Ο Ύστερος Ξεσηκωμός

Αργοπορημένη Επανάσταση

Καταλαβαίνεις τι κάνεις; η φωνή της Λήδας ήταν ήρεμη, σχεδόν άχρωμη κι ακριβώς αυτή η ψυχραιμία ήταν πιο τρομακτική κι από φωνές και θυμούς. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό για όλους μας;

Η Μαρία στεκόταν στο παράθυρο και κοιτούσε στη βροχή. Έξω μούσκευε μια γκρίζα αθηναϊκή μέρα, κι οι περαστικοί βιαστικοί κάτω από ομπρέλες, δε νοιάζονταν για τίποτα και κανέναν.

Καταλαβαίνω τι σημαίνει για μένα, είπε στο τέλος.

Για σένα, επανέλαβε η Λήδα το «σένα» λες και το ζύγιζε στη χούφτα της. Πάντα έτσι είσαι: για σένα. Εμείς;

Είστε μεγάλοι άνθρωποι.

Μαμά, είσαι εξηνταένα.

Ξέρω πόσο είμαι.

Η Λήδα κάθισε στον παλιό καναπέ. Καναπές από την προηγούμενη ζωή τους, που πάντα έλεγε η Μαρία πως θα τον αλλάξει κι όλο αναβάλλει. Από συνήθεια. Από λύπηση. Σα να ναι να πετάς κάτι ζωντανό.

Σκέφτηκες τι θα πει ο κόσμος; ρώτησε η κόρη της.

Όχι, απάντησε η Μαρία. Δεν το σκέφτηκα.

Ήταν αλήθεια.

***

Όλα άρχισαν τον Μάρτιο, όταν η Μαρία Παπαδοπούλου, πρώην φιλόλογος γλώσσας και λογοτεχνίας και τώρα συνταξιούχος με μικρή δουλειά σε παιδικό εργαστήρι στη δημοτική βιβλιοθήκη, πήγε για το Σαββατοκύριακο στη φίλη της, στη Ναύπακτο.

Η φίλη της, η Ειρήνη Μανωλά, έμενε εκεί οκτώ χρόνια τώρα. Μετά τον θάνατο του άντρα της, αγόρασε μικρό σπίτι στα περίχωρα, έφτιαξε κήπο και, όπως έλεγε, άρχισε να ανασαίνει. Η Μαρία πήγαινε σχεδόν κάθε χρόνο, καλοκαίρι. Εκείνη τη φορά, όμως, κάτι μέσα της την έσπρωξε να πάει χειμώνα, τώρα.

Η Ναύπακτος τον Μάρτη ήταν πικρή κι ήσυχη. Σκάρες χιόνι ακόμα στους λόφους, οι πορτοκαλιές ανθισμένες, θάλασσα θολή. Η Μαρία προχωρούσε στα στενά και σκεφτόταν πόσο καιρό είχε να νιώσει τόση σιγή. Όχι κενό, σιγή. Άλλη αίσθηση, που κατάλαβε μόλις εκεί.

Η Ειρήνη τη συνάντησε με παλιές παντόφλες και παλτό.

Επιτέλους ήρθες, της είπε. Έχω ζεστάνει μπιφτέκια.

Καθόντουσαν στην κουζίνα, πίναν τσάι, κι η Ειρήνη της έλεγε για τον κήπο, τη γειτονιά, για το ότι σκέφτεται να αγοράσει κατσίκα.

Κατσίκα; φρύδια σηκωμένα η Μαρία.

Ε, ναι, φρέσκο γάλα, τυρί δικό μου, δεν είναι δύσκολο, διάβασα.

Ειρήνη, κατσίκα από κοντά δε θυμάμαι να χεις δει ποτέ.

Τόσο το καλύτερο, γελούσε η Ειρήνη, ξανά γέμιζε τις κούπες. Εσύ πώς είσαι; Καθόλου γκρίζα έχεις γίνει. Συγγνώμη, αλλά αλήθεια.

Η Μαρία κοίταζε τα χέρια της. Κοινά χέρια, με φλέβες ορατές, όχι πια νεανικά.

Είμαι καλά.

«Καλά» δεν είναι απάντηση. Έγινε κάτι;

Τίποτα, όπως πάντα.

Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα, είπε η Ειρήνη. Το πάντα όπως πάντα.

Η Μαρία σώπασε. Έξω σκοτείνιαζε, ένα φανάρι άναβε στη γειτονιά.

Την άλλη μέρα η Ειρήνη την πήγε στη λαϊκή. Όχι σούπερ μάρκετ, στην κανονική, με πάγκους, γιαγιάδες που πουλάνε χόρτα, κάλτσες, τουρσιά. Στον πάγκο με τα αποξηραμένα μανιτάρια, η Μαρία είδε τον Νίκο.

Δεν τον αναγνώρισε αμέσως. Είχαν περάσει ίσως τριανταπέντε χρόνια και φαινόταν άλλος. Αλλά ήταν κάτι στον τρόπο που στεκόταν, στα χέρια στις τσέπες του. Σταμάτησε.

Σταμάτησε κι αυτός.

Μαρία; διστακτικός.

Νίκο.

Αυτό μόνο είπαν στην αρχή. Έπειτα η Ειρήνη διακριτικά πήγε αλλού, κι αυτοί δύο στέκονταν στη μέση της αγοράς, μέσα σε αέρα από μανιτάρια και δρομισμένη γη.

Εδώ μένεις; ρώτησε η Μαρία.

Δεύτερη χρονιά. Εσύ;

Επισκέπτρια. Στη φίλη ήρθα.

Μάλιστα.

Σιωπή. Όχι δύσκολη ήξεραν και οι δύο πως είχαν χρόνο.

Δεν άλλαξες, λέει ο Νίκος.

Ψέματα.

Ελάχιστα.

Η Μαρία γέλασε, απρόσμενα.

***

Ο Νίκος Γιαννακόπουλος ήταν συμφοιτητής της. Ούτε φίλος, ούτε έρωτας, απλώς πέντε χρόνια στο ίδιο Παιδαγωγικό. Μετά, χωρίστηκαν όπως όλοι. Αυτός έφυγε για άλλη πόλη, εκείνη έμεινε Αθήνα, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά. Κάτι είχε ακούσει από κοινούς γνωστούς ότι είχε παντρευτεί κι αυτός, είχε κόρη. Μέχρι εκεί.

Και να που τώρα, τον βλέπει στον πάγκο με τα μανιτάρια.

Δώσανε ραντεβού το βράδυ σ ένα μικρό καφέ στην πλατεία. Η Ειρήνη το πήρε εντελώς φυσιολογικά.

Πήγαινε, βρε, είπε. Εγώ έχω να δω σειρά. Και μην κοιτάς έτσι, δεν κανονίζω.

Δεν νομίζω.

Νομίζεις. Απλώς πήγαινε.

Καθόντουσαν στο μισοάδειο μαγαζί. Ξύλινα τραπεζάκια, φωτογραφίες παλιάς Ναυπάκτου στους τοίχους, φώτα ζεστά. Πήραν τσάι και μηλόπιτα. Μιλούσαν για παλιούς γνωστούς, το πανεπιστήμιο, γελούσαν με μνήμες που τότε έμοιαζαν σημαντικές.

Μετά της είπε:

Η γυναίκα μου πέθανε τρία χρόνια πριν.

Συγγνώμη, λέει η Μαρία.

Δεν πειράζει. Ξέρεις… μαθαίνεις να ζεις αλλιώς.

Σε καταλαβαίνω.

Εσύ;

Η Μαρία το σκέφτηκε. Ο άντρας της, ο Ανδρέας, την άφησε πριν εννέα χρόνια για άλλη γυναίκα. Ούτε εξήγησε. Ήρθε μια μέρα και είπε «έτσι τα φερε η ζωή». Τότε η Μαρία αναρωτιόταν τι δεν έκανε σωστά, τι έφταιξε, γύριζε τα χρόνια σαν κομποσκοίνι. Στο τέλος κουράστηκε και έζησε. Τα παιδιά, τα εγγόνια, το εργαστήρι στη βιβλιοθήκη, η Ειρήνη στη Ναύπακτο.

Άλλοτε έτσι, άλλοτε αλλιώς, είπε.

Εκείνος έγνεψε, δεν ρώτησε παραπάνω. Ήταν κι αυτό ανακούφιση.

***

Γύρισε Αθήνα νομίζοντας πως ήταν απλή τυχαία συνάντηση. Συμβαίνει.

Μια βδομάδα μετά, ο Νίκος της έγραψε μήνυμα. Το βρήκε μέσω Ειρήνης. «Καλησπέρα. Πώς γύρισες;»

Απάντησε. Άρχισαν να ανταλλάσουν μηνύματα. Στην αρχή σπάνια, μετά καθημερινά. Περίεργο για τη Μαρία, που ποτέ δεν κοίταζε το κινητό. Η Λήδα της μάλωνε ότι δεν απαντάει, ότι διαβάζει και δεν γράφει τίποτα για ώρες. Τώρα η ίδια περίμενε τα sms του.

Έγραφε απλά, χωρίς υπερβολές. Για τη ζωή του στη Ναύπακτο, τη δουλειά στη συντήρηση παλιών εικόνων, για τα μικρά του. Ρωτούσε για τη βιβλιοθήκη, τα παιδιά. Φωτογραφίες έστελνε: μια λευκή εκκλησία στον ήλιο, μια γάτα στον πάγκο, μια κούπα τσάι στο παλιό τραπέζι.

Η Λήδα το κατάλαβε μετά από μήνα.

Μαμά, κάθεσαι με το κινητό.

Διαβάζω.

Εσύ πάντα έλεγες χαλάνε τα μάτια με τα κινητά.

Έκανα λάθος.

Η Λήδα την κοίταξε παράξενα, δεν είπε τίποτα.

Τον Απρίλη, ο Νίκος πρότεινε να περάσει από Αθήνα.

Έχω δουλειά σε εργαστήριο αποκατάστασης. Θα μπορούσαμε να βρεθούμε, αν δεν έχεις αντίρρηση.

«Αν δεν έχεις αντίρρηση». Η Μαρία χαμογέλασε στη σοβαρότητα.

Έλα, του στειλε.

Συναντήθηκαν στο Θησείο, όπου ο Ιλισός σμίγει με τον Κηφισό. Έπνεε βαρδάρης κρύος αλλά η μέρα είχε πια φως ανοιξιάτικο. Η Μαρία φόρεσε το καλό γκρι παλτό, δυο χρόνια το είχε, σπάνια το έβαζε.

Εκείνος την περίμενε στο κάγκελο, κοίταζε το ποτάμι. Στάθηκε δίπλα της, χέρια πάλι τσέπες.

Γεια σου, λέει.

Γεια.

Περπάτησαν την παραλία. Κουβέντα για τη συντήρηση, για τη βιβλιοθήκη. Η Μαρία διηγήθηκε πώς ένα οχτάχρονο παιδί έγραψε έκθεση ότι τα βιβλία είναι «παράθυρο ανάποδο κοιτάς μέσα σου». Ο Νίκος σταμάτησε.

Είναι ακριβές αυτό, είπε. Οχτώ χρονών, λες;

Ναι. Χαρισματικό αγόρι.

Καλή δουλειά κάνεις με τα παιδιά. Το καταλαβαίνεις.

Πώς; Δεν το χεις δει.

Το καταλαβαίνω γιατί μιλάς έτσι όπως μιλάνε όσοι νοιάζονται.

Η Μαρία τον κοίταξε, εκείνος το ποτάμι.

Ύστερα, καφέ σε μικρό μαγαζί. Και σιγά-σιγά, κάτι μέσα της ξύπνησε: συζήτηση χωρίς βιασύνη, χωρίς να χει να λογοδοτήσει.

Αποχαιρετώντας, της είπε:

Θα ήθελα να ξανάρθω. Αν επιτρέπεται.

Επιτρέπεται.

***

Η Λήδα το έμαθε Μάιο. Όχι απ τη Μαρία έτυχε ν απαντήσει στο κινητό όταν η μητέρα αργούσε, κι εκείνη όταν την πήρε, ήταν αφηρημένη.

Πού ήσουν;

Έξω.

Μόνη;

Παύση, μικρή, αλλά η Λήδα έπιανε τις σιωπές.

Όχι.

Κι άρχισε ο διάλογος πρώτα ανιχνευτικός, ύστερα αιχμηρός.

Ποιος είναι; ρώτησε η Λήδα.

Συμφοιτητής. Σου χα πει στη Ναύπακτο.

Είχες πει ότι συνάντησες κάποιον γνωστό.

Αυτόν.

Μαμά, εσύ…

Ξέρω πόσο είμαι, Λήδα.

Σιωπή.

Τι σημαίνει αυτό, απλώς βγαίνετε μαζί;

Για την ώρα ναι.

«Για την ώρα», επανέλαβε η Λήδα.

Η Μαρία δεν εξήγησε. Κάποια πράγματα δύσκολα εξηγούνται, όχι επειδή δεν γίνεται, αλλά επειδή οι λέξεις δεν χωρούν.

Ο γιος, ο Σπύρος, αντέδρασε αλλιώς. Ζούσε στη Θεσσαλονίκη με γυναίκα, δυο παιδιά. Όταν η Μαρία του είπε πως γνώρισε κάποιον, απλώς ρώτησε:

Καλός άνθρωπος είναι;

Καλός.

Καλά, είπε ο Σπύρος.

Τίποτα άλλο. Η Μαρία το σκεφτόταν: είναι καλύτερο έτσι, ή όπως της Λήδας; Δεν απάντησε.

***

Το καλοκαίρι κύλησε με νέους ρυθμούς. Ο Νίκος ανέβαινε Αθήνα, εκείνη στη Ναύπακτο. Περπατούσαν σε αγορές, μουσεία, καφέδες. Μια φορά της έδειξε το εργαστήρι μικρό, φως απ τα παράθυρα, μυρωδιά λαδιού και ξύλου. Οι εικόνες στους τοίχους, κάποιες σχεδόν άμορφες από τη φθορά, κάποιες ζωντανές πια.

Δεν φοβάσαι να αγγίζεις τόσο παλιά πράγματα; τον ρώτησε.

Όχι, είπε. Είναι ωραίο, να ξέρεις πως ήταν πριν κι ίσως υπάρχει και μετά.

Πιστεύεις σε κάτι;

Σκέφτηκε.

Δεν ξέρω πώς να το πω. Νιώθω ότι έχει αξία όχι γιατί το λέει κάποιος, επειδή το νιώθω εγώ.

Η Μαρία κοίταξε μια εικόνα που συντηρούσε. Γαλήνιο πρόσωπο, φωτεινό.

Ο άντρας μου, όταν δούλευα στο εργαστήρι, έλεγε πως είναι χαμένος κόπος, τζάμπα λεφτά.

Κι εσύ;

Νόμιζα πως έχει δίκιο. Πέρασε καιρός να μην το νομίζω.

Ο Νίκος δεν είπε τίποτα. Την κοίταξε και το κατάλαβε.

Το βράδυ, σπίτι του, ήσυχη, πρώτη φορά. Η Λήδα όταν η Μαρία έλειπε στη Ναύπακτο, σχεδόν δεν τηλεφωνούσε. Ήταν μια σιωπή επιδεικτική. Ενώ η εγγονή, η Κατερίνα, οχτώ χρονών, μια φορά τη ρώτησε:

Γιαγιά, θα γυρίσεις;

Και η φωνή της

Η Μαρία το ένιωσε σαν τσίμπημα. Οικείο, αλλά τώρα μικρότερο.

Σκέφτηκες να μετακομίσεις; ρώτησε ο Νίκος.

Πού;

Εδώ. Στη Ναύπακτο. Ή κάπου αλλού. Απλά να φύγεις.

Μιλούσε δειλά.

Μου το προτείνεις;

Όχι. Απλά αναρωτιέμαι αν το σκεφτόσουν ποτέ.

Η Μαρία το σκέφτηκε.

Όχι πιο πρόσφατα. Παλιά μόνο. Μου φαινόταν αδύνατο.

Γιατί αδύνατο;

Παιδιά, εγγόνια, σπίτι, βιβλιοθήκη. Εδώ η ζωή μου.

Τα παιδιά είναι μεγάλα.

Δεν αλλάζει τίποτα.

Συμφώνησε.

Έχεις δίκιο. Απλώς ρώτησα.

«Απλώς ρώτησα». Η ερώτηση ρίζωσε μέσα της δεν έφευγε.

***

Τον Αύγουστο η Λήδα ήρθε με τον πρωινό προαστιακό. Όχι για γιορτή, έτσι σκέτως, με βαλίτσα και σφιγμένα χείλη.

Τσάι, σιωπές, βλέμμα παράθυρο.

Το εννοείς; ρώτησε.

Ποιο πράγμα;

Ό,τι συμβαίνει με αυτόν γενικά.

Δεν ξέρω, ειλικρινά η Μαρία.

Μαμά. Δεν σου φαίνεται περίεργο; Σε αυτή την ηλικία;

Σε ποια, τη δική σου ή τη δική μου;

Στη δική μας. Στην ηλικία της οικογένειας. Ο μπαμπάς ζει ακόμα, αυτό

Ο μπαμπάς ζει με άλλη γυναίκα εννιά χρόνια, Λήδα.

Αυτό δεν αναιρεί ότι ήσασταν τριάντα χρόνια μαζί.

Μα το αναιρεί, είπε η Μαρία. Το αλλάζει πλήρως.

Η Λήδα μάζεψε τη φλιτζάνα.

Τι θα πεις στην Κατερίνα; Τι θα καταλάβει;

Είναι οχτώ χρονών.

Γι αυτό ακριβώς, τα καταλαβαίνουν όλα.

Θα καταλάβει ό,τι της εξηγήσουμε.

Κι αν ρωτήσει;

Η Μαρία την κοίταξε. Φοβερή ομοιότητα με τον πατέρα της, στη γραμμή στόματος, στα φρύδια. Κάποτε εύρισκε αυτή την ομοιότητα τρυφερή. Τώρα αισθανόταν πως έκρυβε κάτι άλλο.

Θα της πούμε ότι γνώρισα έναν άνθρωπο καλό. Πως αυτό αρκεί.

Και μετά;

Βλέπουμε.

«Βλέπουμε» έτσι απαντάς πάντα όταν αποφεύγεις συζήτηση.

Όχι, αντέτεινε η Μαρία. Το λέω όταν δεν ξέρω το μετά. Ειλικρίνεια.

Μεγάλη σιωπή. Και μετά:

Φοβάμαι μην το μετανιώσεις.

Κι αν το μετανιώσω που δεν το δοκιμάσω;

Η κόρη γύρισε.

Αυτό είναι φιλοσοφία. Δεν με βοηθάει.

Ούτε κι εμένα με βοηθά πάντα, είπε η Μαρία. Έτσι όμως νιώθω.

Έφυγε με τον απογευματινό προαστιακό. Αγκαλιάστηκαν δυνατά. Η Μαρία κατάλαβε την ταυτόχρονη ζέστη και ένταση. Σαν να κρατιόντουσαν κι οι δυο από κάτι που φοβούνται ότι σπάει.

***

Ο Σεπτέμβρης ήρθε ψυχρός. Εδώ και έξι χρόνια είχε βγει στη σύνταξη, αλλά το εργαστήρι της βιβλιοθήκης κρατούσε ρυθμό στη Μαρία. Τα παιδιά ερχόντουσαν Τρίτη και Παρασκευή, διάβαζαν, ζωγράφιζαν, έπαιζαν θέατρο. Μια μικρή αίθουσα με ραφάκια και μαξιλάρες στο πάτωμα.

Η υπεύθυνη βιβλιοθήκης, η κυρία Σαββίδου, εξηνταπέντε χρονών, ήξερε για τον Νίκο, όχι επειδή της είπε κάτι, το βλεπε: η Μαρία είχε αλλάξει. Περισσότερο… μέσα της, όχι προς τα έξω.

Κάτι γίνεται μ εσένα, είπε μια μέρα η κυρία Σαββίδου. Ξεκάθαρα, χωρίς ερωτηματικό.

Γίνεται, παραδέχτηκε η Μαρία.

Καλό είναι;

Δεν ξέρω ακόμη.

Και πειράζει; της απαντά. Τουλάχιστον γίνεται κάτι, γιατί έτσι όπως πάμε, είμαστε σαν ποτάμια που τρέχουν χωρίς προορισμό.

Η Μαρία γέλασε.

Τον Σεπτέμβρη της πρότεινε ο Νίκος εκδρομή στο Μεσολόγγι έκθεση χειρόγραφων παλιών, στην τοπική γκαλερί. Κλείσανε δύο ξεχωριστά δωμάτια σε μικρό ξενοδοχείο, αγόραζαν βόλτες, επισκέφθηκαν μουσεία, περίπατοι βραδινοί. Σε ένα εστιατόριο κοντά στη λιμνοθάλασσα, της είπε:

Θέλω να ξέρεις κάτι.

Τι;

Δεν βιάζομαι. Ούτε πιέζω. Αν νιώθεις πίεση, δεν είναι από μένα.

Η Μαρία τον κοίταξε.

Ξέρω.

Θέλω να το πάρεις κυριολεκτικά. Είμαι εξήντα τριών. Δεν έχω ανάγκη να γίνουν πράγματα, να απογοητευτώ αν δεν. Χαίρομαι που είσαι εδώ.

Δεν απάντησε αμέσως. Έξω μαύρη λιμνοθάλασσα, φώτα στην άλλη μεριά.

Είναι δύσκολο να το δεχτείς, είπε.

Γιατί;

Γιατί έμαθα ότι πίσω απ τα λόγια πάντα κάτι κρύβεται προσδοκία, όρος.

Εδώ όχι.

Ξέρω. Απλώς άλλος τρόπος έμαθα.

Συμφώνησε. Ήπιαν το κρασί, περπάτησαν. Η Μαρία ανέβασε τον γιακά. Δεν την κράτησε, απλώς περπατούσε δίπλα της και ήταν σωστό.

***

Ο Οκτώβρης έφερε τη συζήτηση που φοβόταν και περίμενε η Μαρία.

Τηλεφώνησε η ίδια στη Λήδα και, πριν προλάβει να διακόψει η κόρη, λέει:

Θέλω να ξέρεις πως ο Νίκος μου πρότεινε να μείνω μαζί του στη Ναύπακτο. Το σκέφτομαι.

Η σιωπή μακρά.

Το εννοείς.

Ναι.

Τον ξέρεις εφτά μήνες.

Οχτώ.

Μαμά! Οχτώ μήνες; Καταλαβαίνεις τι κάνεις;

Καταλαβαίνω. Οχτώ μήνες.

Δεν είναι τίποτα! Δεν τον ξέρεις!

Ξέρω αρκετά.

Πόσα ξέρεις; Άνθρωποι αλλάζουν! Όλα αλλάζουν!

Λήδα.

Τι;

Ο πατέρας σου άλλαξε. Τριάντα χρόνια μαζί.

Σιωπή.

Δεν είναι δίκαιο, είπε χαμηλόφωνα η Λήδα.

Δεν θέλω αδικίες. Θέλω να είμαι ειλικρινής με σένα και εμένα.

Με τον Σπύρο κουβέντα άλλη. Τηλεφώνησε το βράδυ προφανώς ενημερωμένος. Ρώτησε ευθέως:

Μαμά, πραγματικά θες να πας να μείνεις εκεί;

Το σκέφτομαι.

Το σπίτι του καλό; Είναι… άνθρωπος της προκοπής;

Είναι. Δεν έχω παράπονο.

Το σπίτι σου θα το πουλήσεις;

Θα το νοικιάσω.

Κι αν… και μετά;

Σπύρο…

Τι «Σπύρο»; Λογική ερώτηση.

Θα ξαναγυρίσω αν χρειαστεί. Αλλά δεν θέλω να σκέφτομαι τα «αν» από πριν. Μπορώ να προσπαθήσω χωρίς αυτά;

Παύση.

Μπορείς. Αλλά να παίρνεις τηλέφωνο.

Θα παίρνω.

Η Μαρία κάθισε πολλή ώρα στο παράθυρο. Έξω βροχή, παγωμένη. Κιτρινωπό φως στο δρόμο. Σκεφτόταν: είναι εξηνταενός, πρώτη φορά κάνει κάτι γιατί το θέλει ΕΚΕΙΝΗ. Όχι επειδή κάποιος έφυγε ή επειδή έπρεπε. Απλώς επειδή το θέλει.

Περίεργο συναίσθημα. Ξένο σχεδόν.

Άνοιξε το κινητό, έγραψε στον Νίκο: «Το σκέφτομαι ακόμα. Δώσε μου λίγο χρόνο.»

Απάντησε αμέσως: «Όσο θες.»

***

Η Ειρήνη τηλεφωνούσε κάθε βδομάδα, απολύτως ουδέτερη. Ούτε «φύγε» ούτε «μην το τολμήσεις». Έλεγε τα δικά της για την κατσίκα που τελικά αγόρασε.

Όνομα; ρώτησε η Μαρία.

Κυριακή.

Σοβαρά;

Ναι, πολύ σοβαρή. Έχει φάτσικες ιδέες. Έτσι της το κόλλησα.

Είσαι ακατανόητη, Ειρήνη.

Καλό ή κακό;

Καλό, σίγουρα.

Σκέψου, της λέει μια μέρα, αν ήσουν τριάντα, θα το σκεφτόσουν τόσο;

Τι σχέση έχει η ηλικία;

Ίσως και καμία ίσως όλα. Όσο μεγαλώνουμε σκέφτομαστε περισσότερο. Άλλοτε είναι σοφία, άλλοτε φόβος που ντύνεται σοφία.

Είσαι ίδια η κυρία Σαββίδου.

Κολακεία;

Γεγονός.

Η Μαρία το σκέφτηκε. Ο φόβος που φορά σοφία. Κάποτε φοβόταν να αποφασίσει, μην πέσει έξω. Μετά φοβόταν να μην αποφασίσει, γιατί το «δεν αποφασίζω» είναι απόφαση.

Αυτός ο φόβος, τώρα, δεν είχε να κάνει με τον Νίκο. Είχε να κάνει με την ίδια. Τόσα χρόνια ήταν σύζυγος, μαμά, δασκάλα. Και όταν αυτά υποχώρησαν, δεν ήξερε ποια είναι χωρίς αυτές τις ταυτότητες.

Το εργαστήρι στη βιβλιοθήκη. Το πρώτο που επέλεξε γι αυτή.

Και τώρα, αυτό.

***

Τέλη Οκτώβρη, κάτι που δεν περίμενε συνέβη. Τηλεφώνησε η πεθερά της, η κυρία Αλεξάνδρα, μητέρα του πρώην άντρα της, ογδόντα δύο. Έμενε μόνη Αθήνα, η Μαρία την επισκεπτόταν κατά καιρούς.

Η Λήδα μού τα πε, ξεκίνησε χωρίς χαιρετισμό.

Τι ακριβώς;

Για τον φίλο σου. Για το ότι ίσως φύγεις.

Η Μαρία περίμενε.

Τι λέτε;

Λέω πως το άξιζες, ήρεμα η ηλικιωμένη. Ο γιος μου δεν σε σεβάστηκε αρκετά. Το χα καταλάβει. Τώρα στο λέω.

Κυρία Αλεξάνδρα

Μην διακόπτεις. Σε αυτήν την ηλικία, λες τα πάντα. Φύγε αν το θες. Τα εγγόνια δεν χάνονται, είναι σε καλά χέρια. Η Λήδα φοβάται να σε χάσει, αυτός είναι ο λόγος που θυμώνει. Δικό σου δεν είναι να είσαι πάντα διαθέσιμη.

Με βλέπουν.

Σαν γιαγιά, σαν μαμά, σαν το σίγουρο. Αλλά ως άνθρωπο;

Η Μαρία δεν απάντησε.

Έτσι, είπε η κυρία Αλεξάνδρα. Φύγε. Και πάρε με τηλέφωνο.

Η Μαρία στάθηκε ώρα στο παράθυρο. Γυμνά κλαδιά, βρεγμένα. Όλα ήσυχα, γυμνά σχεδόν χειμωνιάτικα.

Οι άνθρωποι βλέπουν άλλα σε σένα. Η Λήδα την έβλεπε μαμά που «πρέπει» να είναι. Ο Σπύρος, άνθρωπο που χρειάζεται πρακτική σιγουριά. Η κυρία Σαββίδου, καλή συνάδελφο. Η κυρία Αλεξάνδρα, για πρώτη φορά ίσως, απλώς άνθρωπο.

Ο Νίκος; Τι βλέπει;

Δεν ήταν σίγουρη. Αλλά κάτι έλεγε πως έβλεπε αυτή την ίδια, όχι ρόλους εκείνη. Γιατί δεν είχε ποτέ γι αυτή προσδοκίες; Στην αγορά της Ναυπάκτου, απλώς την είδε.

***

Ο Νοέμβρης έφερε το πρώτο χιόνι κι έναν απρόσμενο διάλογο με την Κατερίνα.

Η εγγονή τηλεφώνησε μόνη της. Πάντα στο τέλος τώρα, όμως, Κυριακή πρωί, από άγνωστο νούμερο.

Γιαγιά, εγώ είμαι.

Κατερίνα; Από πού παίρνεις;

Από το ταμπλετ της μαμάς. Γιαγιά, θα φύγεις;

Η Μαρία κάθισε.

Άκουσες τους μεγάλους;

Λίγο. Η μαμά μιλούσε με τον θείο Σπύρο. Θα φύγεις;

Δεν ξέρω ακόμα.

Άμα φύγεις, θα έρχεσαι;

Φυσικά.

Το υπόσχεσαι;

Το υπόσχομαι.

Ησυχία. Μετά:

Γιαγιά, είναι ωραία εκεί που θα πας;

Πολύ. Εκκλησάκια άσπρα, χιόνια το χειμώνα, ποτάμι.

Σαν εδώ;

Αλλά λίγο διαφορετικά. Μικρότερο ποτάμι.

Εντάξει. Παύση. Γιαγιά;

Ναι.

Η μαμά φοβάται μην αρρωστήσεις κι ότι δε θα προλάβουμε να σε δούμε.

Η Μαρία το ένιωσε βαθιά.

Πες στη μαμά πως προσέχω και είμαι καλά.

Το ξέρει αλλά φοβάται.

Ξέρω. Κι εγώ φοβάμαι.

Τι;

Η Μαρία σκέφτηκε.

Πολλά. Μα όλοι φοβούνται, Κατερίνα.

Μα, εσύ μου είπες πως κι οι γενναίοι φοβούνται, απλώς συνεχίζουν.

Το θυμάσαι;

Θυμάμαι τα πάντα, περηφάνια. Καληνύχτα, πριν το καταλάβει η μαμά.

Κατερίνα.

Τι;

Σ αγαπάω.

Κι εγώ.

***

Μέσα Νοέμβρη, η Μαρία πήγε Ναύπακτο για ολόκληρη βδομάδα. Πήρε ένα σακ βουαγιάζ, ειδοποίησε την κυρία Σαββίδου, παρακάλεσε φίλη να κοιτάξει το γραμματοκιβώτιο.

Ο Νίκος την περίμενε στο σταθμό. Βαριά ουρανός, κι είχε μια χαρά σαν γυρισμός απο ταξίδι. Συμπλήρωνε έναν κύκλο αυτή αίσθηση.

Ζούσαν μαζί για μια βδομάδα στο μικρό, πέτρινο σπίτι. Μαγείρεψε, καθάρισε, τα πρωινά καφές στη μικρή κουζίνα, το χιόνι να πέφτει οριζόντια, ήσυχα.

Ένα βράδυ τον ρώτησε:

Σου είναι δύσκολο να ζεις ξανά μαζί με άλλον;

Όχι μωρέ. Τότε μου ήταν δύσκολο, όταν ήμουν εκεί που δεν ήθελα. Αυτό είναι αλλιώτικο.

Σε τι;

Σκέφτηκε.

Πολλά χρόνια ήμουν στο εργοτάξιο. Ήθελα λεφτά, οικογένεια. Μετά… αναθεώρησα. Πήγα να μάθω συντήρηση. Αργά, στα σαράντα μου. Όλοι έλεγαν κουταμάρα.

Κι εσύ;

Προχώρησα. Η γυναίκα μου με στήριξε. Η Άννα ήταν ήρεμη, ήσυχη, χωρίς φασαρία. Μπήκε κάπου, ύφεση σε όλα.

Την νοσταλγείς.

Ναι. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ… να προχωρήσω. Καταλαβαίνεις;

Καταλαβαίνω.

Εσύ;

Η Μαρία σκέφτηκε τον Ανδρέα. Συχνά είχε άγχος, όχι ηρεμία. Νοσταλγούσε περισσότερο ένα πρότυπο ίσως δεν υπήρχε ποτέ.

Διαφορετικά, είπε. Αλλά το καταλαβαίνω.

Καθόντουσαν σιωπηλοί. Η σιωπή ήταν ανακουφιστική.

***

Πέμπτη, πέμπτη μέρα, τηλέφωνο από Λήδα.

Η Μαρία βγήκε στο μπαλκόνι. Ο ουρανός καθαρός, τ αστέρια πρώτα.

Εκεί είσαι; ρώτησε η Λήδα.

Ναι.

Πόσο θα κάτσεις;

Μέχρι Κυριακή.

Παύση.

Μαμά, κάτι θα ρωτήσω. Ειλικρινά.

Ρώτα.

Το κάνεις για να αποδείξεις κάτι; Σε μας; Στον εαυτό σου;

Η Μαρία κοίταξε τ αστέρια.

Όχι. Όχι να αποδείξω.

Τότε;

Θέλω… να ζήσω αλλιώς απ’ ό,τι μέχρι τώρα.

Δηλαδή ως τώρα ζούσες άσχημα;

Όχι άσχημα. Μόνο όχι όπως θα ήθελα αληθινά.

Και τι σου έλειπε δηλαδή;

Δύσκολη ερώτηση. Είχε πολλά σπίτι, παιδιά, δουλειά που αγαπούσε, φίλες. Δεν είχε σημαντικό πρόβλημα.

Αλλά υπήρχε μια αίσθηση: σα να ζεις δίπλα από το δικό σου κέντρο. Ορθό νοικοκυριό, σωστά όλα, αλλά σαν να μην είσαι εντελώς εκεί.

Εμένα μου έλειπα, είπε τελικά.

Εσένα; Τι εννοείς;

Ακριβώς ό,τι ακούς.

Μεγάλη σιγή.

Θα είσαι ευτυχισμένη; ρώτησε.

Δεν ξέρω. Αλλά θέλω να προσπαθήσω.

Εντάξει, είπε η Λήδα. Εντάξει.

Όχι αποδοχή. Ούτε μάχη.

***

Την Κυριακή, μαζεύοντας τα πράγματα, ο Νίκος τη ρώτησε:

Αποφάσισες;

Σχεδόν.

Σχεδόν; Τι σημαίνει αυτό;

Λίγο ακόμα. Όχι πολύ.

Συμφώνησε.

Φοβάσαι μήπως κάνεις λάθος.

Ναι.

Να σου πω κάτι;

Πες.

Τα λάθη είναι δύο ειδών. Εκείνα που διαπράττεις, κι αυτά που δεν διαπράττεις ποτέ και δεν μαθαίνεις την κατάληξη. Τα δεύτερα είναι χειρότερα για μένα.

Η Μαρία τον κοίταξε.

Το λες επίτηδες;

Τι;

Λες ακριβώς ό,τι σκέφτομαι και δεν τολμώ.

Γέλασε. Το πρόσωπό του φωτεινό όταν γελάει.

Όχι, απλά έτσι γίνεται.

Επέστρεψε Αθήνα αργά. Το σπίτι τη δέχτηκε πάλι με τη γνωστή σιωπή και μυρωδιές. Ξεπακετάρισε, έβαλε τσάι, κάθισε στο τραπέζι.

Στο τραπέζι ένα ανοιχτό βιβλίο. Η σελίδα που διάβαζε γράφει πως τη μοναξιά την κουβαλάς δεν είναι κατάρα, αλλά γεγονός που διαχειρίζεσαι όπως θες.

Έκλεισε το βιβλίο.

Άνοιξε το κινητό, έγραψε στον Νίκο: «Θα έρθω Γενάρη. Για καιρό. Βλέπουμε.»

Απάντησε μονολεκτικά: «Σε περιμένω.»

***

Ο Δεκέμβρης πέρασε με μια ήσυχη ανησυχία, όχι πια φόβο, ούτε ολοκληρωμένη ασφάλεια. Σαν να χε ρυθμιστεί κάτι μέσα της. Δεν έχουν λυθεί όλα.

Η Λήδα πήρε τηλέφωνο στις αρχές του μήνα.

Δεν το μετανιώνεις;

Όχι, το σπίτι θα το νοικιάσω. Ο μεσίτης βρήκε υποψήφιους.

Καλά. Μαμά, να ρωτήσω κάτι;

Ρώτα.

Μη σε ξεγελά η αρχή. Το καινούριο φαίνεται καλύτερο και… μετά.

Λήδα.

Τι;

Είμαι εξηνταένα, όχι μαθητριούλα. Έχω δει πολλά, τα ζύγισα.

Κι αν σε πλανέψει κι αυτός;

Μπορεί. Όλα συμβαίνουν. Όλη η ζωή «μπορεί». Κι εσύ παντρεύτηκες ήξερες σίγουρα;

Ήμουν είκοσι εφτά.

Και τι πάει να πει;

Σιωπή.

Εντάξει, μαμά.

Θα με βοηθήσεις στο μάζεμα;

Μεγάλη σιγή.

Θα σε βοηθήσω.

***

Πρωτοχρονιά στη Λήδα, με Κατερίνα, τον γαμπρό Δήμο. Ήρθε κι ο Σπύρος με οικογένεια από Θεσσαλονίκη. Γεμάτο σπίτι, παιδιά γελάνε, μεγάλοι συζητούν όλοι μαζί.

Η Κατερίνα κόλλησε δίπλα της, της μυστικά αποκαλύπτει ποιος σαλάτα είναι ποιας.

Αυτή η μαμά, μόνη της. Αυτή, έτοιμη. Η μαμά λέει δική της.

Δεν τα λέμε αυτά, κάνει πως τη μαλώνει η γιαγιά.

Δεν τα λέω, ενημερώνω, διορθώνει.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, με τα παιδιά στο καναπέ, η Λήδα ανακοινώνει:

Η μαμά πάει Ναύπακτο. Γενάρη.

Ανέκφραστο. Πληροφορία.

Ο Δήμος έγνεψε. Ο Σπύρος κοίταξε ερωτηματικά.

Για καιρό; ρώτησε.

Βλέπουμε, απάντησε.

Ο Σπύρος χαμογέλασε ελαφρά.

Η Κατερίνα μισοξύπνια:

Γιαγιά, φεύγεις;

Ναι, Κατερίνα μου.

Είχες πει θα ρχεσαι.

Το υποσχέθηκα.

Καλά, είπε και ξανακοιμήθηκε.

Η Μαρία την κοιτούσε και σκεφτόταν: έτσι είναι η ζωή. Ένα παιδί που κοιμάται, μεγάλοι με ποτήρια, ο παλιός καναπές ακόμα εδώ, κι ένας άνθρωπος σε άλλη πόλη που γράφει «σε περιμένω».

***

Δεκαπέντε Γενάρη καλεί την κυρία Σαββίδου.

Κυρία Σαββίδου, σταματώ το εργαστήρι.

Σιωπή.

Πότε;

Φλεβάρη. Έτσι θα βρείτε εύκολα αντικαταστάτη.

Φεύγεις;

Ναι.

Πού;

Ναύπακτο.

Α, σύντομη. Στον… φίλο;

Και σ αυτόν. Και σ εμένα.

Πολύ ωραία το πες, είπε η κυρία Σαββίδου. Θα βρούμε άλλο. Θα μας λείψεις. Καλή τύχη, Μαρία. Αληθινή.

Στο τελευταίο μάθημα, τα παιδιά της ζωγράφισαν μια μεγάλη ομαδική κάρτα. Το αγόρι που έγραψε για τα «παράθυρα-βιβλίο» της ζωγράφισε ένα παράθυρο με κουρτίνα «για να κοιτάμε μέσα».

Η Μαρία τη δίπλωσε, την έβαλε στη βαλίτσα.

***

Εικοσιτρία Γενάρη, φτάνει στη Ναύπακτο. Ο Νίκος κουβαλά τη βαλίτσα, την αφήνει σε ένα δωμάτιο που είχε ετοιμάσει. Στο παράθυρο μια γλάστρα με γεράνι.

Από πού το βρήκες;

Το αγόρασα. Είπα χρειάζεται λουλούδι.

Πολύ σωστά.

Πλησίασε, κοίταξε τον αυλόγυρο, χιόνι, λευκή σιγή. Φράχτης, πιο πέρα άλλος κήπος, σκεπές.

Πώς σου φαίνεται; ρώτησε.

Δεν ξέρω ακόμα. Ρώτα σε ένα μήνα.

Θα ρωτήσω.

Γύρισε.

Νίκο.

Τι;

Ευχαριστώ που δεν με πίεσες.

Περίμενε, μετά είπε:

Ευχαριστώ που ήρθες.

***

Πέρασαν τρεις μήνες. Η Μαρία συνήθιζε αργά. Η Ναύπακτος μικρή, άγνωστη αλλά ήσυχη. Όλοι γνωρίζονται, εκείνη καινή παρουσία. Την κοίταζαν διακριτικά.

Η Ειρήνη τη γνώρισε σε άλλες γυναίκες της γειτονιάς. Η κυρία Νίνα, παλιά, της πρότεινε να βοηθήσει στον λογοτεχνικό όμιλο του πολιτιστικού κέντρου. Στις συζητήσεις, δέκα άνθρωποι, διαβάζαν βιβλία, κουβέντα.

Δεν ξέρω αν τα καταφέρω, δίστασε.

Δοκίμασε, θα σου αρέσει. Άμα δεν σου κάνει, παράπονο κανένα, χαμογέλασε η κυρία Νίνα.

Η Μαρία πήγε. Της άρεσε.

Με τη Λήδα μιλούσαν εβδομαδιαία. Σιγά σιγά οι ερωτήσεις της έγιναν «τι διαβάζεις;», «πώς πάει το εργαστήρι;» αχνή εξοικείωση με τη νέα πραγματικότητα, όπως προσαρμόζεται το μάτι σε άλλα φώτα.

Η Κατερίνα της έγραψε γράμμα χαρτί, φακελάκι με γραμματόσημο: δυο εκκλησίες και ένα ποτάμι ζωγράφισε «Θα έρθω στις διακοπές». Και στο τέλος: «Η Κατερίνα είναι κατσίκα; Η Ειρήνη μού το είπε».

Η Μαρία απάντησε με γράμμα.

***

Μια ανοιξιάτικη μέρα, η Λήδα ήρθε μόνη, όχι με την Κατερίνα. Έμεινε ένα απόγευμα.

Μπήκε στο σπίτι, χάζεψε πατώματα, τη γλάστρα, το τραπέζι της κουζίνας.

Ο Νίκος πρότεινε τσάι κι έφυγε για το εργαστήρι.

Κάθισαν μαζί.

Ωραία εδώ, είπε η Λήδα διστακτικά.

Ναι.

Μικρό μέρος.

Ήσυχο.

Δεν σου λείπει η Αθήνα;

Μου λείπει. Και εσείς μου λείπετε. Η κυρία Σαββίδου. Το Φάληρο.

Και πάλι;

Και πάλι.

Γύρισε τη φλιτζάνα.

Είναι καλός;

Είναι, απάντησε η Μαρία με σιγουριά.

Είσαι ευτυχισμένη;

Η Μαρία το σκέφτηκε.

Δεν ξέρω αν είμαι «ευτυχισμένη». Είναι περίεργη λέξη. Με νιώθω καλά, πραγματικά καλά.

Η Λήδα έγνεψε.

Εντάξει.

Αυτό σημαίνει;

Αυτό σημαίνει. Άλλαξε τόνο. Ακόμα φοβάμαι. Για σένα. Ίσως πάντα να φοβάμαι.

Το ξέρω.

Αλλά… προσπαθώ. Να καταλάβω.

Αυτό μου αρκεί.

Ταξίδευαν με λέξεις όπως παλιά: νέα της Κατερίνας, δουλειά, αυτοκίνητο του Δήμου. Χωρίς γωνίες.

Ετοιμάστηκε να φύγει. Η Μαρία τη συνόδεψε. Απριλιάτικος αέρας, η γη εβγαζε άρωμα, δέντρα τρυφερή πράσινη.

Μαμά, είπε στην αυλόπορτα.

Ναι.

Δεν το καταλαβαίνω ίσως και ποτέ.

Το ξέρω.

Να έχεις κάτι στο νου σου.

Τι;

Η Λήδα κοίταξε, γνωστά σκούρα μάτια.

Ήσουν πάντα εδώ. Πάντα. Έμαθα έτσι. Να σε καλώ και να απαντάς.

Απαντώ. Πάντα.

Αλλάζει το μεταξύ μας. Πρέπει να το συνηθίσω.

Θα συνηθίσεις.

Το νομίζεις;

Η Μαρία την κοίταξε, όπως την πρώτη μέρα που κράτησε την κόρη της στην αγκαλιά.

Το νομίζω. Είσαι δυνατή.

Όχι όσο εσύ.

Το ίδιο.

Λίγο χαμόγελο. Μετά αγκαλιά σφικτή, σαν παλιά.

Θα σε πάρω όταν φτάσω.

Περιμένω.

Πήρε το δρόμο, η πλάτη της Λήδας ίσια, βιαστικό βήμα. Σ αυτό φαινόταν ο πατέρας της.

Γύρισε και φώναξε:

Μαμά! Η γλαστρούλα σου άνθισε. Το είδα.

Άνθισε, επιβεβαίωσε.

Καλό αυτό, είπε η Λήδα.

Και συνέχισε το δρόμο της.

***

Η Μαρία μπήκε μέσα. Ο Νίκος στη κουζίνα, ζέσταινε σούπα. Στάθηκε στο παράθυρο έξω είχε χαθεί πια η Λήδα, μια γειτόνισσα περπατούσε αργά με τσάντα, γαλήνη παντού.

Το γεράνι ήταν γεμάτο μικρά ροζ λουλούδια.

Όλα καλά; είπε ο Νίκος, χωρίς να γυρίσει.

Όλα καλά.

Σταμάτησε.

Είναι καλή απλώς φοβάται.

Φυσικό. Δύσκολο και για εκείνη.

Ναι.

Απομακρύνθηκε από το παράθυρο. Πήρε τα πιάτα, τα βαλε στο τραπέζι. Όλα πια γνωστά είχαν γίνει συνήθεια σε τρεις μήνες.

Νίκο, είπε.

Ναι;

Εσύ τι λες; Ήταν σωστό αυτό που έκανα;

Εκείνος γύρισε, την κοίταξε.

Εσύ τι λες;

Η Μαρία σκέφτηκε.

Νιώθω πως ήταν… επιτέλους δικό μου.

Αυτό. Να, το απάντησες και μόνη σου.

Κάθισαν στο τραπέζι. Έξω, η Ναύπακτος ακόμα λευκή, η χλόη να σκάει. Η Μαρία κοιτούσε έξω κι ένιωθε: αυτό είναι. Όχι «ευτυχία» ως λέξη, όχι αποτέλεσμα, απλώς φαγητό, παράθυρο, άνθρωπος απέναντι. Πόσο κρατάει; Δεν ξέρει.

Αλλά η σούπα καυτή. Το γεράνι ανθισμένο. Στη βαλίτσα υπάρχει ακόμα η παιδική κάρτα με το παράθυρο.

***

Το βράδυ κάλεσε η Κατερίνα.

Γιαγιά, η Λήδα μού είπε πως σε είδε.

Με είδε, ναι.

Πήγατε καλά;

Μια χαρά τα είπαμε.

Δεν έκλαψε η μαμά;

Όχι. Γιατί το ρωτάς;

Καμιά φορά τη βλέπω να κλαίει όταν λέει ότι δεν ακούω. Για σένα.

Η Μαρία έκλεισε τα μάτια.

Κατερίνα μου.

Τι;

Πες της πως σύντομα θα σας επισκεφθώ. Πολύ σύντομα.

Εντάξει. Γιαγιά;

Ναι.

Εκεί έχει άνοιξη;

Σχεδόν. Ακόμα λίγο χιόνι.

Εμάς καλοκαιριάζει. Περίεργο, ε; Ιδιοκράτος, άλλη εποχή.

Λογικό είναι.

Γιαγιά, μας νοσταλγείς;

Η Μαρία κοίταξε το σκοτεινό παράθυρο. Σκιά άστρα.

Πολύ, απάντησε. Πάντα.

Καλό τότε, είπε κάπως ήσυχα. Καλό που νοσταλγείς.

Νομίζεις;

Ναι. Αν νοσταλγείς, αγαπάς.

Η Μαρία δεν βρήκε τι να πει.

Καληνύχτα, γιαγιά.

Καληνύχτα, Κατερίνα μου.

Άφησε το κινητό. Στην κουζίνα ο Νίκος έπλενε πιάτα, σιγοτραγουδούσε. Το γεράνι στο παράθυρο σκοτεινό. Από απέναντι ακούστηκε ένα σκυλί, έσπαζε τη σιγή.

Η Μαρία σκεφτόταν πως η Κατερίνα έχει δίκιο: Αν νοσταλγείς, αγαπάς. Και το αντίστροφο. Έχεις πάντα κάποιον να αγαπάς έτσι είναι η ζωή. Ποτέ τέλεια, ποτέ όπως στα βιβλία. Με αποστάσεις και εγγύτητα. Με σωστές και λάθος αποφάσεις, που στο χρόνο γίνονται απλώς επιλογές. Δικές σου.

Σηκώθηκε να τον βοηθήσει με τα πιάτα.

Oceń artykuł
Ο Ύστερος Ξεσηκωμός