Πάω στην πιτσιρίκα, ανακοίνωσε ο παππούς, ετών εξήντα πέντε, καθώς μάζευε τη βαλίτσα του. Σε μία ώρα γύρισε πίσω, δακρυσμένος.
Πάω στην πιτσιρίκα! διακήρυξε ο Χρήστος Παπαδόπουλος, προσπαθώντας να στριμώξει μέσα στη βαλίτσα του μια καρό κουβέρτα που αντιστεκόταν σαν να είχε ρίζες.
Το είπε έτσι, λες και ανακάλυπτε τη Χαλκιδική για πρώτη φορά ή ανέβαινε στο φεγγάρι με πλοίο της γραμμής. Δυνατά, σχεδόν με βραχνάδα, αναμένοντας να προκαλέσει έκρηξη.
Αλλά έκρηξη δεν έγινε. Ούτε καν φωνές.
Η γυναίκα του, η Ειρήνη Αναστασίου, στεκόταν πίσω από τη σιδερώστρα και σιδέρωνε ήρεμα το επίσημο πουκάμισό του. Ο ατμός ερχόταν με συριγμό, αναταράσσοντας τη γαλήνη του σπιτιού.
Σε ακούω, Χρήστο μου, απάντησε εκείνη ήρεμα, δίχως να σηκώσει τα μάτια. Βαμβακερά εσώρουχα έβαλες; Έχει Νοέμβρη έξω, η πιτσιρίκα σου δεν θα σου προσέχει τα νεφρά.
Ο Χρήστος έμεινε ακίνητος, το χέρι με τη μαλλιαρή κάλτσα παγωμένο στον αέρα. Περίμενε απόδραση, ή φωνές, ή παρακάλια, ή κάποια δραματική απειλή.
Ποτέ όμως μια τόσο καθημερινή ερώτηση για το αν έβαλε εσώρουχα.
Τι σχέση έχουν τώρα τα εσώρουχα, Ειρήνη; αναστέναξε, νιώθοντας τα μάγουλά του να φλογίζονται. Για τον έρωτα σου μιλάω, για μια νέα αρχή, γιααναγέννηση!
Έσπρωξε τελικά την κουβέρτα, έπεσε με όλο του το βάρος πάνω στο καπάκι της βαλίτσας κι έκλεισε το φερμουάρ με γρέζι. Η βαλίτσα έτριξε λες και ήταν τα γόνατά του.
Κι εσύ μου λες για τα εσώρουχα! Είσαι τόσο προσγειωμένη, τόσο βαρετή! πήρε ανάσα Εκεί υπάρχει πέταγμα! Εκεί ενέργεια!
Το καινούργιο σου πέταγμα τι όνομα έχει, τουλάχιστον; Κρέμασε το πουκάμισο και του το κράτησε με το χέρι Ή μήπως είναι απλά Κουνελάκι στο κινητό;
Μαρία τη λένε! απάντησε τελετουργικά, παίρνοντας το πουκάμισο Και δεν είναι απλά γυναίκα. Είναι μούσα!
Η Ειρήνη χαμογέλασε γλυκόπικρα. Ήξερε καλά πως η μόνη ποίηση που αγαπούσε ο Χρήστος ήταν οι πρόποσεις στα τραπέζια.
Μαρία λοιπόν. Ωραίο όνομα. Και πόσο είναι η μούσα;
Είκοσι οχτώ! εκτόξευσε με πρόκληση.
Η Ειρήνη άφησε το σίδερο και τον κοίταξε εξεταστικά, όπως κοιτάς μια παλιά καρέκλα που πετάχτηκε ξαφνικά το πόδι.
Χρήστο, είπε ήπια, με ατσάλινη φωνή όμως, Είσαι εξήντα πέντε. Έχεις οσφυαλγία από το πολύ κάθισμα κι ειδική διατροφή για το συκώτι.
Και τι να κάνεις με μια εικοσάχρονη Μαρία; Θα της διαβάζεις ποιήματα;
Δε σε νοιάζει! αγρίεψε, πιάνει τη βαλίτσα. Θα ταξιδέψουμε! Θα περπατάμε κάτω από το φεγγάρι! Θα ζήσουμε! Είμαι ακόμα γάτος!
Δοκίμασε να σηκώσει τη βαλίτσα, αλλά αυτή τον πρόδωσε. Η μέση του διαμαρτυρήθηκε, μα δάγκωσε τα δόντια και κράτησε τη σοβαρότητα.
Δεν έπρεπε να φανεί αδύναμος. Όχι μπροστά στην «πρώην» Ειρήνη, που πλέον ήταν σχεδόν πρώην.
Τα χάπια για την πίεση μην τα ξεχάσεις, Δον Ζουάν, είπε εκείνη ατάραχα. Είναι στο πάνω συρτάρι. Και τη φαρμακευτική αλοιφή.
Δεν τα χρειάζομαι! ψέλλισε, ενώ του κόλλαγε η καρδιά στη μασχάλη. Μαζί της νιώθω τριαντάρης! Τελείωσε Ειρήνη. Αντίο. Το σπίτι σου το αφήνω, είμαι μεγαλοψυχία.
Α, καλά, παλιοκουβαλητή, του απάντησε, Άφησε τα κλειδιά πάνω στο τραπέζι. Και πάρε και τα σκουπίδια φεύγοντας.
Αυτό τον αποτελείωσε. Καμία δραματικότητα, μόνο «πάρε τα σκουπίδια».
Πήρε τη σακούλα και με το κεφάλι ψηλά βγήκε στην είσοδο. Η πόρτα πίσω του έκλεισε ήσυχα.
Βρέθηκε στη σκάλα, γεμάτη υγρασία και μυρωδιά από μαγειρεμένη πατάτα της γειτόνισσας. Η βαλίτσα τραβούσε το χέρι του, η μέση διαμαρτυρόταν, το κινητό του δονιζόταν.
Πιθανώς έγραφε η Μαρία περίμενε τον ιππότη της.
Κάλεσε το ασανσέρ. Έβγαλε το κινητό. Η καρδιά του σκίρτησε. Μήνυμα: «Αγάπη μου, έρχεσαι; Έκλεισα τραπέζι. Βέβαια, χρειάζομαι μια χάρη: πρέπει να στείλω 170 ευρώ στη μαμά για φάρμακα. Έχεις; Θα στα δώσω!»
Ο Χρήστος συνοφρυώθηκε. Χθες την είχε βοηθήσει με 120 ευρώ για ταξί. Πρόπερσι είχε ανάγκη 80 για ίντερνετ. Και μια βδομάδα πριν, της είχε στείλει 350 ευρώ για «καλλιτεχνικό σεμινάριο».
Το ασανσέρ ήρθε. Ο Χρήστος μπήκε, πάτησε ισόγειο. Στο καθρέφτη είδε τον εαυτό του: ηλικιωμένο, με κόκκινο πρόσωπο κι αμήχανο βλέμμα.
Πάω στην πιτσιρίκα, σκέφτηκε ξανά, αλλά η φράση πια δεν λαμποκοπούσε.
Έξω φυσούσε, ψιλόβρεχε. Τράβηξε τη βαλίτσα στη στάση. Η Μαρία έμενε στην άλλη άκρη της Θεσσαλονίκης, σε νεόδμητα.
Κάθισε σε βρεγμένο παγκάκι. Ξεπαγιασμένα δάχτυλα, άνοιξε το κινητό: υπόλοιπο 150 ευρώ. Η σύνταξη αργούσε.
Διάολε, μουρμούρισε.
Έστειλε: «Μαράκι, δεν έχω αρκετά τώρα. Θα έρθω με μετρητά απ τη κρυψώνα».
Άμεση απάντηση: emoji με γυρισμένα μάτια. Μετά: «Χρηστάκη, έλα τώρα! Δανείσου από κάπου! Αν μ αγαπούσες, θα έβρισκες!»
«Χρηστάκη». Ούτε Χρήστος, ούτε αγαπημένος, απλάο γείτονας.
Ένιωσε μια δυσάρεστη ψύχρα μέσα στο στήθος. Όχι αγάπη μια πονηρή καχυποψία.
Θυμήθηκε ότι ποτέ δεν είχε μιλήσει με τη Μαρία σε βίντεο. Μια η «χαλασμένη κάμερα», μια το «κακό σήμα». Οι φωτογραφίες της, βέβαια, επαγγελματικές.
Τηλεφώνησε να ακούσει έστω μια φορά τη φωνή της. Τίποτα. Μετά από τους ήχους, έκοψε.
Μήνυμα: «Δεν μπορώ να μιλήσω, κλαίω!»
Έμεινε στη στάση, αγκαλιά με τη βαλίτσα. Αυτοκίνητα περνούσαν, τον πιτσίλιζαν.
Το κρύο τρύπωνε στο κόκαλο, παρά το μπουφάν και την καλή πουκαμίσα. Η μέση του ούρλιαζε.
Μαρία, είπε μεγαλόφωνα. Το όνομά της έφτανε ψεύτικο, πλαστικό.
Το κινητό ξανακούνησε: «Λοιπόν; Τα έβαλες; Αν όχι, μη φανείς! Αν δεν μπορείς να κάνεις κάτι τόσο απλό, τι να σε κάνω;»
Ο Χρήστος κοιτούσε την οθόνη. Τα γράμματα χόρευαν θολά.
Σκέφτηκε την Ειρήνη. Πώς τον άλειφε χθες αμίλητα με φαρμακευτική αλοιφή. Πώς έφτιαχνε μπιφτέκια στον ατμό που απεχθανόταν, μα τα έτρωγε για το συκώτι του.
Κανείς δε ξέρει που είναι οι κάλτσες του όπως αυτή.
«Δε μου χρειάζεται άντρας»
Φαντάστηκε τον εαυτό του στο σπίτι της Μαρίας. Ξένο καναπέ, ξένη μυρωδιά, ξένοι κανόνες. Πάντα να πληρώνεις για να αξίζεις τη νεότητα.
Και αν πάθαινε μέση εκεί; Θα τον άλειφε με αλοιφή; Ή θα του γύριζε την πλάτη;
Ανασηκώθηκε με κόπο, τα γόνατα τρίζαν. Έβλεπε το λεωφορείο να πλησιάζει προς τα νεόδμητα, μα δε μπήκε ποτέ.
Έφυγε αφήνοντας όλη την εξάτμιση πάνω του.
Έμεινε λίγο ακόμη, κοιτώντας την άδεια λεωφόρο, κι ύστερα γύρισε προς το σπίτι. Βαρύ το ταξίδι της επιστροφής. Το ασανσέρ πάλι χαλασμένο ελληνικό κλασικό. Τρεις ορόφους με τη βαλίτσα στην πλάτη.
Σε κάθε πλατύσκαλο σταματούσε, ξεφυσούσε, σκούπιζε ιδρώτα. Η καρδιά γκρούβαζε, όχι από έρωτα μα από ταχυκαρδία.
Στην πόρτα στάθηκε, άφησε τη βαλίτσα, πάτησε το κουδούνι. Σιωπή. Κανείς. Πανικός. Μήπως έφυγε; Μήπως θύμωσε; Μήπως άλλαξε κλειδαριά;
Τα κλειδιά τα είχε αφήσει σαν χαζός!
Πάτησε ξανά το κουδούνι, επίμονα.
Ειρήνη! φώναξε ξέπνοα, Ειρήνη, άνοιξε!
Ο ήχος της κλειδαριάς και να η Ειρήνη. Ήρεμη, στην ρόμπα της.
Ο Χρήστος στάθηκε βρεγμένος, η υγρή τραγιάσκα στο χέρι, βρώμικος. Τα δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλα.
Αυτά ήταν αληθινά, της πίκρας, για τον εαυτό του, για την απερισκεψία του, για το πέρασμα των χρόνων που του φέρθηκαν σκληρά.
Εγώ ψιθύρισε. Ειρήνη Το λεωφορείο Η βροχή σκέφτηκα
Δεν μπορούσε να πει την αλήθεια. Ότι η Μαρία ήθελε απλώς τα λεφτά του. Ήταν πολύ ταπεινωτικό.
Η Ειρήνη τον κοίταξε, μετά τη βαλίτσα, αναστέναξε.
Τη σακούλα τα σκουπίδια την πέταξες; ρώτησε.
Ο Χρήστος μπερδεύτηκε και κοίταξε το άδειο χέρι. Την είχε ξεχάσει στο παγκάκι.
Την ξέχασα σιγοψιθύρισε.
Η Ειρήνη αναστέναξε και έκανε στην άκρη.
Έλα μέσα, Ρωμαίο. Θα κρυώσει το τσάι. Και πλύνε χέρια, είσαι μέσα στη βρώμα.
Μπήκε στο σπίτι, τράβηξε μέσα τη βαλίτσα. Η μυρωδιά φρεσκοπλυμένων σεντονιών, λίγο φάρμακο, έσκασε στα ρουθούνια. Η καλύτερη μυρωδιά του κόσμου.
Έβγαλε τα παπούτσια, μπήκε στο μπάνιο. Στον καθρέφτη ένας γέρος και κουρασμένος κοιτούσε πίσω. Έριξε νερό στα μάτια, ξεπλένοντας τα δάκρυα και τη ντροπή.
Μπαίνοντας στην κουζίνα, η Ειρήνη ήδη έβαζε τσάι στη μεγάλη αγαπημένη κούπα του. Στο τραπέζι αχνόφεγγαν αχνιστά μπιφτέκια.
Ειρήνη μουρμούρισε, Συγχώρεσέ με. Γεροντικό χούι. Παρασύρθηκα.
Φάε, απάντησε εκείνη, δίχως να γυρίσει. Θα κρυώσουν.
Μα αλήθεια Ποια Μαρία; Ποια μούσα; Χωρίς εσένα Δεν ξέρω καν που είναι το ασφαλιστήριο.
Στον φάκελο με τα έγγραφα, στο επάνω συρτάρι, απάντησε μηχανικά, κάθισε απέναντί του. Σε παρακαλώ, μην το ξανακάνεις αυτό το τσίρκο. Γύρισες, τέλος.
Μάσησε το μπιφτέκι που τώρα του φαινόταν νοστιμότερο από κάθε ψητό.
Και ημα Μαρία ψέλλισε και ψέμα, Τελικά δεν ήταν όπως νόμιζα. Καπνίζει, φαντάσου! Και βρίζει
Η Ειρήνη τον κοίταξε πάνω από τα γυαλιά. Μικρές σπίθες στα μάτια της.
Κοίτα να δεις, τι φρίκη, τόνισε δήθεν σοβαρά. Εσύ, ως άνθρωπος με στάση, δεν άντεξες, βέβαια.
Ε, βέβαια! Της λέω: «Δε σου πάει το φέρσιμο, κυρία μου!». Και εκείνη
Κούνησε το χέρι.
Κατάλαβα πως έκανα λάθος, Ειρήνη. Άδειο, ψυχή μηδέν.
Σωστά, απάντησε Ευτυχώς το κατάλαβες στη στάση πριν φτάσετε στο δημαρχείο!
Σηκώθηκε, έβγαλε αλοιφή από το ντουλάπι, του την άφησε στο τραπέζι.
Σε έπιασε η μέση, ε;
Ο Χρήστος κοκκίνισε.
Λίγο
Έλα, βγάλ το πουκάμισο, να σου την βάλω.
Έβγαλε γρυλίζοντας το πουκάμισο, νιώθοντας τα γερά, γνώριμα χέρια της να τον αλείφουν. Τσούζαν αλλά ήταν θεραπευτικό.
Ειρήνη μουρμούρισε στο τραπέζι.
Τι;
Ήξερες πως θα γυρίσω;
Φυσικά.
Γιατί;
Η Ειρήνη τον χτύπησε ελαφρά στον ώμο, σα να τελείωσε τη θεραπεία.
Γιατί, Χρήστο, στη βαλίτσα δεν είχες βάλει ούτε εσώρουχα, ούτε κάλτσες, ούτε χάπια.
Γέλασε λίγο στους κροτάφους.
Μόνο την κουβέρτα και τη γούνα μου που σου είπα να πας στο καθαριστήριο είχες στριμώξει.
Ο Χρήστος έμεινε αποσβολωμένος, αργά γύρισε το κεφάλι.
Τη γούνα;
Τη γούνα. Σε είδα το πρωί που την τσάκωνες να τη βάλεις μέσα. Νομίζεις δε σε βλέπω; Χωρίς τα γυαλιά δε βλέπεις ούτε τη μύτη σου!
Έπεσε παύση. Ο Χρήστος επεξεργάστηκε τη σκηνή: ξεκινούσε για νέα ζωή μόνο με κουβέρτα και τη γούνα της γυναίκας του.
Ξαφνικά έβαλε τα γέλια. Σιγανά στην αρχή, μετά πιο δυνατά. Τα γέλια έγιναν βήχας και πάλι γέλια.
Η Ειρήνη τον κοίταξε, σα να χαμογελάει στην άκρη των χειλιών.
Γέρος κεκές του είπε άκακα. Λοιπόν, φάε το μπιφτέκι σου. Αύριο πάμε στο εξοχικό, να κατεβάσουμε τα βαζάκια στο κελάρι. Εκεί θα βρεις και γυμναστήριο και φύση.
Θα πάμε, Ειρήνη μου, σίγουρα θα πάμε, απάντησε, σκουπίζοντας δάκρυα γέλιου.
Το τηλέφωνο ξανά δόνηση. Ο Χρήστος το κοίταξε: «Μαρία: Πού είσαι; Η μαμά κοντεύει να πεθάνει! Στείλε έστω πενήντα!»
Πάτησε αποφασιστικά μπλοκάρισμα. Μετά διέγραψε τη συνομιλία. Έριξε το κινητό ανάποδα στο τραπέζι.
Ειρήνη, μήπως να παρατήσουμε τα βαζάκια; πρότεινε, κοιτάζοντάς την αλλιώς πια. Να κάνουμε κανένα σουβλάκι; Θα μαρινάρω εγώ το κρέας, όπως θες, με κρεμμύδι.
Η Ειρήνη σήκωσε το φρύδι. Κάτι καινούριο, να μαγειρέψει ο Χρήστος ούτε στη δεκαετία.
Σουβλάκι; ρώτησε Και το συκώτι σου;
Σιγά το συκώτι, γέλασε. Μια φορά ζούμε.
Της πήρε το χέρι, τραχύ απ τις δουλειές, το φίλησε αδέξια μα αληθινά.
Σ ευχαριστώ που άνοιξες, Ειρήνη.
Το ελευθέρωσε απαλά.
Φάε, Δον Ζουάν. Θα παγώσει εντελώς.
Έξω δυνάμωνε η βροχή, ο άνεμος χτυπούσε τα τζάμια, αλλά μέσα ήταν ζεστά και ήρεμα. Η στολισμένη πουκαμίσα στην καρέκλα, μυρωδιά αλοιφής και τσάι.
Η καλύτερη μυρωδιά του κόσμου.
Ο Χρήστος Παπαδόπουλος κοίταξε τη γυναίκα του. Είκοσι οχτώ χρόνια, εντάξει· καλό είναι.
Αλλά ποια άλλη θα τον δεχόταν πίσω, αν έπαιρνε κατά λάθος στη βαλίτσα τη γούνα της;
Ειρήνη, φώναξε.
Πάλι;
Αυτή τη φορά θα πάω τη γούνα στο καθαριστήριο. Αύριο.
Πήγαινέ την, απάντησε. Αλλά πρώτα ξεφόρτωσε τη βαλίτσα. Και βγάλε την κουβέρτα· μου κρυώνουν τα πόδια.
Ο Χρήστος έγνεψε και δάγκωσε με όρεξη το μπιφτέκι.
Η ζωή συνεχιζόταν· κι αν το σκεφτείς, δεν ήταν και τόσο κακή.


