Όλη μου τη ζωή πίστευα ότι αν αποκτήσω δικό μου διαμέρισμα, όλα στη ζωή μου θα βρουν своето место. Έτσι μεγάλωσα μαθαίνοντας πως η γυναίκα οφείλει να νιώθει ασφάλεια, να έχει μια στέγη πάνω απ το κεφάλι της, κάτι δικό της. Μεγάλωσα σε νοικιασμένα σπίτια, αλλάζαμε διαμερίσματα κάθε λίγο, άκουγα τη μητέρα μου να μαλώνει με ιδιοκτήτες και ορκίστηκα πως το δικό μου παιδί δεν θα ζήσει έτσι ποτέ.
Όταν παντρεύτηκα με τον Νίκο, αποφασίσαμε να πάρουμε στεγαστικό δάνειο. Το φοβόμουν, αλλά τότε τα επιτόκια φαινόντουσαν υποφερτά κι εμείς νέοι και γεμάτοι αυτοπεποίθηση. Υπογράψαμε τα χαρτιά με τρεμάμενα χέρια αλλά ελπίδα στα μάτια. Αγοράσαμε ένα μικρό διαμέρισμα δυάρι σε μια λαϊκή γειτονιά στα Πατήσια. Δεν είχε ασανσέρ, αλλά ήταν δικό μας.
Οι πρώτοι μήνες έμοιαζαν γιορτή. Βάφαμε μόνοι μας τους τοίχους, μοντάραμε έπιπλα ως αργά τη νύχτα, κοιμόμασταν σε στρώμα στο πάτωμα. Ένιωθα χαρούμενη. Μετά ήρθαν οι δόσεις. Η ίδια ημερομηνία κάθε μήνα έγινε εφιάλτης. Άρχισα να μετράω τις μέρες, να υπολογίζω κάθε λεπτό του ευρώ, να ανησυχώ αν θα μας φτάσουν τα λεφτά.
Δούλευα σε δύο δουλειές πρωί σε γραφείο, βράδυ έπαιρνα παραγγελίες online. Ο Νίκος επίσης δούλευε υπερωρίες. Σχεδόν δεν βλεπόμασταν. Το παιδί μας ήταν συνέχεια στη γιαγιά του. Ήμουν σίγουρη ότι είναι προσωρινό, πως αν αντέξουμε κάποια χρόνια, θα χαλαρώσουμε.
Μόνο που η πίεση μάς έτρωγε. Έγινα νευρική, εκρηκτική. Ζούσα με τον φόβο μην τα χάσουμε όλα. Όταν χάλασε το ψυγείο, πανικοβλήθηκα λες και ήρθε το τέλος του κόσμου. Όχι γιατί ήταν τόσο σημαντικό, αλλά γιατί ένιωθα ότι δεν έχουμε περιθώριο για λάθη.
Η χειρότερη στιγμή ήρθε όταν το παιδί μου, μια μέρα, είπε στη γιαγιά του ότι η μαμά του είναι πάντα κουρασμένη. Το άκουσα τυχαία κι ένιωσα να καταρρέω. Είπε πως η μαμά όλο βιάζεται και δεν γελάει ποτέ πια. Αυτά τα λόγια με τράνταξαν περισσότερο κι από το χαρτί της τράπεζας.
Έκατσα στην κουζίνα, στο διαμέρισμα για το οποίο πάλευα με όλη μου τη δύναμη. Κοίταξα τους τοίχους, τα έπιπλα, τον καινούριο καναπέ. Και ρώτησα τον εαυτό μου: Γιατί το κάνω αυτό; Για την ασφάλεια; Για την ησυχία; Κι όμως, δεν υπήρχε ούτε ασφάλεια ούτε ησυχία. Μόνο φόβος.
Τότε για πρώτη φορά αναρωτήθηκα αν κάνω λάθος. Αν έκανα το σπίτι αυτοσκοπό και την οικογένειά μου μέσο για να το αποκτήσω. Μιλήσαμε πολύ με τον Νίκο εκείνο το βράδυ. Και οι δύο εξαντλημένοι. Καταλάβαμε πως είχαμε καταντήσει συγκάτοικοι που δουλεύουν για την τράπεζα.
Η απόφαση δεν ήταν εύκολη. Πουλήσαμε το διαμέρισμα. Ξεχρεώσαμε το δάνειο. Μας έμειναν λιγότερα χρήματα απ ό,τι ελπίζαμε, αλλά μείναμε χωρίς χρέος. Ξαναγυρίσαμε στο νοίκι. Όταν υπέγραφα το νέο μισθωτήριο, ένιωσα πως απέτυχα. Σαν να ομολογούσα μέσα μου ότι δεν τα κατάφερα.
Πέρασε καιρός μέχρι να ξεφορτωθώ τη ντροπή. Στην Ελλάδα συνέχεια σε ρωτούν αν έχεις δικό σου σπίτι, λες και μόνο αυτό έχει σημασία. Κι εγώ το πίστευα. Τώρα όμως ξέρω: είναι αυταπάτη.
Τώρα έχουμε λιγότερα πράγματα, αλλά περισσότερο χρόνο. Τα βράδια είναι ήσυχα. Βγαίνουμε βόλτα στη γειτονιά. Μαγειρεύουμε μαζί. Το παιδί μου με ξαναβλέπει να χαμογελώ. Και κατάλαβα το πιο βασικό: Σπίτι δεν είναι ο τίτλος ιδιοκτησίας. Σπίτι είναι η ζεστασιά και η αγάπη που προσφέρεις μέσα του.
Δεν λέω πως είναι κακό να έχεις ένα δικό σου σπίτι. Λέω μόνο ότι δεν αξίζει να χάνεις τον εαυτό σου γι αυτό. Τίποτα υλικό δεν αξίζει περισσότερο από την υγεία, τις σχέσεις και την ηρεμία σου.
Για πολλά χρόνια κυνηγούσα μία ασφάλεια με κάθε τίμημα. Στο τέλος συνειδητοποίησα πως πραγματική σιγουριά είναι να είμαστε όλοι μαζί και να μην ζούμε με διαρκή φόβο. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλά τοίχοι.




