Πάτησε Πάνω στη Μοίρα μου μια Καταφερτζού: Η Ιστορία του Βολιώτη Βασίλη, της αθώας Ελένης, του πανούργου πειρασμού της Νίνας, και τα λόγια της Μάνας – Πώς ένα καλοκαίρι στη Μαγνησία γκρέμισε ένα προξενιό, άλλαξε ζωές και άφησε πίσω πληγές, παιδιά, πόνο και ανεκπλήρωτους έρωτες

ΠΑΤΗΣΕ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΜΟΙΡΑ ΜΙΑ ΠΕΡΑΣΤΙΚΗ

Γιέ μου, αν δε σταματήσεις με αυτήν την ξεδιάντροπη περαστική, να ξέρεις, δεν έχεις μάνα! Αυτή η Ντίνα είναι τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερή σου! μου έλεγε ξανά και ξανά η μητέρα μου, με το πάθος μιας αρχαίας τραγωδίας.
Μάνα, δεν μπορώ, στο ορκίζομαι! Κι ας το ήθελα προσπαθούσα να δικαιολογηθώ.

… Είχα ένα κορίτσι που λάτρευα· η Ιφιγένεια, μόλις 14 χρόνων. Αγνή, σεμνή, ποθητή. Την γνώρισα όταν ήμουν 18, σε μια σχολική φιέστα. Με σκλάβωσε η Ιφιγένεια, καρδιά μου πάγωνε και φλεγόταν μαζί.
Βρήκα το τηλέφωνό της, έκανα τα αδύνατα δυνατά, την προσκάλεσα σε ραντεβού. Εσείς νομίζετε πως ήρθε; Όχι! Κυνήγησα το θήραμά μου σαν κυνηγός απελπισμένος. Τελικά, λύγισε. Μου είπε όμως, να πάω πρώτα στη μάνα της να ζητήσω άδεια.
Στάθηκα στην πόρτα της, έτρεμα όλος.
Η μάνα της, καλοσυνάτη Αλεξάνδρα, με δόση χιούμορ, μου παρέδωσε το θησαυρό της για δυο ώρες.
Περπατήσαμε στο παλιό πάρκο· μιλάγαμε, γελούσαμε, όλα ντροπαλά. Ξάφνου, η Ιφιγένεια λέει:
Νίκο, έχω φίλο. Νομίζω πως τον αγαπώ, όμως είναι φοβερός γυναικάς. Κουράστηκα να τον βρίσκω πάντα με άλλες. Μα έχω εγωισμό. Γιατί δεν δοκιμάζουμε να κάνουμε παρέα εμείς οι δυο;
Της σήκωσα το φρύδι, ξανακοίταξα με απορία και έλξη. Αυτή η Ιφιγένεια μπορούσε να είναι και τα πάντα και τίποτα αδύνατο να της αντισταθείς.
Ξεχάστηκα δίπλα της, τα δύο ώρες κύλησαν αστραπιαία.

… Με τον καιρό, δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς τη μικρή.
Κι η μάνα μου την αγάπησε, την αποκαλούσε „ήλιο”. Ερχόταν συχνά σπίτι μας, η μάνα της μάθαινε μυστικά γυναικείας ζωής. Συχνά, τόσο πολύ συζητούσαν που με ξέχνουσαν εντελώς!
Όταν γιόρτασε τα 18 της η Ιφιγένεια, αρχίσαμε να μιλάμε σοβαρά για γάμο. Κανείς μας δεν αμφέβαλε πως θα παντρευτούμε.
Ορίσαμε γάμο για το φθινόπωρο.

…Ήρθε το καλοκαίρι, η Ιφιγένεια πήγε στο χωριό, στη γιαγιά. Εγώ έμεινα στο εξοχικό, βοηθώντας τη μάνα μου με τις ντομάτες και τα κλήματα.
Ποτίζω μια μέρα τον μπαξέ, μέχρι που μια φωνή σκάει μες στη σιγή:
Νεαρέ, λίγο νερό ακόμη;
Γυρίζω και τι να δω: γυναίκα γύρω στα τριανταπέντε, αλλόκοτη, αναστατωμένη, με βλέμμα φωτιά. Δεν τη θυμόμουν απ το χωριό, αλλά δεν μπορούσα να αρνηθώ. Γέμισα ένα ποτήρι δροσερό νερό απ’ το πηγάδι, της το πρόσφερα:
Με την υγειά σας…
Το ήπιε και είπε με αναστεναγμό:
Ευχαριστώ, αγόρι μου. Παραλίγο να πεθάνω απ’ τη δίψα. Έχω μαζί μου μια βυσσινάδα, πάρ’ τη, είναι γλυκιά, για το καλό.
Κι άφησε ένα μπουκάλι στα χέρια μου, πριν χαθεί στον χωμάτινο δρόμο.
Την ήπια το βράδυ, από περιέργεια, μόνος, γιατί εκείνο το απόγευμα η μάνα μου είχε πάει Πειραιά. Αν ήταν εκεί, ούτε να αγγίξω δεν θα μ άφηνε.
Την επόμενη μέρα, να σου πάλι η άγνωστη! Την έλεγαν Ντίνα, κατοικούσε λίγα στενά παραπάνω στο χωριό. Την κάλεσα μέσα· στο τραπέζι πλάι κι η ίδια γλυκιά βυσσινάδα, σαλάτα, φέτα ψωμί. Δίχως να το καταλάβω, η βυσσινάδα στέρεψε.
Κι εδώ μετανιώνω πιο πολύ απ όλα όσα ακολούθησαν…
Η Ντίνα με έκανε δικό της, σα να μουν μοσχάρι σε σχοινί, δεμένος σ αυτήν. Τίποτα κατανοητό θολούρα, παραισθήσεις, όνειρο.
Ξύπνησα μόνος, η Ντίνα είχε φύγει. Πάνω απ το κεφάλι μου, η μάνα μου τάραζε τα νερά:
Νίκο, τι έγινε εδώ μέσα όσο έλειπα; Ποια ήρθε; Γιατί το κρεβάτι σου, λες και πέρασαν είκοσι άλογα από πάνω του;
Τα μάτια μου δεν άνοιγαν, το κεφάλι βούιζε, τα χέρια έτρεμαν. Δεν είπα κάτι ουσιαστικό. Το βράδυ θυμήθηκα τι έγινε και πνίγηκα στη ντροπή τι θα έλεγα τώρα στην Ιφιγένεια…
Αλλά ούτε βδομάδα δεν πέρασε, να σου πάλι η Ντίνα. Κι εγώ… της χάρηκα! Λίγο έλειψε να μου λείψει.
Η μάνα μου βγήκε στον κήπο:
Τι θες πάλι, κυρά μου;
Τραβάω τη μάνα στο σαλόνι.
Μάνα, γιατί μιλάς έτσι στους ανθρώπους; Μπορεί η γυναίκα να ήθελε μόνο νερό…
Άνθρωπος αυτή; Την ξέρουν όλοι, η Ντίνα η πειραγμένη! Γυρνάει τα σπίτια, παγιδεύει άντρες. Διώξ την όσο προλαβαίνεις!
Αλλά ήταν αργά. Με μάγεψε, με κρατούσε δεμένο μια ζωή, χωρίς να αγαπάω στ αλήθεια. Για την Ιφιγένεια ξέχασα τα πάντα.
Όταν ανέφερα στην Ντίνα πως είχα αρραβώνα, χαμογέλασε ειρωνικά:
Νικολάκη, πρώτη αγάπη, δεν είναι αρραβωνιαστικιά!
Ο γάμος χαλάστηκε.
Η μάνα μου κάλεσε την Ιφιγένεια σπίτι και της τα είπε όλα ευθέως:
Συγχώρα το Νίκο, παιδί μου. Σύρθηκε στο γκρεμό, δεν το καταλαβαίνει ακόμα. Προχώρα μπροστά, μην τον περιμένεις.
Η Ιφιγένεια παντρεύτηκε έναν καλό άνθρωπο.

Η μάνα μου, με καημό στο στήθος, προσέγγισε τον στρατολόγο. Μ έστειλαν φαντάρο. Κι απ το σπίτι της μάνας, βρέθηκα στον Έβρο με τους στρατιώτες.
Γύρισα χωρίς τρία δάχτυλα ζημιά μικρή μπροστά σ αυτά που είχα μέσα μου. Είχα χάσει κάθε φόβο, είχα γίνει ψυχή άδεια. Η Ντίνα με περίμενε, με ένα γιο στον ώμο ήξερα πως, φεύγοντας, είπα να αφήσω σπόρο.

Όλο το διάστημα, μάνα μου μισούσε τη Ντίνα, χαιρόταν για τα νέα της Ιφιγένειας. Πίστευε πως το κοριτσάκι της Ιφιγένειας ήταν δικό μου και μακάρι να ήταν.
Η Ιφιγένεια ερχόταν καμιά φορά, μάθαινε τα νέα μου απ τη μάνα.

Μετά μπήκα να δουλέψω σε εργοτάξιο στα Γιάννενα. Μαζί μου η Ντίνα κι άλλα τρία παιδιά. Εκεί γεννήθηκαν άλλα δύο, μα ένα κοριτσάκι μας πέθανε στον βαρύ χειμώνα της Ηπείρου. Πήραμε το δρόμο για Αθήνα, να γλυκάνουμε τον πόνο μας.
Άρχισα να θυμάμαι την Ιφιγένεια με ασίγαστη λαχτάρα. Πήρα το νούμερό της από τη μάνα η ίδια με προειδοποίησε: μη διαλύσεις το σπιτικό της Ιφιγένειας.

Ένα βράδυ την πήρα· βρεθήκαμε κατευθείαν. Είχε ανθίσει στο πρόσωπό της η παλιά αλλοτινή ομορφιά. Με σύστησε στον άντρα της σαν φίλο απ τα παιδικά χρόνια. Εκείνος έφυγε για τη δουλειά, μας άφησε μόνους με λίγη σαμπάνια κι ένα καλάθι φρούτα.
Το κοριτσάκι της έλειπε στη γιαγιά.
Νίκο, πες μου εσύ, πώς τα φέρνει η ζωή σου; με ρώτησε, κοιτάζοντάς με στη ψυχή.
Συγγνώμη, Ιφιγένεια. Έτσι ήρθαν τα πράγματα, τίποτα δεν αλλάζει πια. Έχω τέσσερα παιδιά, ψέλλισα.
Τίποτα μην αλλάζεις. Είδαμε ο ένας τον άλλο, θυμηθήκαμε τα παλιά… Μόνο τη μάνα σου λυπάμαι. Να 'σαι τρυφερός μαζί της , ψιθύρισε.

Κοίταζα την Ιφιγένεια, και ο χρόνος δεν την άγγιξε. Της έπιασα το χέρι, το φίλησα με την τρυφερότητα όλων των νεανικών μου χρόνων.
Ιφιγένεια, όπως τότε σ’ αγαπώ. Η ζωή μας πέρασε σαν καράβι που δεν έπιασε λιμάνι.
Νίκο, ώρα να φεύγεις, είπε γλυκά.

Μα μπορούσα; Ξαφνικά με ξέσκιζε το άγγιγμά της, το πάθος με κατάτρωγε.
…Το πρωί έφυγα αθόρυβα, την άφησα να κοιμάται.
Βλεπόμασταν στα κρυφά για τρία χρόνια, μέχρι που μετακόμισε στα Μεσόγεια κι η ιστορία μας έσβησε.

Με τη Ντίνα χώρισα όταν μεγάλωσαν τα παιδιά. Η μάνα μου είχε δίκιο: Η περαστική πέρασε από τη ζωή μου, την τσαλάκωσε, μου έσπασε την καρδιά.
…Όσο νερό και να βράσεις, πάλι νερό παραμένει.
Τελικά δικός μου έμεινε μόνο ένας γιος. Ο πρώτος μου.

Oceń artykuł
Πάτησε Πάνω στη Μοίρα μου μια Καταφερτζού: Η Ιστορία του Βολιώτη Βασίλη, της αθώας Ελένης, του πανούργου πειρασμού της Νίνας, και τα λόγια της Μάνας – Πώς ένα καλοκαίρι στη Μαγνησία γκρέμισε ένα προξενιό, άλλαξε ζωές και άφησε πίσω πληγές, παιδιά, πόνο και ανεκπλήρωτους έρωτες