Πάντα θα είμαι δίπλα σου

Θα είμαι πάντα δίπλα σου

Σε παρακαλώ, μη το ξεκινάς πάλι! Το έχουμε συζητήσει εκατομμύρια φορές! Γιατί πρέπει να το ξανασκαλίζουμε; Η Ελεάννα έκανε μια αποκαμωμένη κίνηση με το χέρι και γύρισε πάλι προς την κουζίνα.

Η μέρα ήταν σαν το μουτζούρωμα της Δευτέρας. Ξεκίνησε στις πέντε το πρωί, τότε που ο Μάξιμος ήρθε στο δωμάτιό της σέρνοντας παντόφλες και την ακούμπησε στον ώμο:

Μαμά! Με πονάει ο λαιμός μου!

Η Ελεάννα, ακόμη μισοκοιμισμένη, ακούμπησε τα χείλη της στο μέτωπο του γιου της κι εκείνο το υποτυπώδες ύπνο εξαφανίστηκε σε χρόνο dt.

Ναι, έχεις πυρετό, παιδί μου! Έλα, πάμε! πήρε στην αγκαλιά τον Μάξιμο και βγήκαν, κλείνοντας την πόρτα πίσω τους με προσοχή. Δεν είχε καμία όρεξη ν ακούσει τον Σωτήρη αργότερα να γκρινιάζει πως δεν κοιμήθηκε καλά.

Μέτρησε τον πυρετό, του έδωσε σιρόπι, τον ξάπλωσε ξανά και κοιτώντας το ρολόι, σκέφτηκε: Κάτσε τώρα να πας για ύπνο; Αφού σε λίγο θα ανοίξει το ιατρείο, καλύτερα να περιμένεις τον γιατρό. Σιγουρεύτηκε πως κοιμήθηκε ο μικρός, και βγήκε στην κουζίνα να φτιάξει καφέ. Πήγε στο παράθυρο.

Ο φετινός χειμώνας είχε καταπλήξει όλη την Αθήνα με τα χιόνια. Η αυλή είχε γίνει άσπρη σαν μπεσαμέλ και μόνο κάτι ίχνη μαρτυρούσαν για τους πρωινούς ήρωες που πήγαν για δουλειά. Πιάνει το μάτι της μια κίνηση, γυρνάει και γελάει μόνη της: Η γάτα της κυρίας Αννούλας, ο Λέοντας, έκανε σούζες στο χιόνι πότε έθαβε το κεφάλι του, πότε ξεφύτρωνε πάλι, λες και βγήκε να βεβαιωθεί αν όντως χιονίζει. Ο Λέοντας ήταν τόσο ανεξάρτητος που ούτε καν για την ανάγκη του δεν άντεχε μέσα. Και οι φωνές του αν δεν του άνοιγε κάποιος, ακούγονταν ως τη Λιοσίων. Το καλό το ζωντανό, ούτε μία φορά δεν τα 'κανε στα σπίτι πάντως.

Προχτές, κατεβαίνοντας να πάρει τον Μάξιμο από το νηπιαγωγείο, η Ελεάννα είχε δει τον Λέοντα να συνοδεύει την κυρά Αννούλα φωνασκώντας.

Πήγαινε, πήγαινε, θα μου πεις κι εσύ τα δικά σου! Για κοίτα τι αφεντικό έβγαλα! της είπε κι έσκυψε να της μιλήσει όταν πέρασαν.

Καλησπέρα, κυρία Άννα! Σας μπέρδεψε για υπηρέτριά του!

Α, είναι σοβαρός άνδρας αυτός, Ελεάννα μου! Κισμέτ φαίνεται να μεγαλώνω σοβαρούς αρσενικούς…

Η Ελεάννα χαμογέλασε. Τι να της πει; Ο γιος της κυρά Αννούλας, ο Μανώλης, ήταν τέτοιος: σοβαρός, έξυπνος, με χιούμορ, αν και τον θεωρούσαν αόρατο στο σχολείο ψηλός, αδύνατος, με τα γυαλάκια του, κομψός όχι ο τύπος που έπαιρνε όλη την προσοχή στα κορίτσια. Η Ελεάννα τον ήξερε από τότε που θυμάται τον εαυτό της. Και εκείνος το ίδιο. Όταν την έχασε η μαμά της, ο Μανώλης την στήριξε χωρίς περιττές φιοριτούρες. Ήταν δέκα χρονών.

Η μαμά της, η Ιωάννα, την χτύπησε αυτοκίνητο στη διάβαση. Από τότε, η Ελεάννα είχε πάθει μπλακ-άουτ: δεν μιλούσε, μόνο έκλαιγε κι έκλεινε την πόρτα όταν την προσέγγιζαν. Ο παιδοψυχολόγος σήκωσε τα χέρια ψηλά: Κάτι, κάντε επειγόντως! Ο Μανώλης ήρθε κι έμεινε κυριολεκτικά μαζί της. Η κυρία Άννα τη λυπόταν πολύ, όπως και η γειτονιά. Έφερναν φαΐ, κάθονταν με το κορίτσι, όταν ο πατέρας της, ο Τρύφωνας, έπρεπε να φύγει. Έτσι, κανείς δεν μιλούσε, όταν ο Μανώλης παρέμενε πάνω από μία μέρα της έκανε μαθήματα, της διάβαζε φωναχτά, την πήγαινε στις πρόβες για χορό ένδειξη της μαμάς της για να είναι η Ελεάννα γερή και χαρούμενη.

Σιγά-σιγά ξεθάρρεψε. Τότε βρήκαν έναν μικροσκοπικό γατούλη στον δρόμο και τον κουβάλησαν στην κυρά Αννούλα. Για πρώτη φορά η Ελεάννα μίλησε ξανά. Κυρία Άννα, έχεις λίγο γάλα να τον ταΐσουμε; Πίσω από την πλάτη της, η κυρά Αννούλα σταυροκοπήθηκε: Παναγία μου, συνήλθε! Ο γάτος έμεινε στον Μανώλη ο Τρύφωνας ασθμαίνει μόνο και στη σκέψη γούνας.

Η φιλία τους ήταν σαν οικογενειακό δώρο στις ζωές τους, μοναχοπαίδια και οι δύο, δεν χρειάζονταν λόγια να καταλάβουν ο ένας τον άλλο ημιτελείς φράσεις, μισόβλεπες ματιές. Οι μεγάλοι τα έβρισκαν περίεργα αυτά. Αλλά κανείς δεν ανακατευόταν.

Τα πρώτα σύννεφα ήρθαν στην εφηβεία. Η Ελεάννα έγινε όμορφη, κοινωνική, με γκελ στα αγόρια ο Μανώλης το παρατηρούσε σιωπηρά. Μόλις όμως εμφανίστηκε ο Σωτήρης.

Η γνωριμία ήταν επεισοδιακή: ψιλογλίστρησε στις σκάλες του κλειστού όπου έκανε ενόργανη.

Κορίτσι μου, είσαι καλά; Να σε βοηθήσω; Αυτές οι σκάλες είναι παγοδρόμιο! την ρώτησε κλασικός ωραίος. Εκεί τον πρωτοείδε και για πρώτη φορά κατάλαβε τι θα πει έρωτας με την πρώτη ματιά, όσο κι αν το κορόιδευε μέχρι τότε.

Χάθηκα, Μανώλη Απλά χάθηκα! είναι ο τέλειος

Ο τέλειος, ε; έκανε στριφνομούρης ο Μανώλης, αλλά η Ελεάννα χανόταν στα σύννεφα.

Εκείνη κι ο Σωτήρης ήταν μαζί τρία χρόνια. Ώσπου μεγάλωσαν και παντρεύτηκαν. Τότε η Ελεάννα ενώ δοκίμαζε νυφικό, γκρίνιαζε πώς γίνεται να επιβάλλουν κουμπάρες ενώ θα ήθελε τον Μανώλη; Η μοδίστρα νόμιζε ότι έβλεπε παλιά ελληνική ταινία!

Τα πρώτα χρόνια τα θυμόταν σαν γρήγορη στροφή: πότε πρόλαβε να μην καταλαβαίνει τι τη χαλούσε στον Σωτήρη; Μεγαλωμένη με σερίφη-φίλο πίστευε πως θα την προσέχουν πάντα, αλλά άλλο παραμύθι, άλλος δράκος και πριγκίπισσα.

Τα πρώτα καμπανάκια ήρθαν όταν, μετά το γάμο, αρρώστησε μια απλή αμυγδαλίτιδα έγινε υπόθεση υγείας. Της πρότειναν έξτρα εξετάσεις ο Σωτήρης αγανακτούσε:

Ωχ, νισάφι με τα γιατροσόφια. Τα λεφτά είναι για τη Μύκονο το καλοκαίρι, όχι για τσεκ-απ. Είσαι μικρή, τι γέρνεις; Μόνο να τα ρπάξουν θέλουν!

Έπαθε σοκ η Ελεάννα. Μίλησε μόνο ο πατέρας της: ήσυχα, πλήρωσε τα πάντα, και κράτησε σημειώσεις.

Χρειάστηκε σχεδόν χρόνο για να το ισορροπήσει. Είχε πια καρδιακά θέματα όταν έμεινε έγκυος, την χαρακτήρισαν κίνδυνο.

Κοιτάξτε το σοβαρά. Αντέχετε; της είπε η γιατρός προσεκτικά.

Γέννα θα κάνω, τέλος.

Εντάξει, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε.

Τα κατάφεραν. Τους τρεις τελευταίους μήνες πήγε σε κλινική. Ο Μάξιμος γεννήθηκε μια χαρά μόνο η Ελεάννα, ο πατέρας της και ο Μανώλης ήξεραν ακριβώς το κόστος. Ο Σωτήρης, όταν έμαθε τα καλά νέα, το γιόρτασε τρεις μέρες εξαφανισμένος με κλειστό κινητό!

Ο μόνος λόγος που δεν χώρισαν απευθείας, ήταν η αστεία λατρεία του Σωτήρη στο Μάξιμο. Έβλεπε το παιδί σαν θησαυρό και ήταν, κατά διαστήματα, ο καλύτερος μπαμπάς ever. Διάλειμμα, όμως: μερικές μέρες ορμούσε στον ρόλο Άρη Βελουχιώτη της πατρότητας, άλλες τον ενοχλούσε ο θόρυβος του μικρού. Μια έτσι, μια αλλιώς κουράστηκαν κι οι δυο.

Η σχέση τους έγινε μαθηματικό σχήμα: δύο παράλληλοι, ποτέ δεν συναντιούνταν. Εν τω μεταξύ, ο Μάξιμος αρρώσταινε συνεχώς, η Ελεάννα έτρεχε σε γιατρούς και έκανε τα πάντα μόνη της. Ο Τρύφωνας, που τα έβλεπε αυτά, την έμαθε να οδηγεί και της πήρε ένα ταπεινό Σιτροενάκι να μην εξαρτάται.

Τα έξοδα τα έφερνε πλέον ζόρικα: ο Σωτήρης τα έριχνε όλα στη δουλειά του και ο μισθός της Ελεάννας μετά βίας έφτανε στα αναγκαία, αφού μια στον παιδίατρο, μια στον καρδιολόγο να ζήσεις.

Ο πατέρας της την στήριζε ήσυχα και μόνο μια φορά, όταν η Ελεάννα έπεσε κάτω από την κούραση, μετά από τέσσερις μέρες με τον Μάξιμο με πυρετό, της είπε απλά:

Ελεανάκι, λόγια και συμβουλές από μένα μην περιμένεις. Ξέρεις όμως ότι είμαι εδώ.

Ευχαριστώ, μπαμπά. Το ξέρω. Απλά δεν είμαι έτοιμη ακόμη. Όταν θα ρθει, θα το πω μόνη μου.

Στο μεταξύ, ο Μανώλης ήταν πάντα εκεί. Αγοράζει φάρμακα, τρέχει για γιατρούς αν χαλάει το αυτοκίνητο, μέχρι και τον Λέοντα στο σέρβις να έχει να πάει, ο Μανώλης το αναλάμβανε. Η Ελεάννα έπιανε τον εαυτό της να βασίζεται υπερβολικά πάνω του, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.

Την ίδια σκέψη είχε και τώρα: ο Μανώλης επιστρέφει από Θεσσαλονίκη να τον έχει για ώρα ανάγκης, γιατί το αυτοκίνητό της πάλι τα έπαιξε και λεφτά για καινούργιο, μηδέν. Τουλάχιστον είχαν το σπίτι του μπαμπά, ενώ ο ίδιος είχε μετοικήσει μόνιμα ένα εξοχικό στην Πεντέλη, μακριά από την πόλη, με γαλήνη και καθαρό αέρα.

Η Ελεάννα κοιτάζει το ρολόι, καλεί το ιατρείο, ευτυχώς η παιδίατρος επέστρεψε από άδεια, ήρθε αμέσως.

Ετοιμάζει πρωινό. Ο Μάξιμος τελευταία, στα αρρωστιάρικα, το βρίσκει ρόκ να τρώει τηγανίτες με μερέντα. Γι αυτό φτιάχνει, και στον Σωτήρη του αρέσουν δεν θα γκρινιάξει τουλάχιστον.

Μίλησες με τον πατέρα σου; ακούγεται ο Σωτήρης ιδρωμένος στην είσοδο της κουζίνας.

Όχι ακόμη.

Πόσο θα το τραβάς; Εγώ πληρώνω το σπίτι, αλλά το θέμα δικό σου, έτσι; Όλο ζητάς. Να δεις εσύ με παιδί ποιος θα σε πάρει! Εγώ έξτρα δουλειά, εσείς έξτρα έξοδα. Μόνο να ζητάς, αυτό ξέρεις!

Η Ελεάννα απόμεινε να τον ακούει, αλλά το μυαλό της είχε αποσυντονιστεί. Εκεί ακριβώς, άκουσε καθαρά να σπάει μια χορδή μέσα της. Αυτή που ακόμα τους κρατούσε δεμένους οι πρώτες εβδομάδες, τα φιλιά, ο γάμος, το παιδί.

Αφησε αργά τη σπάτουλα στο πλάι, τον κοίταξε σοβαρά και είπε:

Μια φορά θα σου το πω μόνο, Σωτήρη, να με ακούσεις: Σήμερα θα μαζέψεις τα πράγματά σου και θα φύγεις. Παίρνουμε διαζύγιο. Το μαζί εμάς δεν μας πάει, και το βλέπεις κι εσύ, δεν είμαι χαζή. Δεν θα αναλωθούμε σε λογαριασμούς ποιος πλήρωνε τι. Να σκεφτούμε τον Μάξιμο μόνο. Να έχει δυο γονείς, κι ας μη ζούμε χώρια.

Ο Σωτήρης κοκάλωσε, κάτι πήγε να πει, παράτησε το πιρούνι.

Αυτά είναι παραλήρημα. Άκου να δεις, μέχρι το βράδυ άλλα σκέψου. Εγώ φεύγω για δουλειά.

Δεν έχει άλλα. Το χω αποφασίσει, και πια γνωρίζεις τι σημαίνει αυτό.

Τα χεις χαμένα Μόνη σου, με παιδί; Καλή τύχη! Θα είμαι στους δικούς μου.

Ό,τι πεις. Δάκρυα ήρθαν στα μάτια της, αλλά δεν λύγισε.

Βγήκε, χτύπησε την πόρτα. Η Ελεάννα κάθισε και άφησε τα δάκρυά της να τρέξουν όσο ο Μάξιμος κοιμόταν. Όταν εκείνος πάτησε δειλά τα πατουσάκια του προς την κουζίνα, τα σκούπισε και έστησε ένα τεράστιο χαμόγελο.

Για, ο πιο γρήγορα-να-γίνει-καλά-παιδί του κόσμου! Πεινάς;

Δε πεινάω πολύ, μαμά. Πονάει λίγο και το κεφαλάκι…

Οι τηγανίτες βοηθάνε, είσαι σίγουρος;

Ναι! Με μαρμελάδα!

Εννοείται!

Ήρθε η γιατρός, της έγραψε αγωγή. Όσο η Ελεάννα φτιάχνει το αντιπυρετικό, χτυπάει η πόρτα μόνο ο Μανώλης χτυπάει έτσι, ποτέ δεν χρησιμοποιεί κουδούνι. Δικός τους ο κώδικας.

Γεια σου!

Γεια! Πώς τα πάτε εδώ;

Ο Μανώλης με δώρο, αυτοκινητάκι για τον Μάξιμο. Η Ελεάννα σκέφτηκε πως δεν θυμόταν πότε ο Σωτήρης πήγε τελευταία φορά δώρο στο παιδί. Πάντα εκείνη ή ο Μανώλης του έφερναν.

Ο μικρός πάλι άρρωστος. Θα τον προσέχεις λίγο να πεταχτώ στο φαρμακείο;

Άστο, να πάω εγώ, έχεις λίστα;

Του την έδωσε. Μόλις πέρασε την πόρτα, χτύπησε το τηλέφωνο.

Η κυρία Ελεάννα Τρύφωνος;

Ναι.

Από το Σωτηρία σας καλούμε. Ο πατέρας σας εισήχθη.

Τι; Τι έγινε;

Εμφραγμα. Η κατάστασή του παραμένει κρίσιμη.

Έρχομαι αμέσως.

Η Ελεάννα αλαφιασμένη, φοράει ό,τι βρει. Πριν καλά-καλά καταλάβει τι γίνεται, παίρνει τον Σωτήρη.

Σωτήρη ο μπαμπάς

Τι; Μήπως άλλαξες γνώμη τώρα;

Είχε έμφραγμα.

Ε και; Τι να σου κάνω εγώ τώρα; Εσύ δεν θες να ζούμε μαζί, έτσι δεν είναι;

Έκλεισε το τηλέφωνο μη πιστεύοντας στ αυτιά της.

Ο Μανώλης είχε επιστρέψει ήδη. Μπήκε και την είδε με το παλτό στο χέρι.

Πού πας;

Ο μπαμπάς στο νοσοκομείο. Έμφραγμα.

Καμία άλλη εξήγηση δεν χρειάστηκε. Ο Μανώλης ειδοποίησε τη μητέρα του, να μείνει στον Μάξιμο, και έφυγαν μαζί για το νοσοκομείο.

Έμειναν ώρες αναμονής. Κάθισαν δίπλα δίπλα σιωπηλοί, ώσπου η Ελεάννα ψιθύρισε:

Να σαι καλά που είσαι εδώ Τελικά, όταν λέμε οικογένεια αυτό εννοούμε.

Θα είμαι πάντα κοντά σου.

Το ξέρω, Μανώλη τώρα το κατάλαβα.

Ο γιατρός βγήκε μετά από ώρα, η Ελεάννα είχε γείρει στον ώμο του Μανώλη και κοιμόταν. Ο Μανώλης την ξύπνησε προσεκτικά.

Τον μεταφέραμε σε θάλαμο. Θέλει αποκατάσταση, αλλά το χειρότερο πέρασε. Πηγαίνετε σπίτι, θα δείτε αύριο τις ώρες επισκεπτηρίου.

Η Ελεάννα αγκάλιασε σφιχτά τον Μανώλη κι έκλαψε γλυκά αφήνοντας έξω κάθε λύπη που μάζεψε τόσο καιρό.

Oceń artykuł
Πάντα θα είμαι δίπλα σου