίτα, τόσο αδιάφορα που η Ειρήνη μούδιασε. Αλλά εμένα μ αγαπάω πιο πολύ. Και τον Λευτέρη. Εσύ… ήσουν πάντα λίγο βαρετή, πολύ σωστή, πολύ «καλή». Κάποια στιγμή κουράζει, ξέρεις.
Η Ειρήνη όρμησε προς το Λευτέρη, τον άρπαξε απ το πουκάμισο και τον γύρισε να την κοιτάξει.

Πες μου πως λέει ψέματα! Πες μου ότι είναι μια άθλια, κακόγουστη φάρσα!
Ο Λευτέρης προσπάθησε να τραβηχτεί, αλλά η Ειρήνη κρατούσε πιο σφιχτά, το ύφασμα έτριξε στα χέρια της.

Ειρήνη, άσε με… Το ξέρεις πια…
Δεν ξέρω τίποτα! τον έσπρωξε με τόση ένταση που χτύπησε στη τζαμαρία. Πέντε χρόνια! Για σένα άφησα δουλειά αλλού· τη μάνα σου στο νοσοκομείο φρόντιζα μήνες, κι εσύ…
Το χέρι της βρήκε ένα μαξιλάρι και το πέταξε με δύναμη πάνω του, παραλίγο να τον βρει στον ώμο.

Με αυτήν στο ίδιο μας το κρεβάτι! Απαράδεκτος!
Σώπα επιτέλους, σηκώθηκε επιδεικτικά η Μαργαρίτα και ίσιωσε τη μπλούζα της. Θεατρίνες δεν αντέχω.
Η Ειρήνη στράφηκε στη Μαργαρίτα, άρπαξε απ το ράφι τη φωτογραφία τους. Η Πρωτοχρονιά η περσινή: οι τρεις μαζί, αγκαλιασμένοι μπροστά στο δέντρο. Η Ειρήνη γελούσε τότε, γιατί είχε οικογένεια.

Εγώ σε μεγάλωσα! το κάδρο διέσχισε τον αέρα, έσκασε στον τοίχο, γυαλί διασκορπίστηκε στα πλακάκια. Σε προστάτευα όταν οι άλλοι σε πείραζαν! Να, έτσι μου ξεπληρώνεις;
Αμάν πια, η Μαργαρίτα έστρεψε αλλού τα μάτια. Τα ίδια και τα ίδια… Λες και σου χρωστάω για πάντα. Ο Λευτέρης πάντα τις νέες ήθελε, εσένα ανεκτικά σε είχε. Εγώ τουλάχιστον είπα την αλήθεια.
Αλήθεια; η Ειρήνη γέλασε, το γέλιο της όμως πάγωσε κάθε καρδιά. Ένα χρόνο προδοσίας πίσω απ την πλάτη μου, κι αυτό το λες αλήθεια;
Άρπαξε απ το τραπεζάκι την κρυστάλλινη τασά του γάμου, δώρο της πεθεράς, κι άφησε τη βαρύτητα να μιλήσει.

Ειρήνη, άσε το κάτω! ο Λευτέρης ορμούσε, αλλά ήταν αργά.
Η τασά βρήκε το βιτρίνα, κρυστάλλινα ποτήρια έσπασαν στα πλακάκια.

Δεν τελείωσα, η Ειρήνη με κοφτή ανάσα, μέτωπο γυαλιστερό πια. Αυτό είναι μόνο η αρχή.
Πήγε στη βιβλιοθήκη και με μανία άρχισε να πετάει βιβλία, άλμπουμ, κάτι αγαλματίδια απ τα νησιά, όλα χάμω στο χαλί.

Κόφ το! προσπαθούσε να τη σταματήσει ο Λευτέρης.
Μη μ αγγίζεις! Ποτέ ξανά!
Η Μαργαρίτα έκανε πίσω προς την πόρτα· πρώτη φορά το πρόσωπό της λύγισε.

Άσε να τα πούμε ψύχραιμα. Εσύ πρέπει να φύγεις, εγώ κι ο Λευτέρης χρειαζόμαστε το σπίτι τώρα που θα χουμε παιδί. Μάζεψε τα πράγματά σου και…
Εγώ να φύγω; η Ειρήνη μαρμάρωσε και την κοίταξε λες και αβυσσαλέα σκοτάδι ξανάνοιγε μπροστά τους. Εγώ;
Μες στον χαμό και την ταπείνωση, γλίστρησε κάτι ψυχρό και λαμπερό.

Νομίζετε ξεχάσατε μια λεπτομέρεια, λογαριάσατε λάθος, τακτοποίησε η Ειρήνη τα μαλλιά της πίσω. Αυτό το διαμέρισμα είναι δικό μου. Το πήρα πριν παντρευτούμε, είναι όλα στο όνομά μου. Δεν το ήξερες, Μαργαρίτα;
Η Μαργαρίτα κοίταξε τον Λευτέρη. Κι εκείνος είχε πια χάσει κάθε χρώμα.

Τι σχέση έχει αυτό; η αδερφή της τράνταξε το χέρι νευρικά. Εμείς θα έχουμε παιδί, χρειαζόμαστε το σπίτι!
Να φτιάξετε οικογένεια αλλού, καλύτερα. Εδώ τελειώσατε, τώρα δρόμο από το σπίτι μου.
Δεν μπορείς να μας πετάξεις έξω! φώναξε η Μαργαρίτα. Είμαι έγκυος!
Έπρεπε να το σκεφτείς όταν πλάγιαζες με άντρα άλλης γυναίκας, πήγε η Ειρήνη στην πόρτα και την άνοιξε διάπλατα. Φύγετε κι οι δυο σας.
Ο Λευτέρης κινήθηκε προς το μέρος της.

Ειρήνη, άκουσέ με τουλάχιστον πριν…
Τίποτα! Κάνε μήνυση αν θες! Το διαμέρισμα είναι προγαμιαίο, τίποτα δεν παίρνεις. Και τα πράγματά σου θα στα δώσω εγώ, όταν αποφασίσω.
Μα…
Έξω. Κι εσύ κι η έγκυος γκόμενά σου. Έξω απ το σπίτι μου.
Η Μαργαρίτα άρπαξε την τσάντα της και πρόλαβε να πει κοφτά:

Η μαμά θα μάθει πώς μου φέρθηκες. Θα το πληρώσεις.
Θα δούμε.
Η Ειρήνη έκλεισε την πόρτα πίσω τους και ακούμπησε στην πλάτη της. Τα μάγουλά της πλημμύριζαν, το κορμί της έτρεμε σαν ποτήρι στο τραπέζι.

…Τρεις μέρες μετά, τηλεφώνησε η μητέρα της. Ειρήνη σήκωσε το κινητό, καρφωμένη στη μοκέτα, έτοιμη για τον χειρότερο εφιάλτη.

Κοριτσάκι μου, η φωνή της μαμάς ακούστηκε κουρασμένη σαν ν ανηφορίζει την Ερμού. Η Μαργαρίτα τα μου είπε όλα. Με τα δικά της λόγια προφανώς.
Μαμά, εγώ…
Άκου με. Την άκουσα, και της είπα να μην τολμήσει να περάσει απ την πόρτα μου μέχρι να σοβαρευτεί και να έρθει να σου ζητήσει συγχώρεση στα γόνατα.
Η Ειρήνη πήρε μια τρεμάμενη ανάσα.

Δηλαδή… είσαι μαζί μου;
Εννοείται, βρε χαζό. Η Μαργαρίτα φέρθηκε ανέντιμα, και ο άντρας σου ασυγχώρητα. Κράτα γερά. Τώρα τον χωρίζεις και ξεκινάς απ την αρχή. Έχεις και το σπίτι σου εκείνος τίποτα. Κράτα γερά, θα τα καταφέρεις.
Η Ειρήνη γλίστρησε στο πάτωμα σε μια λίμνη δακρύων. Σε αυτή τη μάχη, δεν ήταν πια μόνη της. Είχε δίπλα της την πιο απροσδόκητη ασπίδα τη μάνα της.

Oceń artykuł
Πήγανε για μαλλί και βγήκαν κουρεμένοι: Η Ίρινα ανακαλύπτει την προδοσία της αδελφής της Δάφνης και του άντρα της Αντρέα, όμως όλα αλλάζουν όταν μαθαίνουν σε ποιον ανήκει τελικά το σπίτι